Το σπίτι στο χωριό, έξω από τη Σπάρτη, μύριζε πάντα θυμάρι, παλιό ξύλο και τη βαριά μυρωδιά των φαρμάκων που τα τελευταία δώδεκα χρόνια είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Όταν ο μπάρμπα-Κώστας έπαθε το πρώτο βαρύ εγκεφαλικό, ο άντρας μου, ο Γιώργος, δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Ήταν ο μόνος γιος. Εγώ, η Ελένη, άφησα τη δουλειά μου στην πόλη, μαζέψαμε τα πράγματά μας και μετακομίσαμε στο πέτρινο πατρικό του για να μην αφήσουμε τον γέροντα σε ίδρυμα.
Η αδερφή του Γιώργου, η Κατερίνα, ζούσε στην Αθήνα. Είχε πάντα μια δικαιολογία για να μην έρχεται. Οι δουλειές της, τα ταξίδια της, οι υποχρεώσεις της. «Εσείς είστε εκεί, εσείς έχετε την ευθύνη, εγώ στέλνω την αγάπη μου», έλεγε στα τηλέφωνα κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, τα ξενύχτια, οι πάνες, τα νοσοκομεία στην Τρίπολη, τα οικονομικά βάρη και η καθημερινή εξάντληση έπεφταν αποκλειστικά στις δικές μας πλάτες. Ο Γιώργος δούλευε στα κτήματα από τα χαράματα για να τα βγάλουμε πέρα, κι εγώ καθάριζα, μαγείρευα και φρόντιζα έναν άνθρωπο που μέρα με τη μέρα έχανε την επαφή με τον κόσμο.
Όταν ο μπάρμπα-Κώστας έκλεισε τα μάτια του για πάντα σε ηλικία 84 ετών, ένα βροχερό πρωινό του Νοεμβρίου, νιώσαμε έναν βαθύ πόνο, αλλά και μια περίεργη ανακούφιση που επιτέλους ξεκουράστηκε. Η κηδεία οργανώθηκε γρήγορα στο μικρό εκκλησάκι του χωριού. Όλοι οι συγχωριανοί ήταν εκεί, μας έσφιγγαν το χέρι και μας έδιναν συλλυπητήρια, αναγνωρίζοντας τη θυσία μας. Η Κατερίνα έφτασε την τελευταία στιγμή, ντυμένη με ένα πανάκριβο μαύρο παλτό, φορώντας μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου και κρατώντας μια πολυτελή δερμάτινη τσάντα. Δεν έκλαψε καθόλου. Το πρόσωπό της ήταν παγωμένο, σαν να βρισκόταν σε μια τυπική επαγγελματική υποχρέωση.
Μετά την ταφή, επιστρέψαμε στο πατρικό σπίτι για τον παραδοσιακό καφέ παρηγοριάς. Το σαλόνι ήταν γεμάτο συγγενείς και γείτονες. Ενώ σέρβιρα τον καφέ με τρεμάμενα χέρια, η Κατερίνα στάθηκε όρθια μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Δίπλα της δεν ήταν κάποιος συγγενής, αλλά ένας άγνωστος άντρας με κοστούμι και έναν βαρύ δερμάτινο χαρτοφύλακα, τον οποίο είχε φέρει μαζί της με το αυτοκίνητο από την Αθήνα.
«Παρακαλώ όλοι να ακούσετε», είπε η Κατερίνα με φωνή κοφτή και δυνατή, διακόπτοντας τα μουρμουρητά. «Ο κύριος δίπλα μου είναι ο συμβολαιογράφος Αθηνών, κύριος Δημητρίου. Επειδή δεν θέλω να υπάρχουν παρεξηγήσεις για τα περιουσιακά, σας ενημερώνω ότι πριν από έξι μήνες, όταν ο πατέρας είχε έρθει για εξετάσεις στην Αθήνα, υπέγραψε επίσημο συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή. Το σπίτι, τα ελαιοπερίβολα και όλα τα χωράφια ανήκουν αποκλειστικά σε μένα. Γιώργο και Ελένη, έχετε ένα μήνα να μαζέψετε τα πράγματά σας και να φύγετε».
👇 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΧΟΛΙΟ! 🔗👀

Στο δωμάτιο έπεσε απόλυτη σιωπή. Ο Γιώργος έμεινε ακίνητος, με το φλιτζάνι του καφέ να τρέμει στα χέρια του, κοιτάζοντας την αδερφή του σαν να έβλεπε ένα φάντασμα. Οι συγγενείς πάγωσαν, ανίκανοι να πιστέψουν ότι την ώρα που το χώμα στον τάφο του πατέρα ήταν ακόμα νωπό, η κόρη του απαιτούσε να πετάξει τον αδερφό της στον δρόμο.
