«Αν η πεθερά μου καταλάβει τι ετοιμάζουμε, δεν θα μας αφήσει ούτε να πλησιάσουμε την εξώπορτα».
Αυτή ήταν η πρώτη φράση που άκουσα από την κάμερα που είχε εγκαταστήσει η ίδια η νύφη μου στο σαλόνι μου.
Ήταν Τρίτη, λίγο μετά τις έξι το απόγευμα. Καθόμουν στην κουζίνα, με ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ μπροστά μου, και προσπαθούσα να καταλάβω γιατί το κινητό μου είχε στείλει ειδοποίηση ότι εντοπίστηκε κίνηση στο σπίτι.
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανείς εκεί.
Είχα φύγει στις τέσσερις για να πάω στον καρδιολόγο μου, στην Καλαμαριά. Είχα επιστρέψει μόλις πριν από δέκα λεπτά και καθόμουν στην κουζίνα, όπου η κάμερα δεν έβλεπε.
Πάτησα την ειδοποίηση.
Στην οθόνη εμφανίστηκε το σαλόνι μου.
Και μέσα σε αυτό στεκόταν η νύφη μου, η Χριστίνα.
Δίπλα της ήταν ένας άντρας που δεν είχα ξαναδεί.
«Μη μιλάς τόσο δυνατά», είπε εκείνος. «Δεν ξέρεις αν γράφει και ήχο;»
Η Χριστίνα γέλασε.
«Εγώ την εγκατέστησα. Ξέρω πώς λειτουργεί».
Αυτό που ακολούθησε με έκανε να αφήσω τον καφέ μου ανέγγιχτο.
«Την Παρασκευή θα έρθει ο άνθρωπος να δει το διαμέρισμα», είπε η Χριστίνα. «Μέχρι τότε πρέπει να έχουμε τελειώσει με τα κλειδιά».
Ο άντρας κοίταξε προς τον διάδρομο.
«Και η ηλικιωμένη;»
«Η ηλικιωμένη θα μάθει όσα χρειάζεται όταν έρθει η ώρα».
Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.
Η ηλικιωμένη.
Έτσι με αποκαλούσε η γυναίκα που επί επτά χρόνια καλούσα κάθε Κυριακή στο τραπέζι μου.
Η γυναίκα που είχα βοηθήσει όταν γέννησε το πρώτο μου εγγόνι.
Η γυναίκα που πριν από τρεις ημέρες με είχε αγκαλιάσει και μου είχε πει:
«Μαμά Κατερίνα, αυτή η κάμερα θα μας κάνει όλους να κοιμόμαστε πιο ήσυχοι».
Πάγωσα το βίντεο.
Δεν ήξερα ακόμη τι σχεδίαζαν.
Ήξερα όμως ότι έπρεπε να βρω κλειδαρά πριν νυχτώσει.
Είμαι εξήντα οκτώ ετών και ζω μόνη μου σε ένα διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Ανάληψη. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, πέθανε πριν από έξι χρόνια από ανακοπή.
Είχαμε αγοράσει το σπίτι μας το 1989, όταν ακόμη οι πολυκατοικίες της περιοχής ήταν γεμάτες νέες οικογένειες και παιδιά που έπαιζαν στις εισόδους.
Εκεί μεγαλώσαμε τον μοναχογιό μας, τον Αντώνη.
Δεν είμαι πλούσια. Έχω τη σύνταξή μου, λίγες οικονομίες και το διαμέρισμα, που είναι στο όνομά μου.
Αλλά είμαι ανεξάρτητη.
Οδηγώ ακόμη το μικρό μου αυτοκίνητο, κάνω μόνη μου τα ψώνια στη λαϊκή της Μαρτίου και κάθε Πέμπτη πηγαίνω για περπάτημα με τη φίλη μου τη Μαρίνα.
Πριν από δύο μήνες, όμως, είχα ένα περιστατικό με την πίεσή μου.
Ζαλίστηκα καθώς ετοίμαζα το φαγητό και χρειάστηκε να καθίσω στο πάτωμα μέχρι να συνέλθω.
Δεν έπαθα τίποτα σοβαρό. Ο γιατρός άλλαξε τη φαρμακευτική αγωγή και μου συνέστησε να μετράω τακτικά την πίεσή μου.
Όταν το έμαθε η Χριστίνα, αναστατώθηκε.
