Η Άννα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν, δέκα λεπτά πριν κόψουν τη γαμήλια τούρτα, κανείς δεν μπορούσε να της πει πού ήταν η μητέρα της.
Στην αίθουσα του εστιατορίου, λίγο έξω από το Ναύπλιο, η ορχήστρα έπαιζε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι, οι θείες από την Τρίπολη χόρευαν δίπλα στα τραπέζια και ο Πέτρος, ο άντρας της πια, δεχόταν χτυπήματα στην πλάτη από φίλους και ξαδέλφια.
Η Άννα όμως έψαχνε μόνο ένα πρόσωπο.
Τη Δέσποινα.
Η μητέρα της είχε καθίσει όλο το βράδυ στο τραπέζι 6, κοντά στην έξοδο προς τον κήπο. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα που είχαν διαλέξει μαζί στην Αθήνα και είχε περάσει μισή ώρα μπροστά στον καθρέφτη λέγοντας ότι «στα εξήντα δύο δεν χρειάζεται να ντύνεσαι σαν λαμπάδα».
Τώρα η καρέκλα της ήταν άδεια.
— Μήπως πήγε τουαλέτα; — ρώτησε ο Πέτρος.
— Είκοσι λεπτά;
— Ίσως μιλάει με κάποιον έξω.
Η Άννα κοίταξε προς την αυλή.
— Η τσάντα της λείπει.
Αυτό ήταν που την ανησύχησε.
Η μητέρα της δεν έφευγε ποτέ από γιορτή χωρίς να πει κάτι. Όχι επειδή ήταν υπερβολική. Το αντίθετο. Η Δέσποινα ήταν από τους ανθρώπους που προτιμούσαν να καταπιούν μια προσβολή παρά να αναγκάσουν τους άλλους να ασχοληθούν μαζί τους.
Η Άννα βγήκε από την αίθουσα, πέρασε τον διάδρομο δίπλα στην κουζίνα και βγήκε στην πίσω αυλή του εστιατορίου.
Εκεί δεν υπήρχαν φώτα γάμου.
Μόνο δύο λάμπες τοίχου, μια στοίβα πλαστικά καφάσια και, λίγο πιο πέρα, ένα ξύλινο παγκάκι δίπλα σε έναν χαμηλό φράχτη.
Η μητέρα της καθόταν εκεί.
Είχε την τσάντα πάνω στα γόνατα και έκλαιγε αθόρυβα.
— Μαμά;
Η Δέσποινα σήκωσε απότομα το κεφάλι και σκούπισε το πρόσωπό της.
— Τι κάνεις εδώ; Πήγαινε μέσα.
Η Άννα πλησίασε.
— Τι έγινε;
— Τίποτα.
— Μη μου λες τίποτα.
— Άννα, σε παρακαλώ. Είναι ο γάμος σου.
Η Άννα κάθισε δίπλα της.
Τότε είδε ότι το λουράκι της τσάντας ήταν κομμένο.
— Ποιος το έκανε αυτό;
— Δεν έγινε τίποτα.
— Μαμά.
Η Δέσποινα κοίταξε προς την πόρτα του προσωπικού.
— Σε παρακαλώ, μη φωνάξεις.
Αυτό ήταν αρκετό.
Η Άννα σηκώθηκε όρθια.
— Ποιος σου έκανε κάτι;
Η μητέρα της την έπιασε από το χέρι.
— Μη χαλάσεις τη βραδιά σου.
— Ποιος;
Η Δέσποινα έκλεισε τα μάτια.
— Ένας από το προσωπικό με έβγαλε έξω.
Η Άννα έμεινε ακίνητη.
— Τι εννοείς «σε έβγαλε έξω»;
— Μπερδεύτηκαν.
— Με τι;
— Με κάτι που χάθηκε.
Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Τι χάθηκε;
Η Δέσποινα δεν απάντησε.
Η κόρη της γονάτισε μπροστά της.
— Μαμά, κοίτα με.
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια.
— Ένα φάκελο με χρήματα.
Για λίγα δευτερόλεπτα η Άννα δεν άκουγε ούτε τη μουσική από μέσα.
