Οι συγγενείς μοίραζαν ήδη την κληρονομιά δίπλα στο φέρετρο… Όμως ο δικηγόρος έβγαλε έναν δεύτερο φάκελο που κανείς δεν γνώριζε

by Impress story
251 views

Η βροχή χτυπούσε ασταμάτητα τα ψηλά παράθυρα του παλιού αρχοντικού, ενώ στο μεγάλο σαλόνι επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Στο κέντρο του χώρου βρισκόταν το φέρετρο του παππού μου, του Στέφανου Λεοντίου, περιτριγυρισμένο από λευκά κρίνα και αναμμένα κεριά.

Ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός, περήφανος και απρόβλεπτος. Είχε δημιουργήσει μόνος του μια τεράστια κατασκευαστική εταιρεία, είχε αγοράσει ακίνητα σε όλη τη χώρα και είχε αποκτήσει περιουσία που κανείς στην οικογένεια δεν μπορούσε να υπολογίσει με ακρίβεια.

Όμως εκείνο το απόγευμα, λίγες μόνο ώρες μετά την κηδεία, οι συγγενείς μου δεν μιλούσαν για τη ζωή του.

Μιλούσαν για τα χρήματά του.

—Το σπίτι στην Κηφισιά λογικά περνάει σε εμένα, είπε ο θείος μου ο Δημήτρης, πίνοντας ουίσκι δίπλα στο φέρετρο. Είμαι ο μεγαλύτερος γιος. Είναι το φυσιολογικό.

—Το φυσιολογικό; απάντησε ειρωνικά η θεία μου η Ελένη. Εσύ δεν εμφανίστηκες ούτε μία φορά στο νοσοκομείο. Εγώ ήμουν αυτή που τηλεφωνούσε στους γιατρούς.

—Τηλεφωνούσες επειδή ήθελες να μάθεις πόσο του απέμενε, όχι επειδή νοιαζόσουν, παρενέβη ο ξάδελφός μου ο Αλέξανδρος.

Η θεία Ελένη κοκκίνισε.

—Εσύ καλύτερα να μη μιλάς. Ο παππούς πλήρωσε τρεις φορές τα χρέη σου!

Οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Κάποιοι άνοιξαν έναν χάρτη με τα ακίνητα της οικογένειας επάνω στο τραπέζι όπου είχαν τοποθετηθεί τα συλλυπητήρια. Άλλοι υπολόγιζαν την αξία της εταιρείας με τα κινητά τους.

Η γιαγιά μου είχε πεθάνει χρόνια πριν. Ο πατέρας μου, ο μικρότερος γιος του Στέφανου, είχε φύγει από τη ζωή όταν ήμουν δεκαεπτά. Έτσι, μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, ήμουν η μοναδική που δεν είχε κάποιον να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της.

Στεκόμουν σε μια γωνία, με το μαύρο παλτό μου ακόμη βρεγμένο από τη βροχή, και τους παρακολουθούσα να μοιράζουν μια περιουσία που δεν τους ανήκε ακόμη.

Κανείς δεν μου μιλούσε.

Για εκείνους ήμουν απλώς η Άννα, η φτωχή εγγονή που εργαζόταν σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο και ζούσε σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα.

Δεν ήξεραν ότι τα τελευταία δύο χρόνια επισκεπτόμουν τον παππού κάθε Τρίτη και Παρασκευή.

Δεν ήξεραν ότι του μαγείρευα όταν δεν μπορούσε πια να σηκωθεί.

Δεν ήξεραν ότι καθόμασταν για ώρες στη βιβλιοθήκη και μου μιλούσε για τα λάθη του, τον πατέρα μου και όσα μετάνιωνε.

Και κυρίως, δεν ήξεραν τι μου είχε πει μία εβδομάδα πριν πεθάνει.

«Όταν έρθει η στιγμή, μη φοβηθείς», είχε ψιθυρίσει. «Άφησέ τους να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι».

Τότε δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε.

Τώρα άρχιζα να καταλαβαίνω.

Η πόρτα του σαλονιού άνοιξε στις έξι ακριβώς.

Ο δικηγόρος του παππού, ο κύριος Μαυρίδης, μπήκε κρατώντας έναν μαύρο δερμάτινο χαρτοφύλακα. Ήταν ένας ψηλός άνδρας γύρω στα εξήντα, με γκρίζα μαλλιά και ανέκφραστο πρόσωπο.

Όλοι σώπασαν αμέσως.

Ο θείος Δημήτρης έβαλε βιαστικά τον χάρτη των ακινήτων κάτω από ένα περιοδικό.

—Κύριε Μαυρίδη, είπε χαμογελώντας, σας περιμέναμε. Υποθέτω ότι έχουμε να συζητήσουμε αρκετά.