«Δεν γίνεται να μένεις χωρίς κάποιον να σε προσέχει», μου είπε.
«Δεν είμαι ανήμπορη, κορίτσι μου».
«Το ξέρω, αλλά σκέψου αν πέσεις κάποια στιγμή και δεν μπορείς να φτάσεις στο τηλέφωνο».
Την επόμενη Κυριακή ήρθε με ένα μικρό λευκό κουτί.
Μέσα υπήρχε κάμερα με σύνδεση στο διαδίκτυο.
«Θα τη βάλουμε στο σαλόνι, στραμμένη προς τον διάδρομο», μου εξήγησε. «Αν γίνει κάτι, θα μπορούμε να το δούμε από το κινητό».
Ο Αντώνης συμφώνησε.
«Για την ηρεμία μας, ρε μάνα. Δεν σημαίνει ότι θα σε παρακολουθούμε όλη μέρα».
Δέχτηκα με έναν όρο.
Να έχω κι εγώ πλήρη πρόσβαση στην εφαρμογή.
Η Χριστίνα χαμογέλασε.
«Εννοείται».
Μου την εγκατέστησε στο κινητό, μου έδειξε πώς να βλέπω τις καταγραφές και μου άφησε έναν μικρό οδηγό γραμμένο στο χέρι.
Εκείνη την ημέρα σκέφτηκα πόσο τυχερή ήμουν που είχα μια τόσο προσεκτική νύφη.
Τώρα, βλέποντάς την μέσα στο άδειο σπίτι μου, αναρωτιόμουν πόσο καιρό ήμουν ανόητη.
Ξαναπάτησα την αναπαραγωγή.
Ο άγνωστος άντρας στεκόταν δίπλα στη βιβλιοθήκη του Στέλιου.
«Είπες ότι υπάρχει και δεύτερη είσοδος;»
«Όχι ακριβώς. Η πόρτα της κουζίνας βγαίνει στο πίσω μπαλκόνι, αλλά δεν μας χρειάζεται».
«Το ακίνητο είναι αποκλειστικά στο όνομά της;»
Η Χριστίνα έκανε μια μικρή παύση.
«Ναι».
«Τότε χωρίς υπογραφή της δεν μπορούμε να προχωρήσουμε όπως το συζητήσαμε».
«Θα το κανονίσει ο Αντώνης».
Ακούμπησα το κινητό στο τραπέζι.
Το όνομα του γιου μου ακούστηκε σαν χτύπημα.
Ήταν κι εκείνος μπλεγμένος;
Δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Ο Αντώνης ήταν καλό παιδί. Είχε τις αδυναμίες του, όπως όλοι, αλλά ποτέ δεν μου είχε δώσει λόγο να φοβάμαι ότι θα με εξαπατήσει.
Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν σε εταιρεία διανομών. Η Χριστίνα είχε μικρό κατάστημα με παιδικά ρούχα στην Τούμπα.
Είχαν ένα αγοράκι έξι ετών, τον μικρό Στέλιο.
Τους βοηθούσα όσο μπορούσα.
Όχι μόνο με χρήματα.
Κρατούσα τον μικρό όταν αρρώσταινε, του μαγείρευα, τον πήγαινα στο πάρκο.
Τους είχα δώσει και δέκα χιλιάδες ευρώ πριν από δύο χρόνια, όταν η Χριστίνα χρειάστηκε να ανακαινίσει το μαγαζί της.
Δεν ζήτησα ποτέ να μου τα επιστρέψουν.
Αλλά υπήρχε κάτι που με είχε προβληματίσει πρόσφατα.
Τον τελευταίο μήνα η Χριστίνα με ρωτούσε συνεχώς για το σπίτι.
Πόσα τετραγωνικά ήταν.
Αν είχαν γίνει όλες οι τακτοποιήσεις.
Αν κρατούσα ακόμη τα συμβόλαια στο συρτάρι του γραφείου.
Μου είχε πει ότι ρωτούσε επειδή ένας γνωστός τους αντιμετώπιζε πρόβλημα με ένα παλιό ακίνητο.
Τώρα αυτές οι ερωτήσεις αποκτούσαν διαφορετικό νόημα.
Προσπάθησα να τηλεφωνήσω στον Αντώνη.
Δεν απάντησε.
Του έστειλα μήνυμα:
«Θέλω να μιλήσουμε σήμερα. Μόνοι μας».
