Η κόρη ανάγκασε τον πατέρα της να αλλάξει τη διαθήκη, απειλώντας πως δεν θα ξανάβλεπε τον εγγονό του. Δεν ήξερε ποιος περίμενε το αγόρι έξω από το σχολείο κάθε Πέμπτη.

by Impress story
138 views

Ο Στέλιος Καραμήτσος κατάλαβε πως η κόρη του δεν αστειευόταν όταν εκείνη ακούμπησε τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στο τραπέζι και είπε ήρεμα:

— Ή υπογράφεις, μπαμπά, ή από αύριο ξεχνάς ότι έχεις εγγονό.

Η φράση ακούστηκε παράταιρη μέσα στη μικρή κουζίνα του διαμερίσματος στη Νέα Σμύρνη. Έξω, ένα μηχανάκι πέρασε με θόρυβο από τη λεωφόρο και από το ανοιχτό παράθυρο ανέβαινε η μυρωδιά από το ψητοπωλείο της γωνίας. Στο τραπέζι υπήρχαν δύο ελληνικοί καφέδες. Ο δικός του είχε κρυώσει.

Η Μαρίνα στεκόταν όρθια απέναντί του, με τα χέρια σταυρωμένα. Στα σαράντα της, ήταν πάντα προσεγμένη, από εκείνες τις γυναίκες που δεν άφηναν ούτε μια τρίχα εκτός θέσης. Εκείνο το απόγευμα όμως δεν είχε έρθει για επίσκεψη.

Μπροστά στον Στέλιο υπήρχε ένας φάκελος από συμβολαιογραφείο.

— Τι ακριβώς θέλεις να υπογράψω; ρώτησε.

— Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις.

— Θέλω να σε ακούσω να το λες.

Η Μαρίνα πήρε ανάσα.

— Το σπίτι εδώ, το εξοχικό στο Λουτράκι και οι καταθέσεις να περάσουν σε μένα. Όχι μετά σε κανέναν άλλο. Όχι με όρους. Καθαρά.

Ο Στέλιος χαμογέλασε χωρίς ίχνος χαράς.

— Σε σένα θα πήγαιναν έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα.

— Τα περισσότερα δεν μου αρκούν.

— Και για ποιο λόγο;

Η κόρη του δεν απάντησε αμέσως. Πήρε το κινητό της από το τραπέζι.

— Γιατί δεν εμπιστεύομαι τις αποφάσεις που παίρνεις τελευταία.

Αυτό τον πείραξε περισσότερο από την απειλή.

Ο Στέλιος ήταν εξήντα οκτώ ετών, χήρος εδώ και έξι χρόνια, πρώην ιδιοκτήτης μικρού καταστήματος ηλεκτρολογικού υλικού στον Νέο Κόσμο. Δεν ήταν πλούσιος με την έννοια που χρησιμοποιούσε η Μαρίνα τη λέξη, αλλά είχε δουλέψει σαράντα χρόνια, είχε πληρώσει τα δάνειά του και είχε κρατήσει στην άκρη αρκετά ώστε να μην εξαρτάται από κανέναν.

Το μοναδικό πράγμα που φοβόταν πως μπορούσε να χάσει ήταν ο εννιάχρονος εγγονός του, ο Πέτρος.

Η Μαρίνα το ήξερε.

— Ο Πέτρος δεν είναι χαρτί για παζάρι, είπε.

— Τότε μην το κάνεις δύσκολο.

— Εσύ το κάνεις.

— Εγώ προστατεύω το παιδί μου.

— Από τον παππού του;

Η Μαρίνα κοίταξε προς το παράθυρο.

— Από ανθρώπους που δεν ξέρω.

Ο Στέλιος σήκωσε αργά τα μάτια.

Εκεί βρισκόταν η πραγματική αιτία.

Τρεις εβδομάδες νωρίτερα, η Μαρίνα είχε βρει στο αυτοκίνητο του πατέρα της μια δεύτερη τσάντα με παιδικά βιβλία, ένα κουτί μπισκότα και μια μπλε ζακέτα που δεν ανήκε στον Πέτρο.