Ο δικηγόρος κοίταξε το φέρετρο και μετά τους συγγενείς μου.

—Ο κύριος Λεοντίου είχε ζητήσει η διαθήκη του να διαβαστεί εδώ, στο σπίτι του, την ίδια ημέρα της κηδείας του.

Κάθισαν όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Εγώ έμεινα πίσω, κοντά στο παράθυρο.

—Έλα να καθίσεις κι εσύ, Άννα, είπε ο κύριος Μαυρίδης.

Η θεία Ελένη γύρισε απότομα προς το μέρος μου.

—Χρειάζεται πραγματικά να είναι εδώ; Είναι εγγονή. Ο πατέρας της έχει πεθάνει.

Ο δικηγόρος την κοίταξε ψυχρά.

—Η παρουσία της δεν είναι μόνο απαραίτητη. Είναι μία από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε ο κύριος Λεοντίου.

Ένα κύμα ψιθύρων διέσχισε το δωμάτιο.

Κάθισα στην άκρη του τραπεζιού.

Ο κύριος Μαυρίδης άνοιξε τον χαρτοφύλακα και έβγαλε έναν μεγάλο λευκό φάκελο. Έσπασε τη σφραγίδα και άρχισε να διαβάζει.

Ο παππούς άφηνε στη θεία Ελένη ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας.

Στον θείο Δημήτρη άφηνε ένα εξοχικό και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό.

Στα υπόλοιπα εγγόνια άφηνε μετοχές, οχήματα και καταθέσεις.

Τα πρόσωπά τους φωτίζονταν κάθε φορά που άκουγαν το όνομά τους.

Όταν όμως ο δικηγόρος έφτασε στο τέλος, όλοι κοίταξαν ο ένας τον άλλον μπερδεμένοι.

Δεν είχε αναφέρει ούτε το αρχοντικό, ούτε την εταιρεία, ούτε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας.

—Κάτι λείπει, είπε ο θείος Δημήτρης. Η εταιρεία αξίζει δεκάδες εκατομμύρια.

—Και αυτό το σπίτι; πρόσθεσε η θεία Ελένη. Σε ποιον ανήκει;

Ο κύριος Μαυρίδης δίπλωσε αργά τη διαθήκη.

—Η επίσημη ανάγνωση του πρώτου εγγράφου ολοκληρώθηκε.

—Του πρώτου; ρώτησε ο Αλέξανδρος.

Ο δικηγόρος δεν απάντησε αμέσως.

Έσκυψε ξανά πάνω από τον χαρτοφύλακα και έβγαλε έναν δεύτερο φάκελο. Ήταν μικρότερος, κιτρινισμένος στις άκρες και σφραγισμένος με κόκκινο κερί.

Στο μπροστινό μέρος υπήρχαν γραμμένες με το χέρι του παππού μόνο τέσσερις λέξεις:

«Να ανοιχτεί στο τέλος».

Η θεία Ελένη χλώμιασε.

—Δεν μας είχε πει κανείς για δεύτερο φάκελο.

—Αυτός ήταν ο σκοπός, απάντησε ο δικηγόρος.

Έσπασε τη σφραγίδα.

Μέσα υπήρχε ένα γράμμα, ένα μικρό κλειδί και ένα στικάκι.

Ο κύριος Μαυρίδης άνοιξε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει:

«Προς την οικογένειά μου.

Εάν ακούτε αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι έχω φύγει. Σημαίνει επίσης ότι οι περισσότεροι από εσάς βρίσκεστε στο σαλόνι μου, πιθανότατα συζητώντας ήδη για τα σπίτια, τα χρήματα και την εταιρεία μου.

Ήξερα ότι θα το κάνατε.

Γι’ αυτό σας άφησα να πιστεύετε πως η πρώτη διαθήκη ήταν η μοναδική».

Η θεία Ελένη κοίταξε νευρικά προς το φέρετρο.

Ο δικηγόρος συνέχισε:

«Τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής μου, ζήτησα να καταγράφεται κάθε τηλεφώνημα, κάθε επίσκεψη και κάθε συζήτηση που αφορούσε την υγεία και την περιουσία μου.

Δεν το έκανα για να σας εκδικηθώ.

Το έκανα για να μάθω ποιος θα στεκόταν δίπλα μου όταν δεν είχα πια τίποτα να προσφέρω».

Ο θείος Δημήτρης σηκώθηκε απότομα.

—Αυτό είναι παράνομο! Δεν μπορεί να μας κατέγραφε!

Ο κύριος Μαυρίδης τον αγνόησε.

«Δημήτρη, ήρθες να με δεις δύο φορές. Και τις δύο με ρώτησες πότε θα μεταβιβάσω την εταιρεία.

