Ο άντρας μου πρότεινε να έχουμε ανοιχτό γάμο: «Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν βγαίνεις πουθενά». Έναν μήνα αργότερα έκανε σκηνή για δύο εισιτήρια που βρήκε στην τσάντα μου.

by Impress story
2k views

«Ποιος είναι ο δεύτερος, Ελένη;»

Ο άντρας μου κρατούσε δύο εισιτήρια ανάμεσα στα δάχτυλά του, σαν να είχε βρει αποδείξεις κάποιου εγκλήματος.

Ήταν έντεκα και μισή το βράδυ. Μόλις είχα επιστρέψει από τη δουλειά, είχα βγάλει τα παπούτσια μου στην είσοδο και ετοιμαζόμουν να βάλω ένα ποτήρι νερό.

Ο Αντώνης στεκόταν μπροστά στην πόρτα της κουζίνας.

«Σε ρωτάω. Με ποιον θα πας;»

Κοίταξα τα εισιτήρια.

Δύο θέσεις για μια μουσική παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Παρασκευή βράδυ, στις εννέα.

Τα είχα αγοράσει τρεις ημέρες νωρίτερα.

«Έψαξες την τσάντα μου;» τον ρώτησα.

«Μην αλλάζεις θέμα.»

«Δεν αλλάζω θέμα. Η τσάντα μου ήταν κλειστή, μέσα στο συρτάρι.»

«Έψαχνα τον φορτιστή σου.»

«Ο φορτιστής μου είναι στην πρίζα δίπλα στο κρεβάτι.»

Για μια στιγμή έχασε τα λόγια του.

Ύστερα πέταξε τα εισιτήρια πάνω στο τραπέζι.

«Δηλαδή τώρα θα αρχίσεις κι εσύ τα ραντεβουδάκια;»

Τον κοίταξα χωρίς να απαντήσω.

Πριν από ακριβώς τριάντα μία ημέρες, ο ίδιος άνθρωπος καθόταν στην ίδια κουζίνα και μου εξηγούσε ότι ο γάμος μας χρειαζόταν περισσότερη ελευθερία.

«Δεν είμαστε πια είκοσι χρονών», είχε πει τότε. «Δεν γίνεται να είμαστε κλειδωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον.»

Όταν τον ρώτησα τι εννοούσε, μου απάντησε με μια άνεση που ακόμη θυμάμαι.

«Να μπορούμε να γνωρίζουμε κι άλλους ανθρώπους. Χωρίς δράματα. Χωρίς ψέματα.»

Και όταν είπα πως δεν ήμουν σίγουρη ότι ήθελα κάτι τέτοιο, χαμογέλασε περιφρονητικά.

«Έλα τώρα, Ελένη. Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίνεις πουθενά. Τι σε πειράζει;»

Είμαι σαράντα οκτώ χρονών.

Μένουμε στην Καλαμαριά, σε ένα διαμέρισμα που αγοράσαμε πριν από δεκαπέντε χρόνια με στεγαστικό δάνειο. Έχουμε μία κόρη, τη Δανάη, που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Δουλεύω ως υπεύθυνη κρατήσεων σε ένα μικρό ξενοδοχείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τον χειμώνα τα ωράρια είναι πιο ανθρώπινα, αλλά την άνοιξη και το καλοκαίρι υπάρχουν μέρες που γυρίζω σπίτι εξαντλημένη.

Ο Αντώνης είναι ασφαλιστικός σύμβουλος.

Είμαστε παντρεμένοι είκοσι τέσσερα χρόνια.

Παλιά πηγαίναμε συχνά σινεμά, κάναμε εκδρομές στη Χαλκιδική και τρώγαμε σουβλάκια στην παραλία, καθισμένοι σε ένα παγκάκι.

Αργότερα ήρθαν τα δάνεια, οι υποχρεώσεις, οι αρρώστιες των γονιών μας, τα ιδιαίτερα της Δανάης και οι ατέλειωτες δουλειές του σπιτιού.

Δεν σταμάτησα να βγαίνω επειδή δεν μου άρεσε.

Σταμάτησα επειδή πάντα κάποιος χρειαζόταν κάτι.

Όταν πέθανε η πεθερά μου, εγώ ήμουν εκείνη που πήγαινε κάθε απόγευμα στο νοσοκομείο. Όταν ο Αντώνης άνοιξε το δικό του γραφείο, εγώ κρατούσα τα οικονομικά του σπιτιού με τον μισθό μου.

Και όταν η κόρη μας πέρασε στο πανεπιστήμιο, έκανα περισσότερες βάρδιες για να καλύψουμε το ενοίκιό της.

Ο Αντώνης, αντίθετα, είχε διατηρήσει τις εξόδους του.