Δεν είχε πει τίποτα τότε.

Μετά άρχισε να τον παρακολουθεί με ερωτήσεις.

Πού πήγες;

Με ποιον ήσουν;

Γιατί δεν απάντησες στο τηλέφωνο;

Γιατί κάθε Πέμπτη λείπεις ακριβώς στις δύο και μισή;

Ο Στέλιος απέφευγε τις απαντήσεις.

Και όσο εκείνος απέφευγε, τόσο εκείνη γινόταν βέβαιη ότι υπήρχε κάποιος άλλος.

Ίσως γυναίκα.

Ίσως οικογένεια.

Ίσως κάποιο παιδί.

Και η Μαρίνα δεν άντεχε την ιδέα ότι η περιουσία του πατέρα της μπορεί μια μέρα να μοιραζόταν με κάποιον άγνωστο.

— Θα το πάρω μαζί μου, είπε ο Στέλιος και έσπρωξε τον φάκελο στην άκρη.

— Όχι. Θα πάμε αύριο στη συμβολαιογράφο.

— Δεν είπα ότι θα υπογράψω.

Η Μαρίνα φόρεσε την τσάντα της στον ώμο.

— Τότε μην έρθεις το Σάββατο να πάρεις τον Πέτρο.

Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα.

— Μαρίνα.

— Το εννοώ.

— Έχεις χάσει το μυαλό σου.

— Όχι. Απλώς έμαθα να μην αφήνω πράγματα στην τύχη.

Έφυγε και έκλεισε την πόρτα τόσο ήσυχα, που αυτό ήταν πιο τρομακτικό από ένα δυνατό χτύπημα.

Ο Στέλιος έμεινε για ώρα όρθιος.

Ύστερα πήγε στο παλιό ξύλινο γραφείο της γυναίκας του, άνοιξε το κάτω συρτάρι και έβγαλε μια φωτογραφία.

Στη φωτογραφία ήταν δύο γυναίκες γύρω στα είκοσι πέντε.

Η μία ήταν η αείμνηστη σύζυγός του, η Άννα.

Η άλλη κρατούσε ένα μωρό.

Στο πίσω μέρος υπήρχε γραμμένο με ξεθωριασμένο στυλό:

«Αύγουστος 1994 — ό,τι κι αν γίνει, να μη χαθούμε ξανά».

Την επόμενη ημέρα ο Στέλιος πήγε στο συμβολαιογραφείο.

Υπέγραψε.

Η Μαρίνα βγήκε από το γραφείο σχεδόν χαμογελαστή.

Δεν πρόσεξε ότι ο πατέρας της είχε μείνει μέσα άλλα είκοσι λεπτά μετά την αποχώρησή της.

Ούτε ήξερε ότι πριν υπογράψει, είχε ζητήσει από τη συμβολαιογράφο να ετοιμάσει και δεύτερο έγγραφο.

Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Στέλιος δεν είδε τον Πέτρο.

Η Μαρίνα έβρισκε δικαιολογίες.

Είχε προπόνηση.

Είχε γενέθλια συμμαθητή.

Είχε διάβασμα.

Το παιδί κρύωσε.

Ο Στέλιος δεν την πίεσε.

Μόνο κάθε Πέμπτη, λίγο μετά τις δύο, έπαιρνε το αυτοκίνητο και κατευθυνόταν προς τον Άγιο Δημήτριο.

Στάθμευε δύο στενά από ένα δημοτικό σχολείο.

Έβγαινε.

Και περίμενε.

Η πρώτη που τον έβλεπε πάντα ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε, με σκούρα μαλλιά και κουρασμένο πρόσωπο.

Τη λέγανε Ειρήνη.

— Πάλι νωρίς ήρθες, κύριε Στέλιο.

— Πάντα νωρίς έρχομαι.

— Θα βγει σε δέκα λεπτά.

Ο Στέλιος χαμογελούσε.

