Η πεθερά έφερε ένα συμβόλαιο στον γάμο: «Υπόγραψε ότι δεν διεκδικείς το διαμέρισμά μας». Η νύφη διάβασε τη διεύθυνση και ρώτησε: «Από πότε θεωρείτε δικό σας το διαμέρισμα του πατέρα μου;»

by Impress story
148 views

Η Ευγενία δεν κατάλαβε αμέσως γιατί η πεθερά της είχε αφήσει το ποτήρι της σαμπάνιας και στεκόταν μπροστά στο νυφικό τραπέζι με έναν γκρι φάκελο στο χέρι.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο γάμος κυλούσε σχεδόν τέλεια.

Το κτήμα έξω από τη Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτο λευκές ορτανσίες, τα τραπέζια έβλεπαν προς τον Θερμαϊκό και οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν ήδη χαλαρώσει μετά το φαγητό. Ο DJ ετοίμαζε το πρώτο μεγάλο χορευτικό πρόγραμμα, ο πατέρας της νύφης, ο Στέλιος, συζητούσε με δύο παλιούς συναδέλφους του και ο γαμπρός, ο Μάριος, είχε μόλις σκύψει να φιλήσει τη γυναίκα του στον ώμο.

Τότε η Κατερίνα, η μητέρα του, ακούμπησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.

— Πριν συνεχίσουμε τη γιορτή, θέλω να ξεκαθαρίσουμε κάτι.

Η Ευγενία χαμογέλασε αμήχανα.

— Τώρα;

— Τώρα είναι η καλύτερη στιγμή. Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις αργότερα.

Ο Μάριος χλώμιασε.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε η Ευγενία.

Όχι τον φάκελο.

Όχι τα χαρτιά.

Το πρόσωπο του άντρα της.

— Μαμά, είχαμε πει ότι δεν θα το κάνεις σήμερα.

Η Κατερίνα γύρισε προς τον γιο της.

— Εσύ μπορεί να είπες πολλά. Εγώ όμως θέλω να προστατεύσω αυτά για τα οποία δούλεψε η οικογένειά μας.

Γύρω τους οι πιο κοντινοί συγγενείς είχαν αρχίσει να σωπαίνουν.

Η Κατερίνα άνοιξε τον φάκελο και τράβηξε ένα έγγραφο αρκετών σελίδων.

— Είναι μια απλή δήλωση. Τίποτα φοβερό. Η Ευγενία υπογράφει ότι δεν έχει και δεν θα αποκτήσει καμία απαίτηση πάνω στο διαμέρισμα της οικογένειάς μας.

Η νύφη την κοίταξε χωρίς να απλώσει το χέρι.

— Ποιο διαμέρισμα;

— Αυτό στο κέντρο. Εκείνο που έχουμε χρόνια.

Ο Μάριος σηκώθηκε απότομα.

— Μαμά, φτάνει.

Αλλά η Κατερίνα ήδη είχε βγάλει ένα στυλό.

— Αν δεν σε ενδιαφέρουν τα χρήματα, όπως λες, δεν βλέπω γιατί να μη βάλεις μια υπογραφή.

Από το διπλανό τραπέζι ακούστηκε κάποιος να ψιθυρίζει.

Η Ευγενία ένιωσε το πρόσωπό της να καίει.

Δεν ήθελε σκηνή.

Όχι μπροστά στους εκατόν είκοσι καλεσμένους.

Όχι στο δικό της γάμο.

Όμως κάτι στη συμπεριφορά του Μάριου την ανησυχούσε περισσότερο από την προσβολή της Κατερίνας.

Δεν φαινόταν θυμωμένος.

Έμοιαζε φοβισμένος.

Η Ευγενία πήρε τελικά το έγγραφο.

— Εντάξει. Ας δω τι ακριβώς θέλετε να υπογράψω.

Η Κατερίνα σταύρωσε τα χέρια της με ικανοποίηση.

Η Ευγενία διάβασε την πρώτη παράγραφο.

Μετά τη δεύτερη.

Στην τρίτη σταμάτησε.

Ξαναδιάβασε τη διεύθυνση.

Οδός Φιλίππου 38.

Τρίτος όροφος.

Θεσσαλονίκη.