Ελένη, είπες στον γιατρό μου ότι δεν είχε νόημα να πληρώνουμε ακριβές θεραπείες, επειδή “στην ηλικία του κανείς δεν ζει για πάντα”.

Αλέξανδρε, προσπάθησες να πάρεις την υπογραφή μου σε ένα πληρεξούσιο ενώ ήμουν υπό την επήρεια φαρμάκων.

Σας άφησα όσα θεωρώ αρκετά ώστε να μη μπορείτε να πείτε ότι σας απέκλεισα.

Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μου δεν θα περάσει σε ανθρώπους που περίμεναν τον θάνατό μου σαν επιχειρηματική ευκαιρία».

Κανείς δεν μιλούσε πια.

Ακουγόταν μόνο η βροχή και το ελαφρύ τρίξιμο των κεριών.

Ο δικηγόρος γύρισε τη σελίδα.

«Υπήρχε, όμως, ένας άνθρωπος που δεν μου ζήτησε τίποτα.

Ένας άνθρωπος που μου έφερνε φαγητό, που μου διάβαζε όταν τα μάτια μου δεν άντεχαν και που με άκουσε να ζητώ συγγνώμη για πράγματα που έπρεπε να είχα διορθώσει χρόνια πριν.

Η εγγονή μου, η Άννα».

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν επάνω μου.

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.

«Η Άννα δεν γνωρίζει το περιεχόμενο αυτού του γράμματος. Δεν γνωρίζει ότι, τρεις μήνες πριν από τον θάνατό μου, μετέφερα στην κατοχή ενός οικογενειακού ιδρύματος το εξήντα τοις εκατό των μετοχών της εταιρείας.

Η Άννα ορίζεται πρόεδρος και κύρια διαχειρίστρια του ιδρύματος.

Της αφήνω επίσης το αρχοντικό, τη βιβλιοθήκη μου και το δικαίωμα να αποφασίσει ποια μέλη της οικογένειας θα συνεχίσουν να εργάζονται στην εταιρεία».

Η θεία Ελένη χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι.

—Αυτό είναι γελοίο! Αυτή δεν γνωρίζει τίποτα από επιχειρήσεις!

Ο θείος Δημήτρης με κοίταξε σαν να ήθελε να με εξαφανίσει.

—Τον χειραγώγησες, είπε. Πήγαινες εκεί κρυφά και του γέμιζες το μυαλό!

—Δεν του ζήτησα ποτέ τίποτα, απάντησα ήρεμα.

—Ψεύτρα!

Ο κύριος Μαυρίδης σήκωσε το στικάκι.

—Ο κύριος Λεοντίου είχε προβλέψει ότι ίσως υπάρξουν τέτοιες κατηγορίες. Γι’ αυτό άφησε και ένα βίντεο.

Σύνδεσε το στικάκι στην τηλεόραση του σαλονιού.

Η οθόνη φωτίστηκε.

Ο παππούς εμφανίστηκε καθισμένος στο γραφείο της βιβλιοθήκης. Ήταν αδύναμος, αλλά το βλέμμα του παρέμενε καθαρό.

«Αν βλέπετε αυτό το βίντεο», είπε, «τότε κάποιος από εσάς κατηγορεί ήδη την Άννα ότι με επηρέασε.

Η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική μου.

Η Άννα προσπάθησε πολλές φορές να με πείσει να συμφιλιωθώ μαζί σας. Ακόμη και όταν της αποκάλυψα τι είχατε πει και τι είχατε κάνει, εκείνη ζήτησε να μη σας αποκλείσω εντελώς.

Αν υπάρχει κάποιος που σας υπερασπίστηκε, ήταν εκείνη».

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

Στην οθόνη ο παππούς πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Άννα, το μικρό κλειδί μέσα στον φάκελο ανοίγει το τελευταίο συρτάρι του γραφείου μου. Εκεί θα βρεις τα προσωπικά μου ημερολόγια και μια επιστολή για τον πατέρα σου.

Του φέρθηκα σκληρά. Τον ανάγκασα να φύγει από την εταιρεία επειδή αρνήθηκε να καλύψει μια δική μου λανθασμένη απόφαση. Δεν πρόλαβα να του ζητήσω συγγνώμη.

Σου αφήνω όσα έπρεπε να είχα αφήσει σε εκείνον.

Όχι επειδή είσαι η εγγονή μου.

Αλλά επειδή ήσουν η μόνη που θυμήθηκε ότι, πριν από την περιουσία, ήμουν άνθρωπος».

Το βίντεο τελείωσε.

Για αρκετά δευτερόλεπτα κανείς δεν κουνήθηκε.

Ύστερα η θεία Ελένη πλησίασε προς το μέρος μου.