Και πράγματι, λίγο αργότερα, από την αυλόπορτα ξεπρόβαλε ένα αγόρι με σακίδιο στην πλάτη.

Όχι ο Πέτρος.

Ήταν λίγο μεγαλύτερος, έντεκα ετών, με λεπτό πρόσωπο και μάτια που έμοιαζαν τρομακτικά πολύ με της Μαρίνας όταν ήταν μικρή.

Το παιδί έτρεξε πάνω του.

— Παππού Στέλιο!

Ο Στέλιος άνοιξε τα χέρια του.

Η Ειρήνη κοίταξε αλλού.

Κάθε Πέμπτη συνέβαινε το ίδιο.

Έτρωγαν τυρόπιτα σε ένα μικρό φούρνο, πήγαιναν μια βόλτα στο πάρκο ή κάθονταν σε μια καφετέρια όσο το παιδί έλυνε μαθηματικά.

Το αγόρι λεγόταν Μάριος.

Και εδώ και δύο χρόνια πίστευε ότι ο Στέλιος ήταν απλώς ένας παλιός φίλος της γιαγιάς του που είχε γίνει για εκείνον κάτι σαν παππούς.

Δεν ήξερε τίποτα περισσότερο.

📖 Όσα κρύβονταν πίσω από αυτές τις Πέμπτες αλλάζουν όλη την ιστορία — η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Η Μαρίνα άρχισε να υποψιάζεται όταν ο Πέτρος έκανε μια αθώα ερώτηση.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι. Έτρωγαν στο σπίτι της κοτόπουλο με πατάτες και ο μικρός ξαφνικά είπε:

— Μαμά, ποιος είναι ο Μάριος;

Το πιρούνι της Μαρίνας σταμάτησε στον αέρα.

— Ποιος Μάριος;

— Ένα παιδί που ξέρει ο παππούς.

— Πού το άκουσες αυτό;

— Την τελευταία φορά που ήμουν μαζί του, τον πήρε τηλέφωνο. Του είπε «τα λέμε την Πέμπτη».

Η Μαρίνα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

— Και τι άλλο είπε;

— Τίποτα.

Εκείνο το βράδυ κάλεσε τον πατέρα της.

— Ποιος είναι ο Μάριος;

Σιωπή.

— Πού άκουσες αυτό το όνομα;

— Δεν έχει σημασία.

— Έχει.

— Έχεις άλλο εγγόνι;

Ο Στέλιος δεν απάντησε.

Η Μαρίνα σηκώθηκε από τον καναπέ.

— Σε ρώτησα αν έχεις άλλο εγγόνι.

— Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.

— Τότε με ποιον τρόπο;

— Θα σου εξηγήσω όταν είσαι έτοιμη να ακούσεις χωρίς να φωνάζεις.

— Δεν θέλω εξηγήσεις. Θέλω να ξέρω αν κάποιος ετοιμάζεται να διεκδικήσει πράγματα που ανήκουν στην οικογένειά μας.

Τότε ο Στέλιος γέλασε πικρά.

— Αυτό φοβάσαι;

— Ναι.

— Όχι μήπως υπάρχει άνθρωπος που έπρεπε να γνωρίζεις;

— Μην αρχίζεις τα αινίγματα.

— Καληνύχτα, Μαρίνα.

Της έκλεισε το τηλέφωνο.

Την επόμενη Πέμπτη εκείνη τον ακολούθησε.

Δεν ήταν δύσκολο. Ο Στέλιος οδηγούσε αργά και δεν φαινόταν να υποψιάζεται τίποτα.

Η Μαρίνα πάρκαρε μακριά.

Τον είδε να στέκεται έξω από το σχολείο.

Είδε την Ειρήνη.

Μετά είδε τον Μάριο να τρέχει στον πατέρα της και να τον αγκαλιάζει.

Η Μαρίνα ένιωσε το πρόσωπό της να καίει.

Έβγαλε το κινητό και τράβηξε φωτογραφία.

Για εκείνη, όλα εξηγήθηκαν σε ένα δευτερόλεπτο.