Για μερικά δευτερόλεπτα νόμιζε ότι είχε κάνει λάθος.

Σήκωσε τα μάτια.

Ο πατέρας της, λίγα μέτρα πιο πέρα, είχε ήδη καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε και πλησίαζε.

Η Ευγενία γύρισε το χαρτί προς την Κατερίνα.

— Από πότε θεωρείτε δικό σας το διαμέρισμα του πατέρα μου;

Η μουσική συνέχιζε να παίζει χαμηλά από τα ηχεία.

Κανείς όμως δεν μιλούσε.

Η Κατερίνα δεν απάντησε αμέσως.

— Συγγνώμη;

— Η διεύθυνση εδώ. Φιλίππου 38. Τρίτος όροφος. Αυτό είναι το διαμέρισμα του πατέρα μου.

Ο Στέλιος είχε φτάσει στο τραπέζι.

— Τι έγινε;

Η Ευγενία του έδωσε το χαρτί.

Εκείνος φόρεσε τα γυαλιά του, διάβασε δύο σειρές και το πρόσωπό του σκλήρυνε.

— Πού το βρήκατε αυτό;

Η Κατερίνα έμοιαζε για πρώτη φορά να χάνει την αυτοπεποίθησή της.

— Υπάρχει προφανώς κάποια παρεξήγηση.

— Όχι, είπε ο Στέλιος. Η διεύθυνση είναι συγκεκριμένη.

Ο Μάριος πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά.

— Μπορούμε να το συζητήσουμε κάπου ιδιωτικά;

Η Ευγενία γύρισε προς το μέρος του.

— Εσύ ήξερες;

Ο άντρας της δεν απάντησε.

Και εκείνη τη στιγμή η Ευγενία κατάλαβε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ένα προσβλητικό χαρτί που είχε φέρει η πεθερά της στον γάμο.

Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ότι ο άντρας που μόλις είχε παντρευτεί γνώριζε κάτι που εκείνη αγνοούσε.

📖 Αν νομίζεις ότι αυτό ήταν το χειρότερο, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

Η Ευγενία άφησε την ανθοδέσμη της στην καρέκλα.

— Μάριε, σε ρώτησα κάτι.

Εκείνος κοίταξε πρώτα τη μητέρα του και μετά τον Στέλιο.

— Ήξερα ότι υπήρχε ένα θέμα με το διαμέρισμα.

— Τι θέμα;

— Δεν ήξερα όλες τις λεπτομέρειες.

Ο Στέλιος δίπλωσε προσεκτικά το έγγραφο.

— Εγώ πάντως θέλω να μάθω τις λεπτομέρειες. Τώρα.

Η Κατερίνα πήρε μια βαθιά ανάσα.

— Το διαμέρισμα είχε δοθεί ως εγγύηση.

Ο Στέλιος την κοίταξε σαν να μην είχε ακούσει σωστά.

— Από ποιον;

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Ο Μάριος έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

— Από τον πατέρα μου.

— Τον πατέρα σου; είπε η Ευγενία.

Ο πεθερός της, ο Αντώνης, που μέχρι τότε καθόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας, σηκώθηκε αργά.

Η Κατερίνα του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο θυμό.

— Μην ανακατεύεσαι.

Αλλά ο Αντώνης πλησίασε.

— Αρκετά, Κατερίνα.

Η φωνή του ήταν χαμηλή, σχεδόν κουρασμένη.

— Είκοσι χρόνια αρκετά.

Η Ευγενία ένιωσε ένα ρίγος.

Ο πατέρας της έμεινε ακίνητος.

Ο Αντώνης κοίταξε τον Στέλιο.

— Το 2004 είχαμε μαζί μια μικρή εταιρεία εισαγωγής ανταλλακτικών.

Η Ευγενία γνώριζε ότι ο πατέρας της είχε παλιότερα συνεταίρο.

Ποτέ όμως δεν είχε ακούσει όνομα.

Ο Στέλιος δεν μιλούσε.

Ο Αντώνης συνέχισε.

— Η εταιρεία πήγε άσχημα. Πολύ άσχημα. Είχαμε χρέη. Τότε ο Στέλιος έβαλε προσωρινά το διαμέρισμά του ως εγγύηση για να πάρουμε χρηματοδότηση και να κλείσουμε κάποιες υποχρεώσεις.