Κάθε Τετάρτη έπαιζε μπάσκετ με φίλους. Τα Σάββατα έβγαινε για ποτό. Μία φορά τον χρόνο πήγαινε τριήμερο με παλιούς συμφοιτητές.

Ποτέ δεν του το απαγόρευσα.

Ίσως γι’ αυτό πίστεψε πως μπορούσε να μου ζητήσει και το επόμενο βήμα χωρίς συνέπειες.

Εκείνο το βράδυ που πρότεινε τον ανοιχτό γάμο, τον ρώτησα αν υπήρχε ήδη κάποια άλλη γυναίκα.

«Μην αρχίζεις τις ανακρίσεις», απάντησε.

«Δεν σε ανακρίνω. Ρωτάω.»

«Υπάρχει μια γνωριμία. Δεν έχει γίνει τίποτα σοβαρό.»

Η φράση «τίποτα σοβαρό» μού έμεινε καρφωμένη στο μυαλό.

Δύο ημέρες αργότερα παραδέχτηκε ότι η γυναίκα λεγόταν Μαρίνα και εργαζόταν σε εταιρεία διοργάνωσης εκδηλώσεων.

Ήταν τριάντα έξι χρονών.

Είχαν γνωριστεί σε μια επαγγελματική ημερίδα.

Δεν μου είπε αν είχαν ήδη σχέση.

Κι εγώ δεν του ζήτησα να μου περιγράψει λεπτομέρειες.

Του είπα μόνο:

«Αν το συζητήσουμε, οι ίδιοι κανόνες θα ισχύουν και για τους δύο. Και αν ένας από εμάς δεν αισθάνεται καλά, πρέπει να μπορούμε να το ξανασυζητήσουμε.»

«Φυσικά», απάντησε αμέσως.

Τόσο γρήγορα, που κατάλαβα πως δεν είχε ακούσει πραγματικά τι του είπα.

Τις επόμενες εβδομάδες ο Αντώνης άρχισε να λείπει όλο και περισσότερο.

Έβγαινε με καινούργια πουκάμισα, φορούσε ακριβό άρωμα και πρόσεχε τη διατροφή του.

Κάποια βράδια επέστρεφε μετά τα μεσάνυχτα.

Εγώ δεν τον ρωτούσα πού ήταν.

Όχι επειδή δεν πονούσα.

Αλλά επειδή ήθελα να καταλάβω τι απέμενε από τον γάμο μας όταν σταματούσα να είμαι εκείνη που προσπαθούσε συνεχώς να τον κρατήσει ενωμένο.

Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα.

Ένα πρωινό, καθώς πήγαινα στη δουλειά με το λεωφορείο, συνάντησα μια παλιά μου συμμαθήτρια.

Τη Σοφία.

Είχαμε να βρεθούμε σχεδόν είκοσι χρόνια.

Κατεβήκαμε μαζί στην Αριστοτέλους και καθίσαμε για καφέ, έστω και για είκοσι λεπτά.

«Πού χάθηκες, βρε Ελένη;» με ρώτησε.

«Στη ζωή», της απάντησα γελώντας.

Αλλά εκείνη δεν γέλασε.

«Ξέρεις τι θυμάμαι από σένα; Ότι ήσουν η μόνη στην τάξη που μπορούσε να οργανώσει μια ολόκληρη θεατρική παράσταση μόνη της.»

Είχα ξεχάσει εκείνο το κορίτσι.

Το κορίτσι που ήθελε να σπουδάσει σκηνογραφία στην Αθήνα, αλλά τελικά έμεινε στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει τον πατέρα της στο μαγαζί.

Η Σοφία εργαζόταν πλέον σε έναν πολιτιστικό σύλλογο.

Μου μίλησε για μια ομάδα ερασιτεχνικού θεάτρου που συναντιόταν κάθε Δευτέρα.

«Έλα μια φορά», μου είπε. «Δεν χρειάζεται να ανέβεις στη σκηνή. Χρειαζόμαστε και ανθρώπους για τα σκηνικά.»

Την πρώτη Δευτέρα πήγα με τρεμάμενα χέρια.

Τη δεύτερη, με ανυπομονησία.

Την τρίτη, γέλασα τόσο πολύ που γύρισα σπίτι με πονοκέφαλο.

Ο Αντώνης δεν πρόσεξε τίποτα.

Μέχρι που βρήκε τα δύο εισιτήρια.

«Ποιος είναι λοιπόν;» επανέλαβε εκείνο το βράδυ.

«Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να σου δώσω εξηγήσεις διαφορετικές από αυτές που δίνεις εσύ.»

«Εγώ δεν κρύβομαι!»

«Ούτε εγώ.»

