Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε ρυθμικά. Τικ, τακ. Τικ, τακ. Ένας ήχος που άλλοτε με ηρεμούσε, τώρα μου έσκιζε τα μηνίγγια.
Ήταν έντεκα το βράδυ. Ο Μάνος καθόταν στον καναπέ, με το βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη του κινητού του. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από την μπλε λάμψη της οθόνης, αφήνοντας το υπόλοιπο δωμάτιο στο σκοτάδι. Εγώ ήμουν καθισμένη στην πολυθρόνα, ακριβώς απέναντί του. Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο, ή μάλλον, κοίταξε μέσα από μένα.
«Ελένη, φέρε μου ένα ποτήρι νερό, σε παρακαλώ», είπε μηχανικά, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βίντεο που παρακολουθούσε.
Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή του. Ούτε καν ασέβεια. Υπήρχε κάτι πολύ χειρότερο: μια απόλυτη, δεδομένη βεβαιότητα.
Σηκώθηκα. Τα πόδια μου ήταν βαριά. Πήγα στην κουζίνα, άνοιξα τη βρύση και κοίταξα το είδωλό μου στο τζάμι του παραθύρου. Εκείνη τη στιγμή, σαν μια ξαφνική ηλεκτρική εκκένωση, με χτύπησε η αλήθεια. Δεν ήμουν πια η γυναίκα του. Δεν ήμουν καν ένας άνθρωπος με επιθυμίες, όνειρα ή φωνή. Είχα γίνει έπιπλο. Ένας αναπαυτικός καναπές, μια χρήσιμη βιβλιοθήκη, ένα φωτιστικό που το ανάβεις όταν σκοτεινιάζει και το σβήνεις όταν δεν το χρειάζεσαι πια. Ήμουν η «βολική» του σύντροφος. Πάντα εκεί, πάντα αθόρυβη, πάντα δεδομένη.
Καθώς το νερό ξεχείλιζε από το ποτήρι, μια κρύα, απόλυτη ηρεμία με κυρίευσε. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, όχι από φόβο, αλλά από μια πρωτόγνωρη αποφασιστικότητα. Αυτό τελειώνει απόψε, σκέφτηκα. Θα αλλάξω τους κανόνες του παιχνιδιού.

Το Σχέδιο
Επέστρεψα στο σαλόνι και του άφησα το ποτήρι. Δεν είπα λέξη. Εκείνος το πήρε, ήπιε μια γουλιά, χωρίς να πει «ευχαριστώ», και συνέχισε να σκρολάρει.
Τις επόμενες μέρες, η συμπεριφορά μου άλλαξε ριζικά, αλλά με έναν τρόπο που δεν κινούσε υποψίες. Σταμάτησα να παραπονιέμαι, σταμάτησα να ζητάω την προσοχή του. Αντίθετα, άρχισα να προετοιμάζω τη μεγάλη ανατροπή. Η ένταση μέσα μου μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κάθε φορά που με κοιτούσε σαν να ήμουν αόρατη, το πείσμα μου ατσαλωνόταν.
Άρχισα να λείπω από το σπίτι σε ώρες που δεν συνηθιζόταν. Αγόρασα καινούργια ρούχα, πιο έντονα, πιο τολμηρά. Άλλαξα το άρωμά μου με κάτι βαρύ, εξωτικό, που γέμιζε το δωμάτιο.
Ο Μάνος άρχισε να το παρατηρεί. Το έβλεπα στα μάτια του. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το βλέμμα του δεν με προσπερνούσε. Με ακολουθούσε.
«Πού πας πάλι απόψε;» με ρώτησε μια Τετάρτη, καθώς φορούσα ένα μαύρο, στενό φόρεμα.
«Έχω μια δουλειά, μην με περιμένεις για φαγητό», απάντησα με ένα αινιγματικό χαμόγελο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είχε γίνει ηλεκτρισμένη. Η σιωπή μεταξύ μας δεν ήταν πια η σιωπή της βαρεμάρας, αλλά η σιωπή πριν από την καταιγίδα. Εκείνος ένιωθε ότι έχανε τον έλεγχο της «βολικής» του ζωής. Εγώ ένιωθα τη δύναμη να επιστρέφει στις φλέβες μου.
Η Νύχτα της Κρίσης
Το αποκορύφωμα ήρθε την Παρασκευή. Είχα κανονίσει τα πάντα. Το σενάριο ήταν έτοιμο στο μυαλό μου και η ένταση είχε φτάσει στο απροχώρητο.
Γύρισα στο σπίτι αργά, γύρω στα μεσάνυχτα. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Ο Μάνος περπατούσε νευρικά πάνω-κάτω στο σαλόνι. Μόλις με είδε, σταμάτησε. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, τα μάτια του γεμάτα θυμό, αλλά και κάτι άλλο… φόβο. Φόβο ότι το έπιπλό του είχε αποκτήσει πόδια και έφευγε.
«Πρέπει να μιλήσουμε. Τώρα», είπε, και η φωνή του έτρεμε ελαφρώς. «Τι συμβαίνει μαζί σου, Ελένη; Έχεις αλλάξει. Λείπεις συνέχεια. Έχεις κάποιον άλλον; Πες μου την αλήθεια!»
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Αυτή ήταν η στιγμή. Η ένταση στο δωμάτιο μπορούσε να κοπεί με μαχαίρι. Τον κοίταξα στα μάτια, σταθερά, χωρίς να δείξω κανένα συναίσθημα.
«Ναι, Μάνο», είπα σιγανά, κάνοντας μια μικρή παύση για να νιώσει το βάρος των λέξεων. «Υπάρχει κάποιος άλλος. Κάποιος που με βλέπει, που με εκτιμά, που δεν με θεωρεί δεδομένη».
Το πρόσωπό του κατέρρευσε. Έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να τον είχα χτυπήσει στο στήθος. «Ποιος… ποιος είναι;» ψέλλισε.
Η Ανατροπή
Χαμογέλασα ελαφρά. Πλησίασα το τραπέζι, άνοιξα την τσάντα μου και έβγαλα ένα φάκελο. Τον άφησα μπροστά του.
Ο Μάνος, με χέρια που έτρεμαν, άνοιξε τον φάκελο. Περίμενε να δει φωτογραφίες με κάποιον εραστή, μηνύματα, αποδείξεις προδοσίας. Αντίθετα, μέσα υπήρχαν τρία έγγραφα:
-
Ένα συμβόλαιο αγοράς ενός νέου διαμερίσματος στο όνομά μου.
-
Μια έγκριση δανείου για τη δική μου, νέα επιχείρηση — το δικό μου αρχιτεκτονικό γραφείο που πάντα ονειρευόμουν αλλά ποτέ δεν με στήριξε να ξεκινήσω.
-
Ένα υπογεγραμμένο χαρτί διαζυγίου από τον δικηγόρο μου.
Με κοίταξε εντελώς χαμένος. «Δεν καταλαβαίνω… Ποιος είναι αυτός ο άλλος;»
Τον κοίταξα στα μάτια με όλη την περηφάνια που είχα κρύψει μέσα μου τόσα χρόνια και του είπα:
«Αυτός ο άλλος, Μάνο… είναι ο εαυτός μου. Τον είχα χάσει για χάρη σου, αλλά τον ξαναβρήκα. Και αυτή τη φορά, δεν πρόκειται να τον αφήσω για κανέναν».
Γύρισα την πλάτη μου, πήρα τη βαλίτσα που είχα κρύψει στην ντουλάπα της εισόδου, και βγήκα στο δρόμο, αναπνέοντας επιτέλους τον καθαρό αέρα της ελευθερίας μου.