Η Ευγενία γύρισε στον πατέρα της.

— Είναι αλήθεια;

Ο Στέλιος έγνεψε.

— Ναι.

— Και γιατί δεν μου το είπες ποτέ;

— Γιατί πίστευα ότι είχε τελειώσει.

Ο Αντώνης χαμογέλασε πικρά.

— Κι εγώ αυτό πίστευα.

Η Κατερίνα χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι.

— Δεν χρειάζεται να ξαναλέμε ιστορίες είκοσι χρόνων.

— Χρειάζεται, είπε ο άντρας της. Ειδικά αφού έφερες αυτό το χαρτί στον γάμο του παιδιού μας.

Ο Στέλιος κοίταξε ξανά τις σελίδες.

— Αυτό εδώ δεν λέει μόνο ότι η κόρη μου παραιτείται από μελλοντική απαίτηση. Λέει ότι αναγνωρίζει πως το ακίνητο ανήκει οικονομικά στην οικογένεια Παπαδημητρίου.

Ο Μάριος άρπαξε το έγγραφο.

— Τι;

Η Κατερίνα προσπάθησε να το πάρει πίσω.

— Δώσ’ το μου.

Ο γιος της έκανε ένα βήμα πίσω.

— Μου είπες ότι ήταν απλώς ένα χαρτί για να προστατεύσουμε την περιουσία μας.

— Αυτό είναι.

— Όχι, δεν είναι.

Η Ευγενία κοιτούσε τον άντρα της και προσπαθούσε να καταλάβει αν έπαιζε θέατρο ή αν πράγματι μόλις αντιλαμβανόταν τι είχε μπροστά του.

Ο Στέλιος έβγαλε το κινητό του.

— Θα πάρω τον δικηγόρο μου.

— Στον γάμο; φώναξε η Κατερίνα.

— Εσύ έφερες συμβόλαιο στον γάμο.

Αυτή τη φορά κάποιος από τους καλεσμένους δεν κατάφερε να κρύψει ένα πικρό γέλιο.

Η Κατερίνα κοκκίνισε.

Η Ευγενία όμως δεν ένιωθε καμία ικανοποίηση.

Όσο περισσότερο μάθαινε, τόσο λιγότερο καταλάβαινε.

Πώς μπορούσε η πεθερά της να πιστεύει ότι είχε οποιοδήποτε δικαίωμα πάνω στο σπίτι του πατέρα της;

Και γιατί ο Μάριος γνώριζε «ότι υπήρχε θέμα»;

Δέκα λεπτά αργότερα οι δύο οικογένειες είχαν μεταφερθεί σε ένα μικρό γραφείο του κτήματος.

Η μουσική έξω είχε ξαναδυναμώσει, έπειτα από παράκληση της Ευγενίας προς τον υπεύθυνο.

Δεν ήθελε εκατό άνθρωποι να περιμένουν σιωπηλοί μέχρι να μάθουν αν ο γάμος θα διαλυόταν πριν κοπεί η τούρτα.

Ο δικηγόρος του πατέρα της, ο κύριος Δεληγιάννης, απάντησε με βιντεοκλήση.

Ο Στέλιος του έδειξε τις σελίδες.

Ο άντρας στην οθόνη ζήτησε να πλησιάσει περισσότερο η κάμερα.

Διάβασε.

Μετά είπε:

— Μην υπογράψει τίποτα.

Η Κατερίνα γέλασε νευρικά.

— Λες και θα της παίρναμε το σπίτι.

Ο δικηγόρος την άκουσε.

— Κυρία μου, αυτό το κείμενο δεν είναι μια απλή παραίτηση. Περιέχει αναγνώριση οφειλής και έμμεση αποδοχή εμπράγματου συμφέροντος τρίτου. Ποιος το συνέταξε;

Κανείς δεν μίλησε.

Ο Μάριος κοίταξε τη μητέρα του.

— Ποιος το έφτιαξε;

— Ένας γνωστός.

— Ποιος;

Η Κατερίνα σηκώθηκε.

— Δεν θα με ανακρίνετε όλοι εδώ μέσα.

Ο Αντώνης την κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.

— Ο Λεωνίδας;

Η γυναίκα πάγωσε.