Πήρε ξανά τα εισιτήρια και τα κοίταξε προσεκτικά.

Τότε άλλαξε η έκφρασή του.

«Περίμενε. Αυτή η παράσταση είναι την Παρασκευή;»

«Ναι.»

«Στο Μέγαρο;»

«Το γράφει πάνω.»

Ξαφνικά έμοιαζε πολύ πιο ταραγμένος από πριν.

«Δεν μπορείς να πας εκεί.»

«Γιατί;»

«Γιατί σου λέω εγώ.»

«Αυτό δεν είναι απάντηση.»

Κοίταξε προς το παράθυρο και μετά ξανά τα εισιτήρια.

«Αν εμφανιστείς εκεί με κάποιον άντρα, θα γίνουμε ρεζίλι.»

Τον πλησίασα.

«Αντώνη, πώς ξέρεις ποιος θα βρίσκεται εκεί την Παρασκευή;»

Δεν απάντησε.

«Θα είσαι κι εσύ εκεί;»

Έσφιξε τα χείλη.

Κι ύστερα είπε κάτι που έκανε ολόκληρη την ιστορία πολύ πιο περίπλοκη.

«Ελένη, δεν καταλαβαίνεις. Εκείνη τη βραδιά θα βρίσκεται εκεί ένας άνθρωπος που δεν πρέπει να σε δει.»

🎟️ Η απάντηση που άλλαξε όσα πίστευε η Ελένη βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

«Ποιος άνθρωπος;»

Ο Αντώνης άφησε τα εισιτήρια πάνω στον πάγκο.

«Η Μαρίνα.»

«Και γιατί δεν πρέπει να με δει;»

«Επειδή δεν ξέρει ποια είσαι.»

Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.

«Δεν ξέρει ότι είσαι παντρεμένος;»

«Ξέρει.»

«Τότε τι δεν ξέρει;»

Ο Αντώνης κάθισε βαριά στην καρέκλα.

«Της έχω πει ότι είμαστε ουσιαστικά χωρισμένοι.»

Ένιωσα ένα παράξενο κρύο στα χέρια μου.

«Πώς το εννοείς;»

«Ότι μένουμε μαζί για πρακτικούς λόγους. Για το δάνειο, για τη Δανάη.»

«Και ότι εγώ συμφωνώ;»

Δεν απάντησε.

«Της είπες ότι έχουμε ανοιχτό γάμο;»

«Δεν το διατύπωσα ακριβώς έτσι.»

«Τι της είπες, Αντώνη;»

«Ότι έχουμε αποφασίσει να προχωρήσουμε χωριστά.»

Κάθισα απέναντί του.

Ξαφνικά καταλάβαινα γιατί μου είχε προτείνει εκείνη τη συμφωνία με τόσο μεγάλη σιγουριά.

Δεν ήθελε πραγματικά να επαναπροσδιορίσουμε τον γάμο μας.

Ήθελε να αποκτήσει μια εξήγηση που θα του επέτρεπε να συνεχίσει κάτι το οποίο είχε ήδη παρουσιάσει διαφορετικά στην άλλη γυναίκα.

«Και τώρα φοβάσαι ότι θα μάθει την αλήθεια;»

«Δεν είναι τόσο απλό.»

«Για μένα είναι.»

«Η Μαρίνα έχει περάσει δύσκολα. Δεν θέλω να την πληγώσω.»

Αυτή η φράση με έκανε να γελάσω.

Όχι δυνατά.

Ήταν ένα μικρό, πικρό γέλιο.

«Είκοσι τέσσερα χρόνια μαζί, Αντώνη. Και μου λες ότι φοβάσαι μήπως πληγωθεί μια γυναίκα που γνώρισες πριν από λίγους μήνες.»

«Δεν είπα ότι δεν με νοιάζεις.»

«Απλώς δεν χρειάστηκε ποτέ να το αποδείξεις.»

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στο δωμάτιο της Δανάης.

Το επόμενο πρωί ο Αντώνης μού έστειλε μήνυμα από το γραφείο.

«Συγγνώμη για χθες. Σε παρακαλώ, ας μην το κάνουμε μεγαλύτερο θέμα.»

Δεν απάντησα.

Το μεσημέρι τηλεφώνησα στη Σοφία.

«Έχεις λίγο χρόνο;»

Βρεθήκαμε σε ένα μικρό καφέ κοντά στη Ροτόντα.

Της εξήγησα τι είχε συμβεί, χωρίς να κρύψω τη δική μου αμηχανία.

Με άκουσε προσεκτικά.

«Και γιατί πιστεύεις ότι θύμωσε τόσο για την παράσταση;» με ρώτησε.

«Γιατί θα είναι εκεί η γυναίκα με την οποία βγαίνει.»