Αμέσως μετά κάλεσα τον κύριο Μπάμπη, τον κλειδαρά που είχε αλλάξει την κλειδαριά της πολυκατοικίας την προηγούμενη χρονιά.
«Κυρία Κατερίνα, τι έγινε; Χάσατε τα κλειδιά;»
«Όχι. Θέλω καινούργιο κύλινδρο ασφαλείας στην πόρτα μου».
«Χάλασε ο παλιός;»
Κοίταξα ξανά την οθόνη.
Η Χριστίνα και ο άγνωστος είχαν πλησιάσει το έπιπλο όπου κρατούσα τους φακέλους μου.
«Όχι», του απάντησα. «Αλλά φοβάμαι ότι έχω εμπιστευτεί αντίγραφα των κλειδιών μου σε λάθος ανθρώπους».
Ο κύριος Μπάμπης συμφώνησε να περάσει το ίδιο βράδυ.
Πριν κλείσω, είδα ότι η εφαρμογή είχε αποθηκεύσει και δεύτερη ειδοποίηση.
Από τις πέντε και δώδεκα.
Την άνοιξα.
Και τότε άκουσα μια φράση που άλλαξε εντελώς όσα πίστευα.
«Ο Αντώνης δεν ξέρει τίποτα για την Παρασκευή», είπε η Χριστίνα. «Και πρέπει να παραμείνει έτσι».
🔑 Τι έκρυβε πραγματικά αυτή η επίσκεψη; Η συνέχεια της ιστορίας βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

Άκουσα τη φράση τρεις φορές.
Ο Αντώνης δεν ξέρει τίποτα.
Τότε γιατί η Χριστίνα είχε αναφέρει προηγουμένως ότι εκείνος θα κανόνιζε την υπογραφή μου;
Ήταν ένα ψέμα για να καθησυχάσει τον άγνωστο;
Ή προσπαθούσε να εμπλέξει τον άντρα της σε κάτι που εκείνος αγνοούσε;
Το δεύτερο βίντεο συνέχιζε.
Ο άντρας είχε ανοίξει έναν φάκελο που κρατούσε κάτω από το μπράτσο του.
Δεν έβλεπα τι περιείχε.
Άκουσα όμως καθαρά τη Χριστίνα.
«Η μητέρα του Αντώνη δεν θα δεχτεί να μετακομίσει από μόνη της. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε μια σοβαρή προσφορά, για να την πείσουμε ότι είναι προς το συμφέρον της».
«Και πού θα πάει;»
«Υπάρχει ένα διαμέρισμα στα δυτικά. Μικρό, αλλά μια χαρά για έναν άνθρωπο».
«Το έχετε βρει;»
«Το ψάχνω».
Ο άντρας αναστέναξε.
«Χριστίνα, εγώ μπορώ να σας βοηθήσω με μια εκτίμηση. Αλλά αν η ιδιοκτήτρια δεν θέλει να πουλήσει, δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε».
«Θα θέλει», απάντησε εκείνη.
Τότε κατάλαβα.
Δεν προσπαθούσαν απλώς να μάθουν πόσο άξιζε το σπίτι.
Η Χριστίνα είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να φύγω από εκεί.
Και αναζητούσε τρόπο να κάνει την απόφασή της πραγματικότητα.
Δεν ήξερα γιατί.
Η πρώτη σκέψη μου ήταν τα χρέη.
Το μαγαζί της δεν πήγαινε καλά τους τελευταίους μήνες. Το είχα καταλάβει από διάφορα μικρά πράγματα.
Είχε σταματήσει να μιλάει για νέες παραγγελίες.
Είχε απολύσει την υπάλληλό της.
Και πριν από δύο εβδομάδες είχε ζητήσει από τον Αντώνη να βάλουν υποθήκη στο δικό τους διαμέρισμα για να εξασφαλίσουν ένα δάνειο.
Εκείνος είχε αρνηθεί.
Μήπως τώρα ήθελε να χρησιμοποιήσει το δικό μου σπίτι;
Η σκέψη με έκανε να νιώσω ναυτία.
Δεν περίμενα τον Αντώνη.
Πήρα τηλέφωνο τη Μαρίνα.
«Μπορείς να έρθεις;»
«Τι συμβαίνει;»
«Θέλω να δεις κάτι. Και δεν θέλω να είμαι μόνη».
Σε είκοσι λεπτά ήταν στην πόρτα μου.
