Ο άντρας μου έλεγε πως δούλευε νυχτερινές βάρδιες για να ξεπληρώσουμε το στεγαστικό… μέχρι που μια φίλη μού έστειλε μια φωτογραφία από ένα πολυτελές εστιατόριο στην άλλη άκρη της πόλης.

by Impress story
234 views

Όταν ο Νίκος μου είπε ότι θα αναλάμβανε νυχτερινές βάρδιες, ένιωσα περισσότερο ενοχές παρά χαρά.

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος», μου είπε χαϊδεύοντας το χέρι μου. «Αν αντέξουμε έναν χρόνο, θα μειώσουμε σημαντικά το δάνειο του σπιτιού. Μετά όλα θα γίνουν πιο εύκολα.»

Τον πίστεψα.

Κάθε βράδυ έφευγε λίγο πριν τις οκτώ. Φορούσε το ίδιο μπλε μπουφάν της δουλειάς, έπαιρνε το θερμός με τον καφέ και μου χαμογελούσε κουρασμένα.

«Μην με περιμένεις ξύπνια.»

Εγώ έμενα μόνη στο σπίτι. Δούλευα εξ αποστάσεως, φρόντιζα το σπίτι, πλήρωνα λογαριασμούς και προσπαθούσα να κάνω οικονομία μέχρι και στο τελευταίο ευρώ. Σταμάτησα να αγοράζω καινούρια ρούχα. Ακύρωσα τις διακοπές μας. Έκοψα ακόμα και τον εβδομαδιαίο καφέ με τις φίλες μου.

«Είναι μόνο προσωρινό», έλεγα στον εαυτό μου.

Ο Νίκος γύριζε κάθε πρωί εξαντλημένος. Μερικές φορές μύριζε έντονα άρωμα, αλλά το απέδιδα στους συναδέλφους του. Άλλες φορές είχε πάνω του ακριβό aftershave, ενώ πάντα έλεγε ότι δούλευε σε αποθήκη.

Δεν έδωσα σημασία.

Ώσπου ένα βράδυ χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν μήνυμα από την καλύτερή μου φίλη, τη Μαρία.

«Ελένη… ελπίζω να κάνω λάθος.»

Ακολουθούσε μία φωτογραφία.

Πάγωσα.

Στην εικόνα φαινόταν καθαρά ο Νίκος.

Δεν φορούσε τη στολή εργασίας.

Φορούσε κοστούμι.

Καθόταν σε ένα από τα πιο ακριβά εστιατόρια της πόλης, απέναντι από μια εντυπωσιακή γυναίκα με κόκκινο φόρεμα. Στο τραπέζι υπήρχαν σαμπάνιες, κεριά και ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα.

Η Μαρία έγραψε μόνο μία πρόταση.

«Τους είδα να γελάνε και να κρατιούνται από το χέρι.»

Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αναπνεύσω.

Δεν του τηλεφώνησα.

Δεν του έστειλα μήνυμα.

Απλώς άνοιξα τον τραπεζικό μας λογαριασμό.

Και τότε ήρθε το δεύτερο σοκ.

Τους τελευταίους οκτώ μήνες δεν υπήρχε ούτε μία επιπλέον κατάθεση από υπερωρίες ή νυχτερινές βάρδιες.

Ο μισθός του ήταν ακριβώς ο ίδιος.

Άρα…

Δεν δούλευε ποτέ τις νύχτες.

Το επόμενο πρωί μπήκε στο σπίτι όπως πάντα.

«Καλημέρα, αγάπη μου… κουράστηκα πολύ.»

Του χαμογέλασα.

«Το φαντάζομαι.»

Με φίλησε στο μέτωπο και πήγε να κάνει μπάνιο.

Εκείνη τη στιγμή πήρα μια απόφαση.

Δεν θα τον αντιμετώπιζα.

Όχι ακόμα.

Τις επόμενες δύο εβδομάδες συνέχισα να παίζω τον ίδιο ρόλο.

Του ετοίμαζα φαγητό.

Τον αποχαιρετούσα κάθε βράδυ.

Εκείνος έφευγε δήθεν για δουλειά.