«Η Μαρίνα;»

«Ναι.»

Η Σοφία άφησε το φλιτζάνι της.

«Ποια Μαρίνα;»

Της είπα το επίθετο που γνώριζα.

Η Σοφία συνοφρυώθηκε.

«Περίμενε. Η Μαρίνα Δεληγιάννη;»

«Τη γνωρίζεις;»

«Έχει αναλάβει την παραγωγή της παράστασης.»

Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά γρηγορότερα.

«Είσαι σίγουρη;»

«Φυσικά. Η εταιρεία της συνεργάζεται με τους διοργανωτές. Εγώ βοήθησα με κάποιες προσκλήσεις.»

Η Σοφία με κοίταξε προσεκτικά.

«Ελένη, υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρεις.»

«Τι;»

«Η Μαρίνα δεν είναι απλώς προσκεκλημένη. Εκείνη τη βραδιά θα παρουσιάσει δημόσια έναν νέο επαγγελματικό συνεργάτη της.»

Το στομάχι μου σφίχτηκε.

«Ποιον;»

«Δεν ξέρω. Αλλά από όσα έχω ακούσει, πρόκειται για έναν ασφαλιστικό σύμβουλο που θα αναλάβει την κάλυψη των εκδηλώσεών τους.»

Κοίταξα τη Σοφία.

Ο Αντώνης ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος.

Μου είχε πει πως τελευταία προσπαθούσε να κλείσει μια μεγάλη συνεργασία.

Κάθε φορά που επέστρεφε αργά, ισχυριζόταν ότι βρισκόταν σε επαγγελματικές συναντήσεις.

Δεν ήξερα πλέον ποιο κομμάτι ήταν αλήθεια και ποιο ψέμα.

Όμως ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο.

Η Μαρίνα και ο Αντώνης δεν μοιράζονταν μόνο μια προσωπική σχέση.

Είχαν μπλέξει και τις δουλειές τους.

Εκείνο το απόγευμα δεν γύρισα κατευθείαν στο σπίτι.

Περπάτησα από τη Ροτόντα μέχρι τη Νέα Παραλία. Κάθισα απέναντι από τη θάλασσα και τηλεφώνησα στην κόρη μου.

«Μαμά, τι έγινε;» με ρώτησε η Δανάη.

«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.»

«Πες μου.»

«Αν ένας άνθρωπος σου έλεγε ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά θύμωνε όταν άρχιζες πραγματικά να ζεις όπως θέλεις, τι θα σκεφτόσουν;»

Η Δανάη έμεινε για λίγο σιωπηλή.

«Ότι μάλλον δεν ήθελε να είμαι ελεύθερη. Ήθελε απλώς να μην τον ενοχλώ.»

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

Η κόρη μου ήταν είκοσι ενός χρονών.

Και είχε καταλάβει σε λίγα δευτερόλεπτα κάτι που εγώ προσπαθούσα χρόνια να εξηγήσω στον εαυτό μου.

«Μαμά, είσαι καλά;»

«Θα είμαι.»

«Έχει γίνει κάτι με τον μπαμπά;»

Δεν της είπα όλες τις λεπτομέρειες.

Της εξήγησα όμως ότι περνούσαμε μια δύσκολη περίοδο και πως μπορεί να χρειαζόταν να πάρουμε αποφάσεις.

Η Δανάη δεν μου είπε τι να κάνω.

Μου είπε μόνο:

«Ό,τι κι αν αποφασίσεις, μη μείνεις κάπου μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι ότι θα στενοχωρηθώ εγώ.»

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα μεγαλώσει μια γυναίκα με περισσότερο θάρρος απ’ όσο είχα επιτρέψει στον εαυτό μου.

Την Παρασκευή φόρεσα ένα σμαραγδί φόρεμα που είχα αγοράσει δύο χρόνια νωρίτερα και δεν είχα φορέσει ποτέ.

Έφτιαξα τα μαλλιά μου, έβαλα λίγο κραγιόν και πήρα την τσάντα μου.

Ο Αντώνης καθόταν στο σαλόνι.

Μόλις με είδε, σηκώθηκε.

«Πού πας;»

«Στην παράσταση.»

«Ελένη, νόμιζα ότι το είχαμε λύσει.»

«Δεν λύσαμε τίποτα.»

«Θα έρθεις σε δύσκολη θέση.»

«Ίσως.»

«Θα με εκθέσεις.»

Τον κοίταξα.

«Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα εγώ γι’ αυτό.»

Έμεινε ακίνητος.

Κι ύστερα ρώτησε:

«Με ποιον θα πας;»

«Θα το μάθεις αν αποφασίσεις να έρθεις.»