Ήμασταν φίλες από το δημοτικό. Είχαμε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, είχαμε παντρευτεί σχεδόν την ίδια εποχή και είχαμε σταθεί η μία δίπλα στην άλλη σε κηδείες, γεννήσεις και δύσκολες αρρώστιες.
Δεν ήταν άνθρωπος που εντυπωσιαζόταν εύκολα.
Αλλά όταν είδε τα βίντεο, έμεινε άφωνη.
«Κατερίνα, αυτό δεν είναι απλή περιέργεια».
«Το ξέρω».
«Πρέπει να μιλήσεις με τον Αντώνη».
«Δεν μου απαντάει».
Η Μαρίνα με κοίταξε σοβαρά.
«Πρώτα άλλαξε τις κλειδαριές. Μετά θα δεις τι θα κάνεις».
Ο κλειδαράς ήρθε λίγο πριν από τις οκτώ.
Έβγαλε τον παλιό κύλινδρο, εγκατέστησε έναν καινούργιο και μου έδωσε τα νέα κλειδιά.
«Πόσα αντίγραφα θέλετε;»
«Τρία».
Ένα για μένα.
Ένα για τη Μαρίνα.
Και ένα εφεδρικό που θα κρατούσα σε ασφαλές μέρος.
Δεν έδωσα κανένα στον γιο μου.
Όχι ακόμη.
Ο κύριος Μπάμπης μού συνέστησε να ελέγξω και ποιοι είχαν πρόσβαση στην εφαρμογή της κάμερας.
Με τη βοήθεια της Μαρίνας αποθηκεύσαμε τις καταγραφές στο κινητό και σε έναν φορητό δίσκο. Ύστερα απενεργοποίησα προσωρινά την κάμερα.
Δεν ήθελα κανείς άλλος να παρακολουθεί πότε βρίσκομαι σπίτι.
Στις εννέα και τέταρτο χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν ο Αντώνης.
«Μάνα, είδα το μήνυμά σου. Τι έγινε;»
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι και περιμένω να μου απαντήσεις ειλικρινά».
«Με τρομάζεις».
«Έχεις ζητήσει από τη Χριστίνα να ψάξει αγοραστή για το σπίτι μου;»
Στην άλλη άκρη επικράτησε σιωπή.
«Τι πράγμα;»
«Μην με κάνεις να επαναλαμβάνω την ερώτηση».
«Μάνα, από πού σου ήρθε αυτό;»
«Από την κάμερα που βάλατε στο σαλόνι μου».
Του περιέγραψα όσα είχα ακούσει.
Όταν τελείωσα, δεν μίλησε για αρκετά δευτερόλεπτα.
Έπειτα είπε:
«Έρχομαι».
«Μόνος σου».
«Μόνος μου».
Έφτασε μισή ώρα αργότερα.
Του άνοιξα και αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ήταν χλωμός.
Κάθισε στην κουζίνα και μου ζήτησε νερό.
Του έδειξα τις καταγραφές.
Τις παρακολούθησε χωρίς να μιλήσει.
Στο τέλος έτριψε το πρόσωπό του με τις παλάμες.
«Δεν μπορώ να το πιστέψω».
«Ήξερες κάτι;»
«Όχι για αυτό».
«Τότε για τι ήξερες;»
Με κοίταξε.
«Η Χριστίνα έχει προβλήματα με το μαγαζί. Μεγαλύτερα απ’ όσα μου είπε στην αρχή».
«Τι προβλήματα;»
«Οφειλές σε προμηθευτές. Απλήρωτα ενοίκια. Έχει και ένα προσωπικό δάνειο που δεν ήξερα ότι είχε πάρει».
«Πόσα χρήματα;»
«Περίπου σαράντα χιλιάδες συνολικά, απ’ όσα ξέρω τώρα».
Έμεινα ακίνητη.
«Και γιατί δεν μου είπατε τίποτα;»
«Γιατί πίστευα ότι μπορούμε να το λύσουμε».
«Με το σπίτι μου;»
Ο Αντώνης κούνησε το κεφάλι.
«Δεν θα σου το ζητούσα ποτέ έτσι».
Ήθελα να τον πιστέψω.
Αλλά μετά από όσα είχα ακούσει, η εμπιστοσύνη μου είχε γίνει εύθραυστη.