— Και;
— Είπαν ότι με είδαν κοντά στο τραπέζι που ήταν ο φάκελος.
📌 Αν νομίζετε ότι το πιο δύσκολο είχε ήδη συμβεί, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

— Ποιοι;
— Ένας σερβιτόρος. Και μετά ήρθε ένας άντρας από το εστιατόριο. Μου ζήτησαν να ανοίξω την τσάντα.
Η Άννα ένιωσε το πρόσωπό της να καίει.
— Άνοιξες την τσάντα σου;
— Ναι.
— Και;
— Φυσικά δεν υπήρχε τίποτα.
Η Άννα σηκώθηκε.
— Ποιος ήταν;
— Δεν έχει σημασία.
— Έχει.
— Άννα, σε παρακαλώ.
— Σε έβγαλαν έξω από τον γάμο της κόρης σου επειδή κάποιος «νόμισε» ότι έκλεψες;
Η Δέσποινα έσκυψε το κεφάλι.
— Δεν ήθελαν να γίνει σκηνή μέσα.
— Και γι’ αυτό την έκαναν εδώ έξω;
Η μητέρα της την έπιασε ξανά.
— Μη φέρεις τον Πέτρο. Μη φέρεις τους δικούς του. Άφησέ το.
Η Άννα την κοίταξε χωρίς να μιλάει.
Ύστερα πήρε το κινητό της.
— Τι κάνεις;
— Καλώ τον υπεύθυνο.
— Άννα, όχι.
Ήταν αργά.
Ο υπεύθυνος του εστιατορίου, ο κύριος Λεωνίδας, είχε ήδη απαντήσει.
Η Άννα μίλησε χαμηλά.
— Είμαι η νύφη. Θέλω να έρθετε αμέσως πίσω από την κουζίνα.
Τρία λεπτά αργότερα, ο Λεωνίδας εμφανίστηκε στην πόρτα. Ήταν γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, με λευκό πουκάμισο και γκρι γιλέκο.
Μόλις είδε τη Δέσποινα, το πρόσωπό του άλλαξε.
— Κυρία μου…
— Όχι «κυρία μου» — είπε η Άννα. — Θέλω να μάθω τι έγινε.
Ο άντρας πήρε ανάσα.
— Υπήρξε μια παρεξήγηση.
— Η μητέρα μου λέει ότι την έψαξαν για κλοπή.
— Δεν ήταν ακριβώς έτσι.
— Τότε πείτε μου ακριβώς πώς ήταν.
Ο Λεωνίδας κοίταξε τη Δέσποινα και μετά την Άννα.
— Ένας φάκελος με περίπου τέσσερις χιλιάδες ευρώ εξαφανίστηκε από το γραφείο δίπλα στην αίθουσα.
— Και τι σχέση έχει η μητέρα μου;
— Ένας υπάλληλος είπε ότι την είδε να βγαίνει από εκεί.
Η Δέσποινα ψιθύρισε:
— Δεν βγήκα από κανένα γραφείο.
Η Άννα στράφηκε αμέσως.
— Γιατί δεν μου το είπες αυτό;
— Γιατί δεν ήθελα…
— Μαμά, σε κατηγόρησαν για κάτι που λες ότι ούτε καν πλησίασες.
Ο υπεύθυνος σήκωσε το χέρι.
— Μπορούμε να το λύσουμε ήρεμα.
— Αυτό προσπαθώ.
— Η κυρία άνοιξε μόνη της την τσάντα της.
— Αφού της το ζητήσατε.
— Ναι.
— Και μετά;
Ο Λεωνίδας δίστασε.
Η Άννα το είδε.
— Τι άλλο έγινε;
Η Δέσποινα μίλησε πριν από εκείνον.
— Μου είπαν να περιμένω έξω μέχρι να βρουν τον φάκελο.
Η Άννα γύρισε προς τον υπεύθυνο τόσο αργά, που εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω.
— Δηλαδή τη διώξατε από τον γάμο;
— Δεν τη διώξαμε. Προσπαθήσαμε να αποφύγουμε αναστάτωση.