Ο πατέρας της είχε κρυφή οικογένεια.

Ή τουλάχιστον ένα κρυφό παιδί στη ζωή του.

Περίμενε ως το βράδυ.

Έπειτα πήγε σπίτι του χωρίς να τηλεφωνήσει.

Μπήκε κρατώντας το κινητό στο χέρι.

— Ποιος είναι;

Ο Στέλιος κοίταξε τη φωτογραφία.

Δεν αρνήθηκε τίποτα.

— Μάριος.

— Αυτό το ξέρω.

— Τότε γιατί ρωτάς;

— Τι είναι για σένα;

Ο πατέρας της κάθισε.

— Κάτσε κι εσύ.

— Όχι.

— Κάτσε, Μαρίνα.

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η φωνή του ήταν τόσο αυστηρή που εκείνη υπάκουσε.

Ο Στέλιος έβγαλε από το συρτάρι τη φωτογραφία του 1994.

Της την έδωσε.

Η Μαρίνα κοίταξε τη μητέρα της.

Ύστερα την άλλη γυναίκα.

— Ποια είναι;

— Η Δέσποινα.

— Δεν την ξέρω.

— Την ήξερες.

Η Μαρίνα σήκωσε τα μάτια.

— Τι εννοείς;

Ο Στέλιος σταύρωσε τα χέρια του.

— Ήταν η καλύτερη φίλη της μητέρας σου. Μέχρι που συνέβη κάτι που κανείς μας δεν χειρίστηκε σωστά.

Η Δέσποινα είχε μείνει έγκυος στα είκοσι δύο.

Ο πατέρας του παιδιού εξαφανίστηκε πριν γεννηθεί.

Η οικογένειά της, αυστηρή και μικροαστική, την πίεσε να δώσει το μωρό για υιοθεσία.

Η Άννα προσπάθησε να τη βοηθήσει.

Για μήνες την έκρυβε, της πήγαινε φαγητό, τη συνόδευε σε γιατρούς.

Τελικά η Δέσποινα κράτησε το παιδί.

Μια κόρη.

Τη Σοφία.

— Και τι σχέση έχει αυτό με μένα; ρώτησε η Μαρίνα.

— Η Σοφία μεγάλωσε μαζί σου τα πρώτα χρόνια.

Η Μαρίνα συνοφρυώθηκε.

Κάτι άρχισε να αναδύεται από τη μνήμη της.

Μια μικρή αυλή.

Δύο κορίτσια με πλαστικές κούκλες.

Ένα καλοκαίρι.

Μετά τίποτα.

— Γιατί σταματήσαμε να τις βλέπουμε;

Ο Στέλιος κοίταξε κάτω.

— Γιατί η μητέρα σου και η Δέσποινα τσακώθηκαν.

— Για ποιο πράγμα;

— Για λεφτά.

Η λέξη έπεσε βαριά.

Η Δέσποινα είχε ζητήσει βοήθεια για να κρατήσει το μικρό της διαμέρισμα. Η Άννα ήθελε να της δώσει χρήματα. Ο Στέλιος τότε είχε μόλις ανοίξει το μαγαζί και φοβόταν ότι δεν θα τα κατάφερναν.

Είπε όχι.

Η Άννα τον άκουσε.

Η Δέσποινα το πήρε σαν προδοσία.

Οι οικογένειες χάθηκαν.

Χρόνια μετά, όταν η Άννα αρρώστησε, προσπάθησε να τη βρει.

Τότε έμαθαν ότι η Σοφία είχε ήδη πεθάνει σε τροχαίο.

Άφηνε πίσω ένα παιδί πέντε ετών.

Τον Μάριο.

Η Μαρίνα κοίταξε τον πατέρα της σαν να προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν η παγίδα.

— Δηλαδή αυτό το παιδί δεν έχει καμία συγγένεια μαζί μας.

— Εξ αίματος, όχι.

— Τότε γιατί τον λες εγγονό;

— Δεν τον λέω εγγονό.

— Εκείνος σε φώναξε παππού.