Εγώ όμως δεν έμενα πλέον σπίτι.

Ένας ιδιωτικός ερευνητής τον ακολουθούσε.

Όταν μου παρέδωσε τον φάκελο, τα χέρια μου έτρεμαν.

Δεν υπήρχε μόνο μία γυναίκα.

Υπήρχαν τρεις.

Και όλες πίστευαν ότι είχαν σχέση με έναν επιτυχημένο, ελεύθερο επιχειρηματία.

Καμία δεν ήξερε ότι ήταν παντρεμένος.

Το πιο σοκαριστικό όμως ήταν άλλο.

Ο Νίκος χρησιμοποιούσε τα χρήματα από τον κοινό μας λογαριασμό για να χρηματοδοτεί την πολυτελή ζωή που τους παρουσίαζε.

Δώρα.

Ταξίδια.

Κοσμήματα.

Δείπνα.

Όλα πληρωμένα από τις οικονομίες που κάναμε δήθεν για το στεγαστικό μας.

Δεν έκλαψα.

Έκλεισα απλώς ένα μεγάλο τραπέζι στο ίδιο ακριβώς εστιατόριο όπου τον είχε φωτογραφίσει η Μαρία.

Για το επόμενο Σάββατο.

Ζήτησα από όλες τις γυναίκες να έρθουν.

Την καθεμία ξεχωριστά.

Καμία δεν γνώριζε ότι θα βρίσκονταν και οι υπόλοιπες εκεί.

Ο Νίκος εμφανίστηκε τελευταίος.

Μόλις μπήκε στην αίθουσα, χαμογελούσε.

Μέχρι που με είδε.

Και μετά είδε τις άλλες τρεις γυναίκες.

Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.

«Ελένη… τι συμβαίνει;»

Σηκώθηκα ήρεμα.

«Ήθελα απλώς να γνωριστούμε όλοι. Εξάλλου, φαίνεται πως έχουμε τον ίδιο άνθρωπο στη ζωή μας.»

Στην αίθουσα απλώθηκε απόλυτη σιωπή.

Η πρώτη γυναίκα τον κοίταξε απορημένη.

«Ποια είναι αυτή;»

Χαμογέλασα.

«Η σύζυγός του.»

Τα ποτήρια έμειναν στον αέρα.

Η δεύτερη έβγαλε αμέσως το κινητό της και του έδειξε φωτογραφίες από τις διακοπές τους.

Η τρίτη άρχισε να κλαίει.

«Μου είχε δείξει ακόμη και σχέδια για το σπίτι που θα αγοράζαμε μαζί…»

Ο Νίκος προσπαθούσε να μιλήσει.

Κανείς δεν τον άκουγε πλέον.

Έβγαλα έναν μπλε φάκελο από την τσάντα μου.

«Εδώ υπάρχουν όλες οι τραπεζικές κινήσεις. Κάθε ευρώ που ξόδευες προερχόταν από τον κοινό μας λογαριασμό. Από τα χρήματα που πίστευα ότι πήγαιναν για το στεγαστικό μας.»

Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο.

«Μπορούμε να το συζητήσουμε σπίτι.»

Τον κοίταξα ψύχραιμα.

«Δεν έχουμε πια σπίτι.»

Έμεινε ακίνητος.

«Τι εννοείς;»

Του έδωσα έναν ακόμη φάκελο.

Μέσα υπήρχαν τα χαρτιά του διαζυγίου, η αίτηση για δέσμευση των κοινών περιουσιακών στοιχείων και η επίσημη αναφορά του δικηγόρου μου για κατάχρηση κοινών οικονομικών πόρων.

«Όσο εσύ έπαιζες τον επιτυχημένο εργένη, εγώ μάζευα αποδείξεις.»

Οι τρεις γυναίκες σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς να του πουν ούτε λέξη.

Εκείνος προσπάθησε να τις ακολουθήσει.

Καμία δεν γύρισε πίσω.

Έμεινε μόνος.

Για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες δεν είχε κανέναν να εντυπωσιάσει.

Μόνο έναν λογαριασμό να πληρώσει.

Και αυτή τη φορά, δεν υπήρχε κανείς να τον σώσει.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More