— Με το να αφήσετε τη μητέρα της νύφης να κάθεται μόνη της στο σκοτάδι;
Ο άντρας κοίταξε το ρολόι του.
— Σας λέω, ήταν μια δύσκολη κατάσταση.
Η Άννα έδειξε το κομμένο λουράκι.
— Και αυτό;
Ο Λεωνίδας πάγωσε.
Η Δέσποινα σηκώθηκε.
— Άννα, αρκετά.
— Όχι.
Τότε, από την πόρτα της κουζίνας, εμφανίστηκε ένας νεαρός σερβιτόρος.
Μόλις είδε τις τρεις φιγούρες, σταμάτησε απότομα.
Ο Λεωνίδας τον κοίταξε.
— Μάριε, πήγαινε μέσα.
Η Άννα κατάλαβε.
— Αυτός ήταν;
Η Δέσποινα δεν απάντησε.
Ο Μάριος όμως κατέβασε το κεφάλι.
— Ναι — είπε η Άννα μόνη της. — Αυτός ήταν.
Ο Μάριος ήταν είκοσι τεσσάρων, ίσως είκοσι πέντε. Έμοιαζε περισσότερο τρομαγμένος παρά ένοχος.
Η Άννα τον πλησίασε.
— Εσύ είδες τη μητέρα μου να βγαίνει από το γραφείο;
Εκείνος κοίταξε τον Λεωνίδα.
— Απάντησέ της — είπε ο υπεύθυνος.
— Ναι.
— Είσαι σίγουρος;
— Έτσι νόμιζα.
— Νόμιζες;
— Φορούσε μπλε.
Η Άννα στράφηκε στη μητέρα της.
Πράγματι, η Δέσποινα φορούσε μπλε.
— Και;
— Υπήρχε μια κυρία με μπλε φόρεμα που βγήκε από τον διάδρομο.
— Ποια κυρία;
Ο Μάριος έδειξε διστακτικά προς την αίθουσα.
— Δεν ξέρω. Από τους καλεσμένους.
— Τότε γιατί κατηγόρησες τη μητέρα μου;
— Δεν την κατηγόρησα.
Η Άννα γέλασε χωρίς χαρά.
— Όχι; Απλώς είπες ότι την είδες.
Ο Μάριος έτριψε τα χέρια του.
— Ο κύριος Λεωνίδας με ρώτησε αν αναγνώρισα τη γυναίκα. Κι εγώ είπα ότι… ότι έμοιαζε με τη μητέρα σας.
— Από πού ήξερες ποια είναι η μητέρα μου;
Ο Μάριος σώπασε.
Αυτή τη φορά ο Λεωνίδας παρενέβη.
— Είχαμε φωτογραφίες των βασικών συγγενών για να ξέρουμε ποιοι είναι οι γονείς, οι κουμπάροι, τέτοια πράγματα.
Η Άννα τον κοίταξε.
— Ωραία. Άρα ξέρατε ακριβώς ποια ήταν.
— Ναι.
— Και παρ’ όλα αυτά τη βγάλατε έξω.
— Σας παρακαλώ, χαμηλώστε τη φωνή.
— Η φωνή μου είναι χαμηλή.
Πράγματι ήταν.
Αυτό έκανε τον Λεωνίδα ακόμη πιο νευρικό.
Η πόρτα πίσω τους άνοιξε ξανά.
Αυτή τη φορά ήταν ο Πέτρος.
— Άννα; Σε ψάχνουν όλοι. Τι έγινε;
Η Δέσποινα έκλεισε τα μάτια.
— Σου είπα να μην τον φέρεις.
— Δεν τον έφερα.
Ο Πέτρος κοίταξε τη μητέρα της, μετά τον υπεύθυνο.
— Τι συμβαίνει;
Η Άννα του εξήγησε σε δύο προτάσεις.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
— Τι πράγμα;
Ο Λεωνίδας σήκωσε τα χέρια.
— Κύριε, σας διαβεβαιώνω—
— Δεν είμαι «κύριε». Είμαι ο γαμπρός. Και αυτή είναι η μητέρα της γυναίκας μου.