—Άννα, είπε με ξαφνικά γλυκιά φωνή, είμαστε οικογένεια. Δεν πρέπει να αφήσουμε ένα γράμμα να μας χωρίσει.

Την κοίταξα με δυσπιστία.

Μόλις λίγα λεπτά πριν με είχε αποκαλέσει ψεύτρα.

—Φυσικά και είμαστε οικογένεια, πρόσθεσε ο θείος Δημήτρης. Και η εταιρεία είναι πολύ περίπλοκη. Θα χρειαστείς βοήθεια. Μπορώ να αναλάβω προσωρινά τη διοίκηση.

Ο δικηγόρος έκλεισε τον χαρτοφύλακά του.

Όλοι περίμεναν την απάντησή μου.

Κοίταξα πρώτα το φέρετρο του παππού και μετά τον χάρτη των ακινήτων που προεξείχε ακόμη κάτω από το περιοδικό.

Τότε θυμήθηκα τα λόγια του:

«Άφησέ τους να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι».

—Θα χρειαστώ βοήθεια, είπα τελικά.

Ο θείος Δημήτρης χαμογέλασε.

—Το ήξερα ότι θα σκεφτόσουν λογικά.

—Αλλά όχι τη δική σου.

Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.

Γύρισα προς τον δικηγόρο.

—Από αύριο θέλω πλήρη οικονομικό έλεγχο της εταιρείας. Όλες οι συναλλαγές των τελευταίων πέντε ετών. Και μέχρι να ολοκληρωθεί, κανένα μέλος της οικογένειας δεν θα έχει πρόσβαση στους λογαριασμούς ή στα γραφεία της διοίκησης.

Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε από την καρέκλα.

—Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!

Ο κύριος Μαυρίδης τον κοίταξε ανέκφραστα.

—Σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος, μπορεί.

Η θεία Ελένη άρχισε να φωνάζει. Ο θείος Δημήτρης απειλούσε ότι θα προσέβαλλε τη διαθήκη. Οι υπόλοιποι μιλούσαν όλοι μαζί, προσπαθώντας να μου θυμίσουν ξαφνικά πόσο πολύ με αγαπούσαν.

Εγώ, όμως, δεν τους άκουγα πια.

Πλησίασα το φέρετρο και ακούμπησα το χέρι μου επάνω στο ξύλο.

—Δεν ξέρω αν μπορώ να διορθώσω όλα όσα άφησες πίσω σου, ψιθύρισα. Αλλά θα προσπαθήσω.

Έπειτα ανέβηκα μόνη στη βιβλιοθήκη.

Το μικρό κλειδί άνοιξε το τελευταίο συρτάρι του γραφείου.

Μέσα βρήκα τα ημερολόγια, την επιστολή για τον πατέρα μου και έναν ακόμη μικρό φάκελο με το όνομά μου.

Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς τον άνοιγα.

Υπήρχε μόνο μία σελίδα.

«Άννα,

η περιουσία θα τους κάνει να σε φοβηθούν.

Η εξουσία θα τους κάνει να σε κολακέψουν.

Μην πιστέψεις ούτε τον φόβο ούτε την κολακεία τους.

Να κοιτάζεις πάντα τι κάνουν οι άνθρωποι όταν νομίζουν ότι κανείς δεν τους παρακολουθεί.

Εκεί κρύβεται η αλήθεια τους.

Με αγάπη,

ο παππούς σου».

Από κάτω υπήρχε μια τελευταία, χειρόγραφη σημείωση:

«Και κάτι ακόμη: ο οικονομικός έλεγχος πρέπει να ξεκινήσει από τον Δημήτρη».

Πάγωσα.

Την επόμενη ημέρα ανακαλύψαμε τις πρώτες ύποπτες μεταφορές χρημάτων.

Μέσα σε μία εβδομάδα, οι ελεγκτές βρήκαν εικονικά τιμολόγια, κρυφούς λογαριασμούς και εκατομμύρια που είχαν εξαφανιστεί από την εταιρεία.

Ο θείος Δημήτρης δεν είχε απλώς περιμένει να κληρονομήσει την περιουσία του παππού.

Την έκλεβε ήδη εδώ και χρόνια.

Και τότε κατάλαβα γιατί ο παππούς είχε ετοιμάσει δύο φακέλους.

Ο πρώτος ήταν για να μοιράσει την περιουσία του.

Ο δεύτερος ήταν για να αποκαλύψει την αλήθεια.

Και τελικά, εκείνοι που είχαν αρχίσει να μοιράζουν τα πάντα δίπλα στο φέρετρό του, έφυγαν από το αρχοντικό χωρίς να γνωρίζουν αν την επόμενη φορά που θα συναντιόνταν θα ήταν σε οικογενειακό τραπέζι…

ή σε δικαστική αίθουσα.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More