«Τότε εξήγησέ μου τι σημαίνει ότι εσύ θα κανονίσεις την υπογραφή».
Έδειξε την οθόνη.
«Δεν έχω ιδέα. Δεν έχω μιλήσει με κανέναν μεσίτη».
Μου ζήτησε να του στείλω τα βίντεο.
Αρνήθηκα να του δώσω τα μοναδικά αντίγραφα, αλλά του έστειλα τα αρχεία που είχα ήδη αποθηκεύσει.
Έμεινε για περίπου μία ώρα.
Πριν φύγει, με αγκάλιασε.
«Συγγνώμη, μάνα».
«Εσύ για ποιο πράγμα ζητάς συγγνώμη;»
«Γιατί δεν είδα πόσο άσχημα έχουν γίνει τα πράγματα στο σπίτι μας».
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Κάθε θόρυβος από την είσοδο της πολυκατοικίας με έκανε να σηκώνομαι.
Στις έντεκα και μισή το πρωί της επόμενης ημέρας κάποιος χτύπησε το κουδούνι.
Ήταν η Χριστίνα.
Την είδα από το ματάκι.
Κρατούσε μια σακούλα με ψωμί και κουλούρια.
Δεν άνοιξα αμέσως.
«Μαμά Κατερίνα;»
«Τι θέλεις, Χριστίνα;»
«Σου έφερα κάτι από τον φούρνο. Και θέλω να δω πώς είσαι».
«Είμαι καλά».
Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Γιατί δεν ανοίγει το κλειδί μου;»
Ένιωσα μια παράξενη ανακούφιση.
Η καινούργια κλειδαριά είχε κάνει τη δουλειά της.
«Γιατί την άλλαξα».
«Τι; Γιατί;»
«Γιατί μπήκες στο σπίτι μου με έναν άγνωστο άντρα χωρίς την άδειά μου».
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Ύστερα η φωνή της άλλαξε.
«Είδες την κάμερα».
«Τα είδα όλα».
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις».
«Τότε πες μου τι είναι».
«Μπορώ να μπω να μιλήσουμε;»
Σκέφτηκα για λίγο.
«Όχι σήμερα. Θα μιλήσουμε παρουσία του Αντώνη».
Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Το απόγευμα δέχτηκα τηλεφώνημα από έναν άγνωστο αριθμό.
Ο άντρας συστήθηκε ως Γιώργος Λεμονής, σύμβουλος ακινήτων.
Ήταν ο άνθρωπος από την κάμερα.
«Κυρία Παπαδοπούλου», είπε, «ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ. Μόλις πληροφορήθηκα ότι δεν γνωρίζατε για την επίσκεψή μου στο διαμέρισμα».
«Πράγματι δεν γνώριζα».
«Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι δεν έχει γίνει καμία επίσημη διαδικασία. Δεν έχω αναλάβει πώληση, ούτε έχω δημοσιεύσει αγγελία».
«Τότε γιατί ήρθατε;»
«Η κυρία Χριστίνα με είχε καλέσει για μια ανεπίσημη εκτίμηση. Μου είπε ότι σύντομα θα ήσασταν έτοιμη να συζητήσετε το ενδεχόμενο μετακόμισης».
«Δεν έχω τέτοια πρόθεση».
«Το καταλαβαίνω. Γι’ αυτό και δεν θα υπάρξει καμία συνέχεια».
Πριν κλείσουμε, τον ρώτησα:
«Γιατί ήθελε να έρθει κάποιος την Παρασκευή;»
Αναστέναξε.
«Είχε ενδιαφερθεί ένας υποψήφιος αγοραστής για διαμέρισμα στην περιοχή. Αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή σας δεν θα γινόταν επίσκεψη».
Τον ευχαρίστησα.
Τουλάχιστον ένα μέρος της ιστορίας είχε ξεκαθαρίσει.
Το χειρότερο, όμως, δεν είχε έρθει ακόμη.
Την Παρασκευή το απόγευμα ο Αντώνης μού τηλεφώνησε κλαίγοντας.
Δεν τον είχα ακούσει να κλαίει έτσι από την ημέρα που θάψαμε τον πατέρα του.
«Μάνα, πρέπει να σου πω κάτι».
«Τι έγινε, παιδί μου;»
«Η Χριστίνα μού είπε όλη την αλήθεια».
Κάθισα.
«Σε ακούω».
«Δεν ήθελε μόνο να πουλήσεις το σπίτι».
Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται.
«Τι άλλο;»
«Είχε μιλήσει με μια εταιρεία που δίνει δάνεια με εξασφάλιση ακινήτου. Της είχαν εξηγήσει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το δικό σου σπίτι χωρίς εσένα. Γι’ αυτό ήθελε να σε πείσει πρώτα να το πουλήσεις και μετά να μας δανείσεις το μεγαλύτερο μέρος από τα χρήματα».
«Πόσα;»
«Εκατό χιλιάδες ευρώ».
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Το διαμέρισμά μου ήταν το μόνο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο που είχα.
Δεν ήταν απλώς τοίχοι.
Ήταν η ζωή μου με τον Στέλιο.
Τα παιδικά γενέθλια του Αντώνη.
Τα Χριστούγεννα.
Τα κυριακάτικα τραπέζια.
Και κάποιος είχε αποφασίσει ότι όλα αυτά μπορούσαν να μετατραπούν σε μετρητά.
«Γιατί τόσα πολλά;» ρώτησα.
Ο Αντώνης σκούπισε τη μύτη του.
«Γιατί τα χρέη είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ όσα μου είχε πει».
Έπειτα έμαθα κάτι ακόμη.
Η Χριστίνα είχε χρησιμοποιήσει χρήματα που είχε δανειστεί από συγγενείς της για να καλύπτει παλιότερες υποχρεώσεις του καταστήματος. Κάθε φορά που κατάφερνε να πληρώσει ένα χρέος, δημιουργούσε άλλο.
Είχε φτάσει να φοβάται να ανοίξει τα επαγγελματικά της μηνύματα.
Και αντί να ζητήσει βοήθεια, είχε αποφασίσει ότι το σπίτι μου ήταν η μοναδική της διέξοδος.
«Τι θα κάνετε τώρα;» τον ρώτησα.
«Θα μιλήσω με δικηγόρο και λογιστή. Πρέπει πρώτα να δω ακριβώς τι οφείλουμε και τι μπορεί να γίνει».
«Και ο μικρός;»
«Είναι μαζί μου. Είναι καλά».
Εκείνο ήταν το μόνο που με ανακούφισε.
Την επόμενη εβδομάδα μίλησα κι εγώ με δικηγόρο.
Του έδειξα τις καταγραφές και του εξήγησα ότι η νύφη μου είχε πρόσβαση στο σπίτι και στην κάμερα.
Με συμβούλευσε να κρατήσω τα αρχεία, να μην υπογράψω κανένα έγγραφο χωρίς ανεξάρτητη νομική συμβουλή και να αφαιρέσω την πρόσβαση άλλων προσώπων στη συσκευή.
Έτσι έκανα.
Η κάμερα έμεινε εκτός λειτουργίας.
Στη θέση της αγόρασα ένα απλό κουμπί ειδοποίησης έκτακτης ανάγκης, που μπορούσα να φοράω στον καρπό μου.
Ήθελα προστασία.
Όχι παρακολούθηση.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες πριν ξαναδώ τη Χριστίνα.
Ήρθε μαζί με τον Αντώνη.
Αυτή τη φορά δεν κρατούσε κουλούρια ούτε λουλούδια.
Μόνο έναν φάκελο με έγγραφα.
Καθίσαμε στο σαλόνι.
Δεν της πρόσφερα καφέ αμέσως.
«Κατερίνα», ξεκίνησε, «δεν ξέρω αν θα μπορέσεις ποτέ να μου συγχωρήσεις αυτό που έκανα».
Την κοίταξα.
Είχε αδυνατίσει. Τα μάτια της ήταν πρησμένα.
«Γιατί μπήκες στο σπίτι μου χωρίς να με ρωτήσεις;»
Χαμήλωσε το κεφάλι.
«Γιατί ήξερα ότι αν σε ρωτούσα, θα μου έλεγες όχι».
«Και αυτό δεν σου είπε τίποτα;»
Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της.
«Είχα πανικοβληθεί».
«Ο πανικός δεν σου δίνει δικαίωμα να αποφασίζεις για τη ζωή μου».
«Το ξέρω».
Έβγαλε έναν μικρό φάκελο από την τσάντα της.
«Αυτά είναι τα κλειδιά που είχα. Και το αντίγραφο που είχα αφήσει στο μαγαζί».
Τα άφησε στο τραπέζι.
