Αυτή η εκδοχή διορθώνει τα εκφραστικά λάθη, κάνει τους διαλόγους πιο αληθοφανείς και κλείνει τα κενά στην πλοκή.
Στα 32 του χρόνια, ο Ρόμπερτ ζούσε μια ισορροπημένη ζωή ως αφοσιωμένος σύζυγος και πατέρας. Εδώ και πέντε χρόνια, ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος στην οικογένεια, ενώ η σύζυγός του, Κάντις, είχε αναλάβει τη φροντίδα του σπιτιού και του πεντάχρονου γιου τους, Σάμιουελ.
Η ηρεμία του σπιτιού όμως διαταράχθηκε όταν ο Ρόμπερτ παρατήρησε μια παράξενη αποξένωση ανάμεσα στον Σαμ και τη μητέρα του. Ο μικρός απέφευγε τις αγκαλιές της και φαινόταν κλειστός.
Προβληματισμένος, ο Ρόμπερτ πλησίασε τον γιο του. «Σαμ, συμβαίνει κάτι; Γιατί αποφεύγεις τη μαμά τελευταία;» ρώτησε. Ο Σαμ, με βλέμμα λυπημένο, απάντησε: «Η μαμά έχει ένα μυστικό. Είναι διαφορετική πια».

«Τι εννοείς;» απόρησε ο Ρόμπερτ. «Κλαίει συνέχεια στο δωμάτιο όταν λείπεις. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου φώναξε να βγω έξω. Κρατούσε μια φωτογραφία, αλλά την έκρυψε βιαστικά σε ένα πράσινο κουτί κάτω από το στρώμα».
Ο Ρόμπερτ, σοκαρισμένος από την περιγραφή του γιου του, αποφάσισε να δράσει. Αφού βεβαιώθηκε ότι ο Σαμ πήγε στο δωμάτιό του, έψαξε και βρήκε το κουτί. Όταν η Κάντις μπήκε στο δωμάτιο, τον βρήκε να κρατά τη φωτογραφία ενός άγνωστου άντρα.
«Μου κρύβεις κάτι, Κάντις;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, δείχνοντάς της τη φωτογραφία. «Ποιος είναι αυτός; Με απάτησες;» Η Κάντις κατέρρευσε. «Όχι, Ρόμπερτ! Δεν είναι αυτό που νομίζεις. Είναι ο αδελφός μου… ο δίδυμος αδελφός μου».
Εξήγησε ότι λίγο πριν πεθάνει, η γιαγιά της της είχε αποκαλύψει ένα οικογενειακό μυστικό: Η μητέρα της Κάντις είχε αποκτήσει δίδυμα από μια εξωσυζυγική σχέση.
Για να μη διαλυθεί ο γάμος της, τα παιδιά δόθηκαν για υιοθεσία, αλλά η Κάντις τελικά παρέμεινε στην οικογένεια χωρίς να μάθει ποτέ την αλήθεια, μέχρι τώρα.
«Κλαίω γιατί νιώθω ότι έζησα ένα ψέμα», ομολόγησε η Κάντις δακρυσμένη. «Θέλω να τον γνωρίσω, αλλά φοβάμαι ότι αν το κάνω, θα πληγώσω τους γονείς που με μεγάλωσαν».
Ο Ρόμπερτ, νιώθοντας ανακούφιση αλλά και συγκίνηση, την πήρε αγκαλιά, υποσχόμενος να τη στηρίξει σε όποια απόφαση κι αν έπαιρνε.