— Δεν του το ζήτησα ποτέ.

— Και του δίνεις χρήματα;

Ο Στέλιος δεν απάντησε.

— Του δίνεις;

— Πληρώνω αγγλικά και κάποια έξοδα του σχολείου.

Η Μαρίνα πετάχτηκε όρθια.

— Το ήξερα!

Ο πατέρας της την κοίταξε απογοητευμένος.

— Αυτό άκουσες από όλα όσα σου είπα;

— Πόσα λεφτά έχεις δώσει;

— Δεν έχει σημασία.

— Για μένα έχει.

— Δεν είναι δικά σου λεφτά.

Η Μαρίνα πάγωσε.

— Θα γίνουν.

Ο Στέλιος σηκώθηκε κι εκείνος.

— Να γιατί ήθελες τη διαθήκη.

— Ήθελα να προστατεύσω τον Πέτρο.

— Όχι. Ήθελες να προστατεύσεις ό,τι θεωρείς ότι σου ανήκει.

Η Μαρίνα πήρε την τσάντα της.

— Εντάξει. Από σήμερα δεν ξαναβλέπεις τον Πέτρο.

— Αν το κάνεις, θα του πεις τουλάχιστον την αλήθεια;

— Ποια αλήθεια;

— Ότι ο παππούς του τιμωρείται επειδή βοηθά ένα παιδί που δεν έχει κανέναν;

Η Μαρίνα έφυγε χωρίς να απαντήσει.

Για σχεδόν έναν μήνα κράτησε την υπόσχεσή της.

Ο Πέτρος τηλεφωνούσε κρυφά στον παππού του από το τάμπλετ.

— Γιατί δεν έρχεσαι;

— Η μαμά σου έχει πολλές δουλειές.

— Είστε μαλωμένοι;

— Λίγο.

— Για μένα;

— Ποτέ για σένα.

Το πρόβλημα ήταν ότι τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα νομίζουν οι μεγάλοι.

Μια μέρα ο Πέτρος ρώτησε:

— Ο Μάριος είναι φίλος σου;

— Ναι.

— Τον αγαπάς;

Ο Στέλιος σώπασε.

— Ναι, είπε τελικά.

— Όπως εμένα;

— Διαφορετικά.

— Η μαμά θυμώνει γι’ αυτό;

Ο Στέλιος δεν πρόλαβε να απαντήσει.

Η κλήση έκλεισε.

Δύο μέρες αργότερα, η Μαρίνα βρήκε στο γραμματοκιβώτιό της έναν φάκελο.

Δεν είχε αποστολέα.

Μέσα υπήρχε ένα φωτοαντίγραφο παλιού γράμματος.

Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν της μητέρας της.

«Στέλιο, αν πάθω κάτι πριν προλάβω να διορθώσω όσα έκανα, θέλω να μου υποσχεθείς ότι δεν θα αφήσεις το παιδί της Σοφίας μόνο. Δεν φταίει εκείνο για τον εγωισμό των μεγάλων.»

Η Μαρίνα διάβασε τη φράση τρεις φορές.

Στο κάτω μέρος υπήρχε ημερομηνία.

Δύο μήνες πριν πεθάνει η μητέρα της.

Για πρώτη φορά κάτι ράγισε μέσα της.

Όχι αρκετά.

Τηλεφώνησε αμέσως στον πατέρα της.

— Εσύ το έστειλες;

— Όχι.

— Τότε ποιος;

— Ίσως η Ειρήνη. Της είχα δώσει αντίγραφο όταν βρήκα τον Μάριο.

— Γιατί;

— Για να ξέρει γιατί ήθελα να βοηθώ.

— Εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις το πρόβλημα.

— Όχι, Μαρίνα. Εσύ δεν το καταλαβαίνεις.

Μια εβδομάδα αργότερα, ο Στέλιος ένιωσε έναν δυνατό πόνο στο στήθος ενώ κατέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας.

Δεν έπαθε έμφραγμα, όπως φοβήθηκαν.