— Πέτρο — είπε η Δέσποινα. — Μη γίνει φασαρία.
Ο Πέτρος κάθισε δίπλα της.
— Κυρία Δέσποινα, σας ζήτησαν να βγείτε έξω;
Η γυναίκα έγνεψε.
— Και σας έψαξαν;
— Την τσάντα μου.
Ο Πέτρος κοίταξε τον Λεωνίδα.
— Βρείτε τον φάκελο.
— Τον ψάχνουμε.
— Όχι. Τώρα.
Ο Λεωνίδας έβγαλε το κινητό του και έκανε δύο κλήσεις.
Μέσα σε λίγα λεπτά, τρεις υπάλληλοι είχαν αρχίσει να ψάχνουν στο γραφείο, πίσω από την μπάρα και στον χώρο της κουζίνας.
Η Άννα ήθελε να μπει μέσα και να σταματήσει τη μουσική.
Η Δέσποινα την κράτησε.
— Μη.
— Μαμά, γιατί το ανέχεσαι;
Η γυναίκα κοίταξε τα χέρια της.
— Γιατί ξέρω πώς φαίνομαι στους ανθρώπους όταν φοβάμαι.
— Τι σημαίνει αυτό;
Η Δέσποινα δεν απάντησε αμέσως.
— Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήσουν μικρή, δούλευα σε ένα ξενοδοχείο στο Τολό. Καθαριότητα.
Η Άννα ήξερε ότι η μητέρα της είχε δουλέψει σε ξενοδοχεία, αλλά δεν είχε ακούσει ποτέ αυτή την ιστορία.
— Μια πελάτισσα είπε ότι της έλειπε ένα βραχιόλι. Το αφεντικό έψαξε τις τσάντες όλων των καθαριστριών. Το δικό μου δωμάτιο. Το ντουλαπάκι μου.
— Και;
— Το βραχιόλι βρέθηκε δύο μέρες μετά μέσα στη βαλίτσα της.
Η Άννα ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της.
— Και κανείς δεν σου ζήτησε συγγνώμη;
Η Δέσποινα χαμογέλασε πικρά.
— Μου είπαν «ευτυχώς που λύθηκε».
Ο Πέτρος κατέβασε τα μάτια.
— Γι’ αυτό δεν ήθελες να πεις τίποτα;
— Δεν ήθελα να περάσει η κόρη μου το ίδιο βράδυ που έζησα εγώ τότε. Να θυμάται τον γάμο της σαν καβγά.
Η Άννα έπιασε το χέρι της.
— Θα θυμάμαι ότι σε άφησα μόνη έξω, αν δεν κάνω τίποτα.
Ο Μάριος εμφανίστηκε ξανά.
— Κύριε Λεωνίδα;
Όλοι γύρισαν.
— Τι;
— Βρήκαμε κάτι.
Η Άννα σηκώθηκε.
— Τον φάκελο;
Ο νεαρός κούνησε το κεφάλι.
— Όχι. Αλλά βρήκαμε το συρτάρι ανοιχτό. Και το κλειδί ήταν ακόμα πάνω στην πόρτα.
Ο Λεωνίδας έγινε κόκκινος.
— Ποιος άφησε το κλειδί;
Ο Μάριος απάντησε:
— Ο κύριος Στέφανος.
— Ποιος είναι ο Στέφανος; — ρώτησε η Άννα.
Ο Λεωνίδας δεν μίλησε.
Ο Πέτρος τον κοίταξε.
— Ποιος είναι;
— Ο γιος του ιδιοκτήτη.
Η Άννα σταύρωσε τα χέρια.
— Και πού είναι τώρα;
— Μέσα.
— Φέρτε τον.
Ο Λεωνίδας αντέδρασε αμέσως.
— Δεν νομίζω ότι χρειάζεται.
Αυτό ήταν το δεύτερο λάθος του.
— Αν χρειάστηκε να ψάξετε την τσάντα της μητέρας μου, χρειάζεται να μιλήσουμε και με τον άνθρωπο που άφησε ανοιχτό το γραφείο.