«Δεν θέλω να ξαναμπώ εδώ χωρίς να με καλέσεις».
Έμεινα σιωπηλή.
Ο Αντώνης μάς κοιτούσε.
«Έχω ξεκινήσει διαδικασία να κλείσω το κατάστημα», συνέχισε η Χριστίνα. «Ο λογιστής ετοιμάζει όλα τα στοιχεία. Θα προσπαθήσω να ρυθμίσω ό,τι μπορώ και να βρω άλλη δουλειά».
«Και από μένα τι θέλεις;»
Η ερώτησή μου την αιφνιδίασε.
«Τίποτα».
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι».
Περίμενα.
Εκείνη σκούπισε τα μάτια της.
«Θέλω μόνο κάποια μέρα να μπορέσεις να με κοιτάξεις ξανά χωρίς να φοβάσαι τι σχεδιάζω».
Η φωνή της έσπασε.
Για πρώτη φορά είδα μπροστά μου όχι την αποφασιστική γυναίκα που πάντα ήξερε τα πάντα, αλλά έναν άνθρωπο που είχε καταστρέψει την εμπιστοσύνη των άλλων προσπαθώντας να κρύψει τις αποτυχίες του.
Δεν τη συγχώρησα εκείνη την ημέρα.
Δεν θα ήταν ειλικρινές.
Της είπα όμως ότι, αν πραγματικά θέλει να αλλάξει τα πράγματα, θα χρειαστεί να το αποδείξει με τον χρόνο.
Και όχι με υποσχέσεις.
Ο Αντώνης με επισκεπτόταν κάθε Τετάρτη.
Στην αρχή ερχόταν μόνος.
Ύστερα άρχισε να φέρνει και τον μικρό Στέλιο.
Μια μέρα το εγγόνι μου παρατήρησε το νέο κουμπί ασφαλείας στον καρπό μου.
«Γιαγιά, αυτό ρολόι είναι;»
«Όχι, αγάπη μου. Είναι ένα κουμπί για να ζητήσω βοήθεια αν τη χρειαστώ».
«Και αν το πατήσεις, θα έρθει ο μπαμπάς;»
Χαμογέλασα.
«Θα ειδοποιηθούν οι άνθρωποι που πρέπει».
Με κοίταξε σοβαρά.
«Κι αν φοβηθείς τη νύχτα, μπορείς να πάρεις εμένα».
Γέλασα.
«Εσύ θα κοιμάσαι, μικρέ μου».
«Δεν πειράζει. Θα ξυπνήσω».
Τον αγκάλιασα τόσο σφιχτά, που άρχισε να διαμαρτύρεται.
Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχα φοβηθεί ότι όλη αυτή η ιστορία θα μου στερούσε το παιδί.
Δεν ήθελα να γίνει αυτό.
Δεν ήθελα ο Στέλιος να μεγαλώσει ανάμεσα σε θυμούς και μυστικά.
Αλλά δεν ήθελα ούτε να ξαναζήσω με την αγωνία ότι κάποιος μπορεί να ανοίξει την πόρτα μου και να αποφασίσει τι θα κάνει με το σπίτι μου.
Πέρασαν σχεδόν τέσσερις μήνες.
Η Χριστίνα βρήκε δουλειά ως υπάλληλος σε μια εταιρεία χονδρικής πώλησης. Το κατάστημα έκλεισε και με τη βοήθεια επαγγελματιών άρχισαν να τακτοποιούν τις οφειλές.
Ο γάμος τους πέρασε δύσκολη περίοδο.
Δεν ανακατευόμουν.
Έμαθα επιτέλους να τους αφήνω να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των επιλογών τους.
Ένα πρωινό του Μαρτίου, καθώς πότιζα τις γλάστρες στο μπαλκόνι, χτύπησε το κουδούνι.
Ήταν η Χριστίνα.
Κρατούσε μια μικρή γλάστρα με βασιλικό.
«Μπορώ να ανέβω;» με ρώτησε από το θυροτηλέφωνο.
Κοίταξα για λίγο την οθόνη.
Έπειτα πάτησα το κουμπί.
Μπήκε διστακτικά.
«Δεν ήρθα να σου ζητήσω τίποτα», είπε αμέσως.
«Το ξέρω».
Ακούμπησε τον βασιλικό στο τραπέζι.