Ήταν σοβαρή αρρυθμία και οι γιατροί τον κράτησαν στο νοσοκομείο για παρακολούθηση.

Η Μαρίνα έφτασε στον Ευαγγελισμό πανικόβλητη.

Στο διάδρομο είδε την Ειρήνη.

Δίπλα της στεκόταν ο Μάριος.

Το αγόρι κρατούσε μια πλαστική σακούλα με χυμό και μπισκότα.

Η Μαρίνα σταμάτησε απότομα.

— Τι κάνετε εδώ;

Η Ειρήνη δεν υποχώρησε.

— Ήθελε να τον δει.

— Δεν είναι οικογένειά του.

Ο Μάριος κατέβασε τα μάτια.

Η Ειρήνη κοκκίνισε.

— Μαρίνα, φτάνει.

— Εσύ μην ανακατεύεσαι.

Τότε ο Μάριος μίλησε.

— Εγώ του τηλεφώνησα όταν δεν ήρθε την Πέμπτη.

Η Μαρίνα κοίταξε το παιδί.

— Και;

— Δεν απαντούσε. Πήγα στο σπίτι του.

— Μόνος σου;

— Ναι.

— Πώς ήξερες πού μένει;

— Με είχε πάει μία φορά να πάρω ένα βιβλίο.

Η Μαρίνα ένιωσε κάτι περίεργο.

— Και τι έγινε;

— Τον βρήκα στις σκάλες.

Σιωπή.

Η Ειρήνη συμπλήρωσε:

— Ο Μάριος κάλεσε το 166.

Η Μαρίνα κοίταξε το παιδί ξανά.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσε να μιλήσει.

Ο γιος της, ο Πέτρος, ήταν εκείνη την ώρα σε μάθημα ποδοσφαίρου.

Η ίδια ήταν σε επαγγελματικό ραντεβού.

Και ο άνθρωπος που είχε σώσει τον πατέρα της ήταν το παιδί από το οποίο τόσο φοβόταν ότι θα της πάρει κάτι.

Όταν ο Στέλιος πήρε εξιτήριο, ζήτησε να μαζευτούν όλοι σπίτι του.

Η Μαρίνα πήγε με τον Πέτρο.

Η Ειρήνη ήρθε με τον Μάριο.

Πάνω στο τραπέζι υπήρχε πάλι ένας φάκελος συμβολαιογραφείου.

Η Μαρίνα τον κοίταξε και χλόμιασε.

— Τι είναι αυτό;

— Η πραγματική μου διαθήκη, είπε ο Στέλιος.

— Μα υπέγραψες εκείνη που ετοίμασα.

— Υπέγραψα ότι την έλαβα και ότι ενημερώθηκα. Δεν την κατέθεσα ποτέ ως τελευταία μου βούληση.

Η Μαρίνα έμεινε άφωνη.

— Με κορόιδεψες;

— Ήθελα να δω μέχρι πού θα φτάσεις.

Ο Πέτρος κοιτούσε μια τον έναν και μια τον άλλον.

Ο Στέλιος έβγαλε δύο αντίγραφα.

— Το διαμέρισμα θα πάει στον Πέτρο όταν γίνει είκοσι πέντε. Μέχρι τότε δεν μπορεί να πουληθεί από κανέναν. Το εξοχικό θα το πάρεις εσύ, Μαρίνα.

Η κόρη του κατάπιε.

— Και τα χρήματα;

Ο Στέλιος κοίταξε τον Μάριο.

— Ένα μέρος θα πάει για τις σπουδές του Πέτρου. Ένα μικρότερο μέρος σε εκπαιδευτικό λογαριασμό για τον Μάριο.

Η Μαρίνα έκλεισε τα μάτια.

— Το ήξερα.

— Όχι. Δεν ήξερες τίποτα.

Ο Στέλιος έσπρωξε μπροστά της ένα τρίτο χαρτί.

— Αυτό είναι το σημαντικό.

Ήταν μια δήλωση της Άννας, γραμμένη χρόνια πριν, όχι για χρήματα.