Ο Στέλιος ανασήκωσε το κεφάλι.

— Ποιος είναι ο Λεωνίδας;

Ο Αντώνης κάθισε.

— Ο λογιστής που είχε τότε η εταιρεία μας.

Ο Στέλιος άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν βγήκε λέξη.

Η Ευγενία ένιωσε πως κάθε νέα απάντηση άνοιγε άλλη μία πόρτα.

Ο Αντώνης έτριψε το μέτωπό του.

— Όταν κλείσαμε την εταιρεία, θεωρούσα ότι είχαν εξοφληθεί όλα. Ο Λεωνίδας είχε αναλάβει τα τελευταία έγγραφα. Χρόνια αργότερα η Κατερίνα βρήκε κάποια παλιά αντίγραφα στο σπίτι.

— Και; ρώτησε ο Μάριος.

— Και έπεισε τον εαυτό της ότι επειδή η δική μας πλευρά είχε πληρώσει μεγαλύτερο μέρος ενός παλιού δανείου, είχαμε δικαίωμα πάνω στο διαμέρισμα του Στέλιου.

Η Κατερίνα πετάχτηκε.

— Δεν «έπεισα τον εαυτό μου». Υπάρχουν αποδείξεις.

— Υπάρχουν πρόχειρες σημειώσεις ενός λογιστή, είπε ο Αντώνης. Τίποτα περισσότερο.

Ο Στέλιος χαμήλωσε τη φωνή.

— Γιατί δεν μου μίλησες ποτέ;

Ο Αντώνης τον κοίταξε.

— Γιατί ντρεπόμουν.

— Για ποιο πράγμα;

Εδώ ο Αντώνης σταμάτησε.

Και η Ευγενία κατάλαβε ότι έφταναν επιτέλους στο σημείο που όλοι απέφευγαν.

Ο πεθερός της είπε:

— Γιατί ένα μέρος εκείνων των χρημάτων δεν πήγε ποτέ στην εταιρεία.

Η Κατερίνα γύρισε απότομα.

— Αντώνη.

— Όχι. Θα το ακούσουν.

Κοίταξε τον Στέλιο.

— Εγώ τα πήρα.

Η Ευγενία έμεινε ακίνητη.

— Τι εννοείς;

— Τότε είχα χρέη που κανείς δεν γνώριζε. Προσωπικά χρέη. Κακές επενδύσεις, κάρτες, ένα δάνειο που είχα κρύψει. Όταν μπήκε το διαμέρισμα του πατέρα σου ως εγγύηση, χρησιμοποίησα ένα μέρος της χρηματοδότησης για να τα κλείσω.

Ο Στέλιος είχε χάσει το χρώμα του.

— Πόσα;

Ο Αντώνης είπε το ποσό.

Είκοσι οκτώ χιλιάδες ευρώ.

Σε χρήματα του 2004.

Ο Στέλιος έπιασε την καρέκλα και κάθισε.

— Κι εγώ πλήρωνα δόσεις για χρόνια πιστεύοντας ότι κάλυπτα τη ζημιά της εταιρείας.

— Το ξέρω.

— Ήξερες ότι πούλησα το εξοχικό των γονιών μου για να κλείσω εκείνο το δάνειο;

Ο Αντώνης κατέβασε το βλέμμα.

— Το έμαθα αργότερα.

Ο Μάριος κοίταξε τον πατέρα του σαν να έβλεπε ξένο.

Η Κατερίνα όμως φαινόταν περισσότερο θυμωμένη παρά σοκαρισμένη.

Η Ευγενία το πρόσεξε.

— Εσείς το ξέρατε.

Η Κατερίνα δεν απάντησε.

— Το ξέρατε, επανέλαβε η Ευγενία.

Ο Αντώνης έκλεισε τα μάτια.

— Της το είπα πριν από επτά χρόνια.

Η Ευγενία γύρισε αργά προς την πεθερά της.

— Άρα γνωρίζατε ότι η οικογένειά σας χρωστούσε στον πατέρα μου και παρ’ όλα αυτά ήρθατε σήμερα να με κάνετε να υπογράψω ότι το σπίτι του ανήκει σε εσάς;

— Δεν είναι τόσο απλό.