Ο Πέτρος συμφώνησε.
Ο Λεωνίδας έφυγε χωρίς να πει τίποτα.
Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε με έναν άντρα γύρω στα τριάντα πέντε.
Ο Στέφανος φορούσε λευκό πουκάμισο χωρίς σακάκι και είχε το βλέμμα ανθρώπου που είχε ήδη καταλάβει ότι η βραδιά του γινόταν περίπλοκη.
— Τι έγινε; — ρώτησε.
Η Άννα του εξήγησε.
Ο Στέφανος κοίταξε τη Δέσποινα.
— Σας έψαξαν;
— Την τσάντα μου.
Ο Στέφανος γύρισε προς τον Λεωνίδα.
— Ποιος έδωσε εντολή;
— Έπρεπε να αντιδράσουμε γρήγορα.
— Δεν σε ρώτησα γιατί. Σε ρώτησα ποιος.
— Εγώ.
Ο Στέφανος πέρασε το χέρι στο πρόσωπό του.
— Έχουμε κάμερα στον διάδρομο.
Η Άννα κοίταξε αμέσως τον Λεωνίδα.
— Υπάρχει κάμερα;
Ο υπεύθυνος δεν απάντησε.
— Υπάρχει κάμερα και παρ’ όλα αυτά ψάξατε τη μητέρα μου;
Ο Στέφανος τον κοίταξε κι αυτός.
— Δεν είδες το βίντεο;
— Δεν είχα πρόσβαση εκείνη τη στιγμή.
— Εγώ είχα.
— Δεν σε έβρισκα.
— Με πήρες;
Ο Λεωνίδας σώπασε.
Ο Στέφανος έβγαλε το κινητό του.
— Πάμε μέσα.
Η Δέσποινα σηκώθηκε.
— Δεν θέλω να μπω.
Η Άννα στάθηκε δίπλα της.
— Τότε δεν μπαίνουμε.
Ο Στέφανος κοίταξε το κινητό του.
— Μπορώ να το δω εδώ.
Συνδέθηκε στο σύστημα ασφαλείας του εστιατορίου.
Το βίντεο δεν είχε ήχο.
Στην οθόνη φαινόταν ο διάδρομος που οδηγούσε στο γραφείο.
Ώρα 21:47.
Μια γυναίκα με μπλε φόρεμα περνούσε.
Δεν ήταν η Δέσποινα.
Ήταν ψηλότερη, με ξανθά μαλλιά.
Μπήκε στο γραφείο.
Βγήκε λιγότερο από ένα λεπτό αργότερα κρατώντας κάτι μικρό κάτω από ένα ανοιχτόχρωμο σάλι.
Η Άννα κοίταξε προσεκτικά.
Το πρόσωπο της γυναίκας φάνηκε για δύο δευτερόλεπτα.
Ο Πέτρος είπε πρώτος:
— Θεία Μαρίνα;
Η Άννα πάγωσε.
Η Μαρίνα ήταν αδελφή του πατέρα του Πέτρου.
Καθόταν στο τραπέζι 3.
— Δεν μπορεί — είπε ο Πέτρος.
Ο Στέφανος γύρισε το κινητό προς εκείνον.
— Είναι αυτή;
Ο Πέτρος δεν απάντησε.
Δεν χρειαζόταν.
Η Άννα ένιωσε τη μητέρα της να πιάνει το μπράτσο της.
— Μην πας μέσα έτσι.
— Μαμά…
— Όχι μπροστά σε διακόσιους ανθρώπους.
Η Άννα πήρε βαθιά ανάσα.
Ο θυμός της έλεγε να ανοίξει την πόρτα και να φωνάξει το όνομα της Μαρίνας.
Αλλά η Δέσποινα είχε δίκιο.
Δεν ήθελε εκδίκηση.
Ήθελε αλήθεια.
Ο Πέτρος πήγε μόνος του να φέρει τη θεία του.
Η Μαρίνα εμφανίστηκε χαμογελαστή, μέχρι που είδε τα πρόσωπα όλων.
— Τι έγινε;
Ο Στέφανος της έδειξε το βίντεο.