Δεν ήταν εκδίκηση.

Δεν ήθελα να τον βασανίσω.

Απλώς είχα κουραστεί να δίνω λογαριασμό για πράγματα που εκείνος θεωρούσε αυτονόητα για τον εαυτό του.

Στο Μέγαρο συνάντησα τη Σοφία στην είσοδο.

Φορούσε ένα κόκκινο σακάκι και κρατούσε δύο προγράμματα.

«Έτοιμη;»

«Όσο μπορώ.»

Μπήκαμε μαζί.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Υπήρχαν άνθρωποι από τον χώρο των επιχειρήσεων, δημοσιογράφοι τοπικών μέσων και αρκετοί γνωστοί της Σοφίας.

Δεν είχα πάει εκεί για να δημιουργήσω σκηνή.

Το είχα αποφασίσει από πριν.

Αν συναντούσα τη Μαρίνα, δεν θα την πλησίαζα για να τη φέρω σε δύσκολη θέση.

Δεν μου είχε υποσχεθεί εκείνη τίποτα.

Ο άνθρωπος που μου είχε υποσχεθεί πίστη, σεβασμό και ειλικρίνεια ήταν ο Αντώνης.

Λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, η Σοφία άγγιξε το χέρι μου.

«Εκεί είναι.»

Ακολούθησα το βλέμμα της.

Η Μαρίνα στεκόταν κοντά στην είσοδο της αίθουσας με ένα μπλε κοστούμι. Ήταν όμορφη, περιποιημένη και φαινόταν αγχωμένη.

Δίπλα της βρισκόταν ένας άντρας με γκρι σακάκι.

Δεν ήταν ο Αντώνης.

Μιλούσαν χαμηλόφωνα.

Η Μαρίνα έβγαλε το κινητό της και κοίταξε κάτι στην οθόνη.

Ύστερα γύρισε προς την είσοδο.

Και τότε εμφανίστηκε ο άντρας μου.

Με είδε σχεδόν αμέσως.

Πάγωσε.

Η Μαρίνα ακολούθησε το βλέμμα του.

Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.

Ύστερα εκείνη πλησίασε.

«Ελένη;» ρώτησε διστακτικά.

Έμεινα έκπληκτη.

«Ξέρετε ποια είμαι;»

Η Μαρίνα κοίταξε τον Αντώνη.

«Μου είχε πει ότι πιθανόν θα ερχόσασταν.»

Η Σοφία στάθηκε διακριτικά δίπλα μου.

«Ας μιλήσουμε μετά την παράσταση», είπα.

Η Μαρίνα ένευσε.

Αλλά ο Αντώνης δεν άντεξε.

«Μαρίνα, δεν υπάρχει λόγος να μπλέξουμε προσωπικά θέματα εδώ.»

Εκείνη τον κοίταξε με μια ψυχρότητα που δεν περίμενα.

«Αντώνη, σε παρακαλώ, μη μιλάς εκ μέρους μου.»

Η παράσταση άρχισε.

Για δύο ώρες παρακολούθησα μουσικούς και ηθοποιούς να μιλούν για αποχωρισμούς, επιστροφές και δεύτερες ευκαιρίες.

Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δεν σκεφτόμουν τι θα φάμε την επόμενη μέρα, αν πλήρωσα τη ΔΕΗ ή αν ο Αντώνης είχε καθαρά πουκάμισα.

Ήμουν απλώς εκεί.

Στη θέση μου.

Ακούγοντας μουσική.

Μετά το τέλος, η Μαρίνα μας πλησίασε στο φουαγιέ.

«Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για πέντε λεπτά;»

Η Σοφία προσφέρθηκε να περιμένει λίγο πιο πέρα.

Ο Αντώνης πλησίασε κι εκείνος.

«Νομίζω ότι δεν είναι απαραίτητο.»

Η Μαρίνα γύρισε προς το μέρος του.

«Για μένα είναι.»

Βρήκαμε ένα ήσυχο σημείο κοντά στις μεγάλες τζαμαρίες.

Η Μαρίνα με κοίταξε.

«Ο Αντώνης μού είπε ότι ζείτε χωριστές ζωές εδώ και δύο χρόνια.»

«Μένουμε στο ίδιο σπίτι», απάντησα.

«Το ξέρω. Μου είχε εξηγήσει ότι δεν υπάρχει πλέον συζυγική σχέση και ότι περιμένετε να τελειώσουν κάποια οικονομικά ζητήματα.»

«Πριν από έναν μήνα μού πρότεινε να έχουμε ανοιχτό γάμο.»

Η Μαρίνα έμεινε ακίνητη.

«Πριν από έναν μήνα;»

«Ναι.»