— Τι ακριβώς είναι περίπλοκο;

Η Κατερίνα έσφιξε τα χείλη.

— Ο Αντώνης έκανε λάθη. Αλλά στη συνέχεια εμείς πληρώσαμε πολλά χρήματα για να σωθεί η εταιρεία.

Ο Στέλιος γέλασε για πρώτη φορά.

Όχι από χαρά.

— Η εταιρεία δεν σώθηκε. Έκλεισε.

Η γυναίκα σιώπησε.

Ο Μάριος πήρε το έγγραφο και το έσκισε στη μέση.

Η μητέρα του φώναξε:

— Τι κάνεις;

Εκείνος το έσκισε ξανά.

— Αυτό που έπρεπε να είχα κάνει πριν από δύο εβδομάδες.

Η Ευγενία τον κοίταξε.

— Πριν από δύο εβδομάδες;

Η αίθουσα πάγωσε ξανά.

Ο Μάριος κατάλαβε αμέσως ότι είχε πει περισσότερα απ’ όσα ήθελε.

— Ευγενία…

— Τι έγινε πριν από δύο εβδομάδες;

— Η μητέρα μου μού είχε δείξει μια άλλη εκδοχή.

— Και δεν μου είπες τίποτα;

— Ήταν διαφορετική. Έγραφε μόνο ότι δεν θα διεκδικούσες δικό της ακίνητο σε περίπτωση διαζυγίου.

— Και σου φάνηκε φυσιολογικό να το κρύψεις μέχρι μετά τον γάμο;

— Όχι. Μου φάνηκε ντροπιαστικό. Τσακωθήκαμε. Της είπα ότι δεν πρόκειται να στο ζητήσω.

Η Ευγενία ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν, όχι τόσο από θυμό όσο από απογοήτευση.

— Αλλά δεν μου το είπες.

— Φοβήθηκα ότι θα γινόταν ακριβώς αυτό που γίνεται τώρα.

— Αυτό γίνεται τώρα επειδή δεν μου το είπες.

Ο Μάριος χαμήλωσε το κεφάλι.

Κανείς δεν τον υπερασπίστηκε.

Έξω ακούστηκε το τραγούδι που είχαν διαλέξει για τον πρώτο τους χορό.

Η ειρωνεία ήταν τόσο μεγάλη που η Ευγενία σχεδόν γέλασε.

Σηκώθηκε.

— Θέλω πέντε λεπτά μόνη μου.

Βγήκε στον κήπο πίσω από την αίθουσα.

Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί και τα φωτάκια ανάμεσα στα δέντρα είχαν ανάψει.

Άκουσε πίσω της βήματα.

Ήταν ο πατέρας της.

— Μπαμπά, γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα γι’ αυτή την ιστορία;

Ο Στέλιος στάθηκε δίπλα της.

— Επειδή όταν γνώρισες τον Μάριο δεν ήξερα ότι ήταν γιος του Αντώνη.

Η Ευγενία τον κοίταξε έκπληκτη.

— Τι;

— Τον Αντώνη τον είχα χάσει από τη ζωή μου για σχεδόν είκοσι χρόνια. Όταν έμαθα το επίθετο του Μάριου, το σκέφτηκα. Αλλά είναι συνηθισμένο επίθετο. Και όταν γνώρισα τους γονείς του…

— Τον αναγνώρισες.

— Αμέσως.

— Και δεν είπες τίποτα;

Ο πατέρας της χαμογέλασε λυπημένα.

— Τι να σου έλεγα; Ότι ο πατέρας του άντρα που αγαπάς ήταν κάποτε συνεταίρος μου και πιθανότατα με είχε καταστρέψει οικονομικά; Δεν είχα αποδείξεις για όλα. Και ο Μάριος δεν είχε καμία ευθύνη.

— Ούτε εγώ είχα. Παρ’ όλα αυτά σήμερα με έβαλαν στο κέντρο αυτού.

Ο Στέλιος άγγιξε τον ώμο της.

— Έχεις δίκιο.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

Ύστερα εκείνος έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα μικρό κλειδί.

— Αυτό ήθελα να σου δώσω αύριο.

Η Ευγενία το κοίταξε.

— Τι είναι;

— Το κλειδί του διαμερίσματος στη Φιλίππου.