Το χρώμα έφυγε από το πρόσωπό της.
— Αυτό δεν είναι αυτό που νομίζετε.
— Τι είναι τότε; — ρώτησε ο Πέτρος.
Η Μαρίνα κοίταξε γύρω της.
— Εγώ… πήρα τον φάκελο.
Η Δέσποινα έκλεισε τα μάτια.
Η Άννα όμως ρώτησε:
— Γιατί;
Η Μαρίνα σήκωσε τα χέρια.
— Δεν τον έκλεψα.
— Τότε πού είναι;
— Στην τσάντα μου.
Ο Λεωνίδας ψιθύρισε:
— Θεέ μου.
— Γιατί; — επέμεινε η Άννα.
Η Μαρίνα κοίταξε τον Πέτρο.
— Επειδή ο φάκελος δεν ήταν για το εστιατόριο.
Ο Πέτρος συνοφρυώθηκε.
— Τι λες;
— Ήταν του αδελφού σου.
Η Άννα κοίταξε τον άντρα της.
Ο Πέτρος είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Δημήτρη, που ζούσε στην Κόρινθο.
— Τι σχέση έχει ο Δημήτρης;
Η Μαρίνα άρχισε να κλαίει.
— Μου ζήτησε να του κρατήσω χρήματα. Χρωστάει.
— Σε ποιον;
— Σε ανθρώπους που του δάνεισαν για το μαγαζί.
Ο Πέτρος έμεινε άφωνος.
— Μα το μαγαζί πάει καλά.
— Δεν πάει.
Η Μαρίνα κατέβασε το κεφάλι.
— Είχε βάλει λεφτά από τον πατέρα σου. Χωρίς να του το πει. Και σήμερα έφερε τον φάκελο για να τα επιστρέψει πριν το μάθει κανείς.
Η Άννα δεν πίστευε αυτό που άκουγε.
— Και εσύ τον πήρες;
— Για να μην τον βρει ο πατέρας του.
— Άρα πήρες χρήματα από ένα γραφείο χωρίς άδεια.
— Ναι.
— Και η μητέρα μου κατηγορήθηκε για σένα.
Η Μαρίνα κοίταξε τη Δέσποινα.
— Δεν ήξερα.
Η Δέσποινα απάντησε ήρεμα:
— Τώρα ξέρεις.
Η Μαρίνα πήγε να πει κάτι, αλλά η Άννα την σταμάτησε.
— Όχι εδώ.
Ο Στέφανος πήρε τον φάκελο από την τσάντα της Μαρίνας.
Τα χρήματα ήταν μέσα.
Τέσσερις χιλιάδες διακόσια ευρώ.
Ο Λεωνίδας κοιτούσε το έδαφος.
Η Άννα στράφηκε σε εκείνον.
— Τώρα θέλω κάτι από εσάς.
— Ό,τι θέλετε.
— Όχι δωρεάν γεύματα. Όχι επιστροφές χρημάτων. Όχι μια τυπική συγγνώμη.
Εκείνος περίμενε.
— Θέλω να ζητήσετε συγγνώμη από τη μητέρα μου όπως την κατηγορήσατε. Καθαρά. Χωρίς «παρεξήγηση».
Ο άντρας γύρισε προς τη Δέσποινα.
— Κυρία Δέσποινα, σας φερθήκαμε άδικα. Δεν είχαμε αρκετά στοιχεία και δεν έπρεπε να σας ζητήσουμε να ανοίξετε την τσάντα σας ούτε να σας απομακρύνουμε. Ήταν λάθος μου. Σας ζητώ συγγνώμη.
Η Δέσποινα τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.
— Ευχαριστώ.
Δεν χαμογέλασε.
Δεν ήταν συγχώρεση.
Αλλά ήταν αρκετό.
Η Άννα πίστεψε ότι η ιστορία τελείωσε εκεί.
Δεν είχε τελειώσει.
Μισή ώρα αργότερα, όταν επέστρεψαν στην αίθουσα, ο πατέρας του Πέτρου είχε μάθει ήδη για τον φάκελο.
Ο Δημήτρης είχε εξαφανιστεί από τον γάμο.