Γύρισε προς τον Αντώνη.

«Εμείς βγαίνουμε εδώ και τέσσερις μήνες.»

Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα.

Ο χρόνος είχε μιλήσει από μόνος του.

Ο Αντώνης προσπάθησε να εξηγήσει.

Είπε ότι ο γάμος μας είχε τελειώσει συναισθηματικά. Ότι φοβόταν τις αντιδράσεις. Ότι δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν.

Η Μαρίνα τον σταμάτησε.

«Δεν με νοιάζει αν ο γάμος σου είχε προβλήματα. Με νοιάζει ότι μου είπες πως είχατε συμφωνήσει να χωρίσετε, ενώ δεν ήταν αλήθεια.»

Έβγαλε από την τσάντα της έναν μικρό φάκελο.

«Και υπάρχει και κάτι άλλο.»

Ο Αντώνης άλλαξε χρώμα.

«Μαρίνα, όχι εδώ.»

Εκείνη δεν ύψωσε τη φωνή της.

«Μου είχες ζητήσει να εγκρίνω προκαταβολικά τη συνεργασία με το γραφείο σου. Επειδή μου είπες ότι θα αφήσεις σύντομα τη σημερινή σου οικογενειακή κατάσταση πίσω σου και θα ξεκινήσεις από την αρχή.»

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος.

Όχι για τη σχέση τους.

Αλλά για την ευκολία με την οποία ο άντρας μου είχε σχεδιάσει ένα μέλλον χωρίς να με ενημερώσει.

«Ποια οικογενειακή κατάσταση;» ρώτησα.

Ο Αντώνης δεν μίλησε.

Η Μαρίνα συνέχισε:

«Μου είπε ότι σκοπεύετε να πουλήσετε το διαμέρισμα και να μοιράσετε τα χρήματα.»

Τον κοίταξα.

Το σπίτι μας ήταν στο όνομα και των δύο.

Είχαμε ακόμη δάνειο.

Ποτέ δεν είχαμε συζητήσει πώληση.

«Αντώνη, έχεις μιλήσει σε κάποιον για το διαμέρισμα;»

«Έκανα απλώς κάποιες ερωτήσεις.»

«Σε ποιον;»

«Σε έναν μεσίτη.»

Δεν ένιωσα θυμό εκείνη τη στιγμή.

Ένιωσα μια τρομακτική διαύγεια.

Ο άντρας μου δεν είχε ζητήσει μόνο ελευθερία στις προσωπικές του σχέσεις.

Είχε αρχίσει να οργανώνει μια καινούργια ζωή, θεωρώντας ότι εγώ θα δεχόμουν όσα αποφάσιζε.

Η Μαρίνα έδωσε στον Αντώνη τον φάκελο.

«Η εταιρεία μου δεν θα προχωρήσει σε αυτή τη συνεργασία. Θα εξετάσουμε άλλες προσφορές.»

«Μαρίνα, αυτό δεν έχει σχέση με τη δουλειά.»

«Για μένα έχει. Όταν κάποιος μου δίνει ψευδή εικόνα για σημαντικά πράγματα, δεν μπορώ εύκολα να τον εμπιστευτώ και επαγγελματικά.»

Ύστερα στράφηκε προς εμένα.

«Δεν ήξερα όλη την αλήθεια. Λυπάμαι.»

«Κι εγώ», της είπα.

Δεν αγκαλιαστήκαμε.

Δεν γίναμε φίλες.

Απλώς δύο γυναίκες βρεθήκαμε για λίγα λεπτά αντιμέτωπες με τις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας.

Και καθεμία είχε δικαίωμα να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό που έμαθε.

Στο αυτοκίνητο, καθώς επιστρέφαμε, ο Αντώνης ήταν σιωπηλός.

Στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Όλγας με τη Μπότσαρη, μου είπε:

«Θα μπορούσες να είχες αποφύγει όλο αυτό.»

Κοίταξα τα φώτα των καταστημάτων.

«Τι ακριβώς;»

«Την ταπείνωση.»

Γύρισα προς το μέρος του.

«Αντώνη, δεν σου είπα ποτέ να πεις ψέματα στη Μαρίνα. Ούτε να μιλήσεις για πώληση του σπιτιού. Ούτε να μου προτείνεις έναν ανοιχτό γάμο χωρίς να μου εξηγήσεις τι είχε ήδη συμβεί.»

«Δεν ήθελα να σε χάσω.»

«Όχι», του απάντησα. «Δεν ήθελες να αλλάξει η ζωή σου μέχρι να είσαι έτοιμος να την αλλάξεις εσύ.»

Δεν μίλησε ξανά.

Το επόμενο πρωί τηλεφώνησα σε μια δικηγόρο που μου είχε συστήσει παλιότερα μια συνάδελφος.