Η Μαρίνα διάβασε.

Και όσο διάβαζε, το πρόσωπό της άλλαζε.

Η μητέρα της αποκάλυπτε ότι όταν η Μαρίνα ήταν οκτώ ετών, είχε περάσει σχεδόν έναν χρόνο με σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Η Δέσποινα, η γυναίκα που αργότερα εξαφανίστηκε από τη ζωή τους μετά τον καβγά, ήταν εκείνη που τη φρόντιζε σχεδόν καθημερινά όσο η Άννα δούλευε και ο Στέλιος κρατούσε το μαγαζί.

Η Σοφία, τότε μικρό παιδί κι εκείνη, μοιραζόταν μαζί της το δωμάτιο, τα παιχνίδια και κάθε απόγευμα.

Η Μαρίνα δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα.

Αλλά υπήρχε μια τελευταία παράγραφος.

«Αν η κόρη μας μεγαλώσει και κάποτε πιστέψει ότι όλη η οικογένεια μετριέται με ονόματα στα συμβόλαια, πες της ότι ένα διάστημα της ζωής της το χρωστάμε σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία συγγένεια μαζί μας.»

Η Μαρίνα άφησε το χαρτί στο τραπέζι.

Ο Πέτρος, που είχε βαρεθεί τις κουβέντες των μεγάλων, πλησίασε τον Μάριο.

— Θες να δεις το PlayStation;

Ο Μάριος κοίταξε την Ειρήνη.

Εκείνη έγνεψε.

Τα δύο παιδιά έφυγαν προς το δωμάτιο.

Η Μαρίνα έμεινε απέναντι από τον πατέρα της.

— Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;

— Γιατί πριν λίγο καιρό δεν θα άκουγες.

— Και τώρα;

Ο Στέλιος χαμογέλασε αδύναμα.

— Τώρα δεν ξέρω. Αυτό είναι δική σου απόφαση.

Η Μαρίνα κοίταξε προς το διάδρομο, απ’ όπου ακούγονταν οι φωνές των δύο αγοριών.

— Θα αλλάξεις πάλι τη διαθήκη αν σου το ζητήσω;

Ο Στέλιος γέλασε.

— Επιτέλους μια σωστή ερώτηση.

— Και ποια είναι η απάντηση;

— Όχι.

Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες, χαμογέλασε και η Μαρίνα.

Όχι επειδή συμφωνούσε με όλα.

Ούτε επειδή ξαφνικά έπαψε να την ενδιαφέρει η περιουσία.

Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν έτσι μέσα σε ένα απόγευμα.

Αλλά την επόμενη Πέμπτη, στις δύο και μισή, συνέβη κάτι που ο Στέλιος δεν περίμενε.

Όταν έφτασε έξω από το σχολείο του Μάριου, είδε το αυτοκίνητο της Μαρίνας σταματημένο απέναντι.

Η κόρη του στεκόταν στο πεζοδρόμιο με τον Πέτρο δίπλα της.

— Τι κάνετε εδώ; ρώτησε.

Η Μαρίνα σήκωσε τους ώμους.

— Ο Πέτρος ήθελε να γνωρίσει τον φίλο σου.

— Μόνο ο Πέτρος;

Εκείνη δεν απάντησε.

Η πόρτα του σχολείου άνοιξε.

Ο Μάριος βγήκε τρέχοντας, σταμάτησε όταν τους είδε όλους και δίστασε.

Ο Πέτρος σήκωσε το χέρι.

— Ε, Μάριε! Ο παππούς λέει ότι ξέρεις ένα καλό μέρος για τυρόπιτα.

Ο Μάριος χαμογέλασε.

Ο Στέλιος κοίταξε την κόρη του.

Η Μαρίνα απέφυγε το βλέμμα του και είπε μόνο:

— Πάμε; Θα κρυώσουν τα παιδιά.

Και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Πέμπτη δεν ανήκε σε ένα κρυφό κομμάτι της οικογένειας.

Ανήκε σε όλους.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More