Και η οικογένεια του Πέτρου ήταν έτοιμη να εκραγεί.
Ο πεθερός της ήθελε να φύγει.
Η Μαρίνα έκλαιγε.
Ο Πέτρος έψαχνε τον αδελφό του στο τηλέφωνο.
Η Άννα στάθηκε στη μέση όλων και είπε μόνο:
— Όχι σήμερα.
Όλοι την κοίταξαν.
— Τι;
— Ό,τι έχει να λυθεί, θα λυθεί αύριο. Σήμερα δεν θα γίνει καμία οικογενειακή δίκη εδώ μέσα.
Ο πεθερός της πήγε να μιλήσει.
Η Άννα τον σταμάτησε με το βλέμμα.
— Η μητέρα μου κάθισε είκοσι λεπτά μόνη της πίσω από μια κουζίνα επειδή κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ελέγξει πρώτα την αλήθεια. Δεν θα αφήσω τώρα να κάνουμε το ίδιο σε κάποιον άλλο, όσο κι αν έχει φταίξει.
Η Δέσποινα την κοίταξε.
Και τότε, για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, χαμογέλασε πραγματικά.
Η τούρτα κόπηκε σαράντα λεπτά αργότερα.
Όχι όλα τα χαμόγελα στις φωτογραφίες ήταν αληθινά.
Όχι όλες οι οικογένειες είχαν ηρεμήσει.
Αλλά η Άννα κράτησε το χέρι της μητέρας της όταν μπήκαν ξανά στην αίθουσα.
Την επόμενη μέρα έμαθαν ότι ο Δημήτρης είχε πράγματι χρέη. Όχι από τζόγο ή κάποια σκοτεινή ιστορία, όπως φοβήθηκαν αρχικά, αλλά από μια κακή επιχειρηματική συμφωνία που έκρυβε για μήνες από τον πατέρα του.
Τα τέσσερα χιλιάρικα ήταν μόνο ένα μικρό μέρος όσων προσπαθούσε να επιστρέψει.
Η οικογένεια χρειάστηκε μήνες για να το διαχειριστεί.
Η Μαρίνα ζήτησε προσωπικά συγγνώμη από τη Δέσποινα.
Ο Λεωνίδας έστειλε επίσης μια γραπτή απολογία, χωρίς να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του.
Η Δέσποινα δεν κράτησε κανένα χαρτί.
— Δεν τα χρειάζομαι — είπε.
Η Άννα τη ρώτησε αργότερα:
— Μετάνιωσες που σου μίλησα εκείνο το βράδυ; Που δεν το άφησα;
Η μητέρα της σκέφτηκε λίγο.
— Φοβήθηκα ότι θα θυμάσαι τον γάμο σου για το σκάνδαλο.
— Και τελικά;
Η Δέσποινα χαμογέλασε.
— Τελικά θα τον θυμάμαι για κάτι άλλο.
— Τι;
Η μητέρα της άγγιξε το μάγουλό της.
— Ότι η κόρη μου έκανε αυτό που εγώ δεν είχα κάνει ποτέ για τον εαυτό μου.
Η Άννα δεν απάντησε.
Απλώς την αγκάλιασε.
Και πολλά χρόνια αργότερα, όταν έβλεπαν ξανά το άλμπουμ του γάμου, η αγαπημένη φωτογραφία της Δέσποινας δεν ήταν μπροστά στην εκκλησία, ούτε στο πρώτο χορό.
Ήταν μια βιαστική φωτογραφία που είχε τραβήξει μια ξαδέλφη λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Η Άννα και η μητέρα της στέκονταν στην άκρη της πίστας, χέρι με χέρι, και γελούσαν.
Κανείς που έβλεπε τη φωτογραφία δεν μπορούσε να ξέρει τι είχε συμβεί λίγο νωρίτερα πίσω από το εστιατόριο.
Ίσως γι’ αυτό η Δέσποινα την αγαπούσε τόσο.
Γιατί για πρώτη φορά στη ζωή της, εκείνο το χαμόγελο δεν έκρυβε τίποτα.