Δεν έκανα αμέσως αίτηση διαζυγίου.

Ήθελα πρώτα να μάθω τι επιλογές είχα και πώς θα προστάτευα τα δικαιώματά μου στο κοινό μας σπίτι.

Μίλησα επίσης με τη Δανάη.

Της εξήγησα ότι ο πατέρας της κι εγώ αντιμετωπίζαμε σοβαρά προβλήματα και πως πιθανόν να χωρίζαμε.

Δεν της ζήτησα να πάρει το μέρος μου.

Η κόρη μας έκλαψε.

Ύστερα με ρώτησε κάτι που δεν περίμενα.

«Μαμά, εσύ τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου;»

«Τι εννοείς;»

«Όχι με τον μπαμπά. Εσύ. Αν αύριο μπορούσες να αποφασίσεις χωρίς να χρειάζεται να φροντίσεις κανέναν, τι θα έκανες;»

Έμεινα σιωπηλή.

Κανείς δεν μου είχε κάνει αυτή την ερώτηση εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Τελικά της είπα:

«Θα ήθελα να ξαναφτιάχνω σκηνικά.»

Η Δανάη χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.

«Τότε γιατί δεν το κάνεις;»

Τρεις μήνες αργότερα, ο Αντώνης μετακόμισε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Τούμπα.

Είχαμε συμφωνήσει να ζήσουμε χωριστά και να προσπαθήσουμε να λύσουμε τα οικονομικά ζητήματα χωρίς περιττές συγκρούσεις.

Δεν ήταν εύκολο.

Υπήρχαν ημέρες που ξυπνούσα και ήθελα να ακούσω τα κλειδιά του στην πόρτα.

Άλλες φορές θύμωνα τόσο πολύ ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά.

Όμως, σιγά σιγά, άρχισα να αναγνωρίζω τον εαυτό μου μέσα στο καινούργιο καθημερινό πρόγραμμα.

Κάθε Δευτέρα πήγαινα στη θεατρική ομάδα.

Τις Τετάρτες παρακολουθούσα ένα εργαστήριο σκηνογραφίας στον δήμο.

Και μερικά Σάββατα έβγαινα με τη Σοφία για κρασί στα Λαδάδικα.

Το πιο παράξενο ήταν ότι δεν χρειάστηκε να γνωρίσω άλλον άντρα για να νιώσω πως η ζωή μου άλλαζε.

Δεν με ενδιέφερε ακόμη κάτι τέτοιο.

Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, η πιο σημαντική γνωριμία ήταν αυτή που έκανα ξανά με τον εαυτό μου.

Ένα απόγευμα του Σεπτεμβρίου, ο Αντώνης με πήρε τηλέφωνο.

«Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη», είπε.

Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε χωρίς να προσθέσει αμέσως κάποια δικαιολογία.

«Σε ακούω.»

«Πίστευα ότι θα ήσουν πάντα εκεί. Ότι, ακόμη κι αν σου έδινα μια ελευθερία που δεν είχες ζητήσει, δεν θα την χρησιμοποιούσες.»

«Το ξέρω.»

«Και όταν είδα εκείνα τα εισιτήρια, τρόμαξα.»

«Επειδή νόμισες ότι υπήρχε άλλος;»

«Όχι μόνο.»

Σταμάτησε για λίγο.

«Επειδή κατάλαβα ότι είχες αρχίσει να φτιάχνεις μια ζωή στην οποία δεν ήμουν απαραίτητος.»

Δεν του απάντησα αμέσως.

Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής κουβέντα που μου είχε πει εδώ και χρόνια.

«Αντώνη, ποτέ δεν ήθελα να είμαι απαραίτητη. Ήθελα να είμαι επιθυμητή. Να με διαλέγεις επειδή το θέλεις, όχι επειδή ξέρεις πως θα σε περιμένω.»

«Υπάρχει πιθανότητα να προσπαθήσουμε ξανά;»

Κοίταξα από το παράθυρο του σπιτιού μου.

Στο μπαλκόνι είχα βάλει καινούργιες γλάστρες με βασιλικό.

Στο τραπεζάκι υπήρχε ένα βιβλίο που διάβαζα τα απογεύματα.

Και δίπλα στην πόρτα κρεμόταν μια μεγάλη υφασμάτινη τσάντα με πινέλα, μολύβια και σχέδια.

«Δεν ξέρω», του είπα. «Και δεν θα σου υποσχεθώ κάτι μόνο και μόνο για να αισθανθείς καλύτερα.»

Δεν με πίεσε.

«Το καταλαβαίνω.»

Εκείνο το βράδυ είχα πρόβα.