— Γιατί;

— Γιατί πριν από τρεις μήνες το έγραψα στο όνομά σου.

Η Ευγενία νόμιζε ότι δεν άκουσε σωστά.

— Τι έκανες;

— Δεν είναι πια δικό μου. Είναι δικό σου.

Τότε κατάλαβε γιατί η Κατερίνα είχε βιαστεί τόσο πολύ να πάρει υπογραφή.

Κάποιος είχε μάθει για τη μεταβίβαση.

Και προσπάθησε, πριν ενημερωθεί επίσημα η Ευγενία, να δημιουργήσει ένα χαρτί που θα μπορούσε αργότερα να χρησιμοποιηθεί εναντίον της.

— Ποιος ήξερε;

— Ο συμβολαιογράφος, ο δικηγόρος μου κι εγώ.

— Και η Κατερίνα;

— Δεν ξέρω.

Όταν επέστρεψαν στο γραφείο, ο κύριος Δεληγιάννης ήταν ακόμη στη βιντεοκλήση.

Ο Στέλιος τον ρώτησε:

— Ποιος είχε ζητήσει αντίγραφο της παλιάς υπόθεσης πριν από έναν μήνα;

Ο δικηγόρος κοίταξε τις σημειώσεις του.

— Ένας λογιστής. Λεωνίδας Μανιάτης.

Η Κατερίνα κάθισε.

Για πρώτη φορά δεν είχε τίποτα να πει.

Ο Αντώνης την κοίταξε με αηδία.

— Τον βρήκες.

Εκείνη ψιθύρισε:

— Ήθελα απλώς να ξέρω τι είχε γίνει.

— Όχι, είπε ο Στέλιος. Ήθελες να ξέρεις πώς θα πάρεις κάτι που δεν ήταν ποτέ δικό σου.

Η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.

Όμως η Ευγενία δεν ένιωσε θρίαμβο.

Το μόνο που ένιωθε ήταν κούραση.

Γύρισε στον Μάριο.

— Μπορείς να μου πεις κάτι χωρίς να το κρύψεις, χωρίς να με προστατέψεις και χωρίς να κοιτάξεις πρώτα τη μητέρα σου;

Εκείνος την κοίταξε στα μάτια.

— Ναι.

— Αν δεν είχε γίνει αυτή η σκηνή σήμερα, θα μου έλεγες ποτέ για το πρώτο χαρτί;

Ο Μάριος έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα.

Και τελικά είπε:

— Δεν ξέρω.

Ήταν η πρώτη απολύτως ειλικρινής απάντηση που της είχε δώσει εκείνο το βράδυ.

Και γι’ αυτό πόνεσε περισσότερο από όλες τις άλλες.

Η Ευγενία έβγαλε τη βέρα της.

Η Κατερίνα τράβηξε απότομα την ανάσα της.

Ο Μάριος δεν κουνήθηκε.

Η Ευγενία όμως δεν του την έδωσε.

Την κράτησε στο χέρι.

— Δεν θα αποφασίσω σήμερα αν ο γάμος μας τελείωσε.

Ο Μάριος έγνεψε αργά.

— Το καταλαβαίνω.

— Αλλά απόψε δεν θα φύγουμε μαζί.

Έπειτα γύρισε προς τον πατέρα της.

— Θέλω να επιστρέψω στους καλεσμένους.

Ο Στέλιος την κοίταξε παραξενεμένος.

— Είσαι σίγουρη;

— Ναι.

Η Ευγενία βγήκε ξανά στην αίθουσα.

Οι συζητήσεις σταμάτησαν σχεδόν αμέσως.

Πήρε το μικρόφωνο από τον DJ.

— Συγγνώμη για την καθυστέρηση. Υπήρξε μια οικογενειακή παρεξήγηση που αποδείχτηκε λίγο μεγαλύτερη απ’ όσο περιμέναμε.

Ακούστηκαν μερικά νευρικά γελάκια.

Η Ευγενία κοίταξε τους ανθρώπους που είχαν ταξιδέψει από Αθήνα, Καβάλα, Σέρρες και Λάρισα για να είναι εκεί.