«Θυμάσαι που μου είχες πει ότι κάθε χρόνο φυτεύεις έναν καινούργιο, γιατί ο παλιός δεν αντέχει τον χειμώνα;»
«Το θυμάμαι».
«Τον είδα στη λαϊκή και σε σκέφτηκα».
Για πρώτη φορά μετά από μήνες δεν ένιωσα την ανάγκη να ψάξω πίσω από τα λόγια της.
Της έφτιαξα καφέ.
Καθίσαμε στο μπαλκόνι, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο.
Μιλήσαμε για τον μικρό, για τη δουλειά της και για τα λουλούδια μου.
Δεν μιλήσαμε για το σπίτι.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, στάθηκε μπροστά στην πόρτα.
«Κατερίνα, ξέρω ότι δεν θα μου ξαναδώσεις κλειδί».
Την κοίταξα.
«Ίσως όχι».
Κούνησε το κεφάλι.
«Και καλά θα κάνεις».
Έφυγε.
Έκλεισα την πόρτα πίσω της και γύρισα δύο φορές το κλειδί.
Ύστερα κοντοστάθηκα.
Στην αρχή, αυτή η κίνηση μου προκαλούσε φόβο.
Τώρα μου έδινε ηρεμία.
Το απόγευμα πέρασε η Μαρίνα.
Καθίσαμε στην κουζίνα με κουλουράκια και ελληνικό καφέ.
«Τελικά καλά έκανες και έβαλες εκείνη την κάμερα», μου είπε.
Χαμογέλασα πικρά.
«Δεν ξέρω αν έκανα καλά».
«Αν δεν την είχες βάλει, δεν θα είχες μάθει τίποτα».
Κοίταξα προς το σαλόνι.
Η μικρή λευκή συσκευή ήταν ακόμη εκεί, αποσυνδεδεμένη, πάνω στο ράφι.
«Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο, Μαρίνα;»
«Τι;»
«Η Χριστίνα έφερε την κάμερα για να μπορεί να με παρακολουθεί. Και τελικά η ίδια η κάμερα αποκάλυψε τι έκανε πίσω από την πλάτη μου».
Η φίλη μου κούνησε το κεφάλι.
«Έτσι είναι καμιά φορά».
Ήπια μια γουλιά καφέ.
«Αλλά ξέρεις τι με στενοχωρεί περισσότερο;»
«Πες μου».
«Ότι αν μου είχε έρθει εκείνη την ημέρα και μου είχε πει πως φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά της, θα την είχα βοηθήσει όπως μπορούσα. Ίσως όχι με χρήματα. Αλλά θα είχα σταθεί δίπλα της».
Η Μαρίνα ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό μου.
«Αυτό δεν μπορούσες να το αποφασίσεις εσύ, αφού δεν σου είπε την αλήθεια».
Είχε δίκιο.
Εκείνο το βράδυ, πριν κοιμηθώ, πέρασα από το σαλόνι.
Στάθηκα μπροστά στη φωτογραφία του Στέλιου που είχα πάνω στη βιβλιοθήκη.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα.
«Είδες, Στέλιο;» ψιθύρισα. «Τα κατάφερα μόνη μου».
Έσβησα το φως.
Πήγα προς το υπνοδωμάτιο και άκουσα τον γνώριμο ήχο της πόρτας που κλείδωνε πίσω μου.
Δεν ήξερα αν η σχέση μας με τη Χριστίνα θα γινόταν ποτέ όπως πριν.
Ίσως και να μη γινόταν.
Αλλά είχα μάθει κάτι πολύ σημαντικό εκείνους τους μήνες.
Η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει να δίνεις σε κάποιον τα κλειδιά σου και να ελπίζεις ότι δεν θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον σου.
Σημαίνει να ξέρεις ότι, ακόμη κι όταν η πόρτα είναι ανοιχτή, ο άλλος θα χτυπήσει πριν μπει.
Και το σπίτι μου, το σπίτι όπου είχα μεγαλώσει τον γιο μου και είχα αγαπήσει τον άντρα μου, θα παρέμενε δικό μου.
Όχι επειδή είχα αλλάξει την κλειδαριά.
Αλλά επειδή, ύστερα από τόσα χρόνια που έβαζα τις ανάγκες όλων πριν από τις δικές μου, είχα επιτέλους μάθει να λέω μια μικρή, απλή λέξη.
«Όχι».
Και να μην αισθάνομαι ένοχη γι’ αυτήν.