Η ομάδα μας ετοίμαζε μια μικρή παράσταση βασισμένη σε ιστορίες γυναικών της πόλης.

Εγώ είχα αναλάβει τα σκηνικά.

Ένα από αυτά ήταν ένα παλιό καθιστικό με δύο πολυθρόνες, ένα τραπέζι και μια πόρτα.

Ο σκηνοθέτης μού ζήτησε να κάνω την πόρτα να φαίνεται σαν να οδηγεί σε κάτι σημαντικό, παρόλο που πίσω της δεν υπήρχε τίποτα.

Σκέφτηκα για λίγο.

Ύστερα πρότεινα να μείνει μισάνοιχτη και να φαίνεται πίσω της μόνο το φυσικό φως της σκηνής.

«Γιατί;» με ρώτησε.

«Γιατί μερικές φορές αυτό που υπάρχει πίσω από μια πόρτα δεν χρειάζεται να το δείξεις. Αρκεί να καταλάβει ο άνθρωπος ότι μπορεί να την ανοίξει.»

Ο σκηνοθέτης χαμογέλασε.

«Αυτό θα κάνουμε.»

Η παράσταση ανέβηκε τον Νοέμβριο.

Η Δανάη ήρθε από την Πάτρα ειδικά για να τη δει.

Στο τέλος, όταν οι θεατές άρχισαν να χειροκροτούν, με τράβηξε στη σκηνή μαζί με τους υπόλοιπους συντελεστές.

Δεν ήξερα πού να σταθώ.

Ένιωθα αμήχανα, σαν παιδί.

Η κόρη μου φώναξε από την πρώτη σειρά:

«Μπράβο, μαμά!»

Και ξαφνικά γέλασα.

Όχι επειδή όλα είχαν λυθεί.

Το διαζύγιο δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Τα οικονομικά εξακολουθούσαν να μας απασχολούν. Και υπήρχαν βράδια που ένιωθα μοναξιά.

Αλλά ήμουν εκεί, μπροστά σε ανθρώπους που χειροκροτούσαν κάτι που είχα φτιάξει με τα δικά μου χέρια.

Μετά την παράσταση, καθώς μαζεύαμε τα πράγματά μας, βρήκα μέσα στην τσάντα μου τα δύο παλιά εισιτήρια του Μεγάρου.

Τα είχα κρατήσει χωρίς να το καταλάβω.

Η Σοφία τα είδε.

«Ακόμη τα έχεις;»

«Ναι.»

«Για ενθύμιο;»

Τα κοίταξα.

Θυμήθηκα τον Αντώνη να τα κρατά θυμωμένος στην κουζίνα.

Θυμήθηκα τον φόβο μου όταν ξεκίνησα μόνη για την παράσταση.

Και θυμήθηκα την πρώτη φορά που γέλασα πραγματικά με τη θεατρική ομάδα.

«Για υπενθύμιση», της είπα.

«Τίνος πράγματος;»

Έβαλα τα εισιτήρια προσεκτικά στην τσέπη μου.

«Ότι κάποτε νόμιζα πως χρειαζόμουν άδεια για να πάω οπουδήποτε.»

Η Σοφία με αγκάλιασε.

Βγήκαμε μαζί στον κρύο αέρα της Θεσσαλονίκης.

Στην παραλία φυσούσε δυνατά και τα φώτα της πόλης καθρεφτίζονταν στη θάλασσα.

Το κινητό μου χτύπησε.

Ήταν μήνυμα από τον Αντώνη.

«Ελπίζω να πήγε καλά η παράστασή σου.»

Του απάντησα:

«Πήγε πολύ καλά. Σε ευχαριστώ.»

Και συνέχισα να περπατώ.

Ο άντρας μου είχε πιστέψει ότι η ελευθερία θα ήταν ένα δώρο που θα μου πρόσφερε εκείνος, με τους δικούς του όρους.

Δεν είχε υπολογίσει πως, μόλις άρχιζα να τη νιώθω, θα καταλάβαινα ότι δεν ήταν ποτέ δική του για να μου τη χαρίσει.

Όσο για τα δύο εισιτήρια που τον είχαν κάνει να χάσει την ψυχραιμία του;

Δεν ήταν για κάποιον κρυφό εραστή.

Το ένα ήταν δικό μου.

Το άλλο ήταν της φίλης που μου θύμισε ποια ήμουν πριν αρχίσω να ζω μόνο για τους άλλους.

Και ίσως αυτή να ήταν η πιο απρόσμενη ανατροπή απ’ όλες.

Ο Αντώνης φοβόταν ότι θα έβρισκα έναν άλλον άντρα.

Δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα μπορούσα απλώς να ξαναβρώ εμένα.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More