— Δεν ξέρω ακόμη πώς θα τελειώσει αυτή η μέρα για μένα. Ξέρω όμως ότι δεν θέλω να τη θυμάμαι μόνο από έναν καβγά γύρω από ένα ακίνητο. Φάτε, πιείτε, χορέψτε. Τουλάχιστον η ορχήστρα έχει πληρωθεί.

Αυτή τη φορά το γέλιο ήταν αληθινό.

Και η ένταση έσπασε.

Ο Μάριος δεν χόρεψε μαζί της εκείνο το βράδυ.

Έμεινε για λίγο μόνος στο τραπέζι και ύστερα έφυγε.

Η Κατερίνα έφυγε ακόμη νωρίτερα.

Ο Αντώνης παρέμεινε.

Πριν φύγει, πλησίασε τον Στέλιο και του έδωσε έναν φάκελο.

Μέσα υπήρχε μια χειρόγραφη δήλωση αναγνώρισης του παλιού χρέους και στοιχεία ενός λογαριασμού.

— Δεν μπορώ να αλλάξω όσα έκανα, είπε. Αλλά μπορώ να επιστρέψω ό,τι μπορώ.

Ο Στέλιος δεν του έδωσε το χέρι.

Πήρε μόνο τον φάκελο.

Τρεις μήνες αργότερα, η Ευγενία και ο Μάριος δεν είχαν χωρίσει.

Αλλά δεν ζούσαν ακόμη μαζί.

Εκείνος είχε ξεκινήσει συνεδρίες με σύμβουλο γάμου μαζί της και είχε βάλει ένα όριο που δεν είχε τολμήσει ποτέ να βάλει στη μητέρα του: καμία συζήτηση για χρήματα, σπίτια ή τη σχέση τους χωρίς την παρουσία και των δύο.

Η Κατερίνα δεν το δέχτηκε εύκολα.

Για εβδομάδες δεν μιλούσε στον γιο της.

Το διαμέρισμα στη Φιλίππου παρέμεινε στο όνομα της Ευγενίας.

Και ένα απόγευμα του Δεκεμβρίου, καθώς εκείνη και ο πατέρας της άδειαζαν ένα παλιό ντουλάπι στο σαλόνι, βρήκαν έναν κιτρινισμένο φάκελο.

Μέσα υπήρχε ένα χαρτί που ο Στέλιος είχε ξεχάσει ότι υπήρχε.

Μια επιστολή του Αντώνη από το 2006.

«Στέλιο, ξέρω ότι σου χρωστάω πολύ περισσότερα από χρήματα. Αν κάποτε μπορέσω να διορθώσω έστω ένα μέρος από αυτό, θα το κάνω.»

Η Ευγενία διάβασε το γράμμα δύο φορές.

— Γιατί δεν το κράτησες ως απόδειξη;

Ο πατέρας της ανασήκωσε τους ώμους.

— Γιατί τότε δεν ήθελα αποδείξεις. Ήθελα να ξεχάσω.

Η Ευγενία κοίταξε γύρω το μικρό διαμέρισμα.

Είχε παλιό μωσαϊκό στο χολ, ξύλινα παντζούρια και μια κουζίνα που χρειαζόταν ανακαίνιση.

Δεν ήταν πολυτελές.

Δεν άξιζε μια οικογενειακή καταστροφή.

Κι όμως σχεδόν την είχε προκαλέσει.

— Ξέρεις τι είναι το παράξενο; είπε.

— Τι;

— Η Κατερίνα φοβόταν τόσο πολύ μήπως πάρω κάτι από την οικογένειά της, που στο τέλος αποκάλυψε τι είχε πάρει η δική της από τη δική μας.

Ο Στέλιος χαμογέλασε πικρά.

Η Ευγενία έβαλε το παλιό γράμμα πάλι στον φάκελο.

Και τότε κατάλαβε κάτι που δεν είχε καταλάβει ούτε την ημέρα του γάμου της.

Το πιο επικίνδυνο μυστικό εκείνης της οικογένειας δεν ήταν το παλιό χρέος, ούτε το διαμέρισμα, ούτε καν η απάτη.

Ήταν η συνήθεια όλων να σωπαίνουν για να «μη χαλάσουν οι σχέσεις».

Κι αυτό ακριβώς είχε κάνει τις σχέσεις τους τόσο εύκολο να χαλάσουν.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More