«Τι λες, Κατερίνα;» ψέλλισε ο Γιώργος, με τη φωνή του να σπάει από την οργή και την απόγνωση. «Ποιος πατέρας υπέγραψε; Ο πατέρας τα τελευταία δύο χρόνια δεν αναγνώριζε ούτε εμένα! Είχε βαριά άνοια, ήταν κατάκοιτος, πώς υπέγραψε συμβόλαιο στην Αθήνα;»
Ο συμβολαιογράφος έβγαλε ένα έγγραφο με σφραγίδες και το άφησε πάνω στο ξύλινο τραπέζι. «Το έγγραφο είναι καθόλα νόμιμο και μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο», είπε ψυχρά. «Υπάρχει βεβαίωση γιατρού της Αθήνας ότι ο θανών είχε πλήρη πνευματική διαύγεια κατά την ημέρα της υπογραφής».
Εκείνη τη στιγμή, η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα σπάσει. Θυμήθηκα εκείνο το ταξίδι πριν από έξι μήνες. Η Κατερίνα είχε επιμείνει ξαφνικά να πάρει τον πατέρα στην Αθήνα για δήθεν εξειδικευμένες νευρολογικές εξετάσεις. Τον κράτησε μόλις τρεις μέρες και μας τον έστειλε πίσω εξαντλημένο και τρομαγμένο. Τότε νομίζαμε ότι έδειξε ενδιαφέρον, αλλά τελικά είχε οργανώσει τη μεγαλύτερη προδοσία.
Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος, τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. «Δεν πρόκειται να βγω από αυτό το σπίτι. Εδώ έφτυσα αίμα για δώδεκα χρόνια ενώ εσύ έκανες διακοπές στη Μύκονο. Δεν θα σου περάσει».
«Θα τα πούμε με δικαστικούς επιμελητές, αδερφέ μου», απάντησε ειρωνικά η Κατερίνα, γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το σπίτι μαζί με τον συμβολαιογράφο, αφήνοντας πίσω της ένα διαλυμένο σπιτικό και μια οικογένεια σε απόγνωση.
Τις επόμενες εβδομάδες, το σπίτι μας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Η Κατερίνα δεν έχασε χρόνο. Μας έστειλε εξώδικο, απαιτώντας άμεση εκκένωση του ακινήτου και απειλώντας με αγωγή αποβολής από τη νομή. Ο δικηγόρος που συμβουλευτήκαμε στη Σπάρτη κούνησε το κεφάλι του με προβληματισμό. «Αν το συμβόλαιο έχει γίνει με ιατρική γνωμάτευση και συμβολαιογραφική πράξη, είναι πολύ δύσκολο να προσβληθεί. Χρειαζόμαστε αδιάσειστα στοιχεία ότι ο πατέρας δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και ότι υπήρξε απάτη».
Ήμασταν οικονομικά κατεστραμμένοι. Όλες μας οι αποταμιεύσεις είχαν πάει στα φάρμακα, στους φυσικοθεραπευτές και στις ειδικές τροφές του γέροντα. Δεν είχαμε χρήματα για μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες. Ο Γιώργος άρχισε να καταρρέει ψυχολογικά, νιώθοντας προδομένος από το ίδιο του το αίμα.
Όμως, δεν ήμουν διατεθειμένη να παραδοθώ τόσο εύκολα. Άρχισα να ψάχνω σπιθαμή προς σπιθαμή το δωμάτιο του πεθερού μου, όλα τα συρτάρια, τα παλιά κουτιά παπουτσιών και τα ντοσιέ του. Έψαχνα ιατρικές γνωματεύσεις, συνταγογραφήσεις, οτιδήποτε θα μπορούσε να αποδείξει την πραγματική κατάσταση της υγείας του.
Στον πάτο ενός παλιού ξύλινου μπαούλου, κάτω από μάλλινες κουβέρτες, βρήκα κάτι που δεν περίμενα ποτέ. Ήταν ένα παλιό σημειωματάριο του μπάρμπα-Κώστα, από τα πρώτα χρόνια της ασθένειάς του, όταν ακόμα μπορούσε να γράψει λίγες λέξεις με τρεμάμενο χέρι. Μέσα στο σημειωματάριο υπήρχαν αποδείξεις από τραπεζικές αναλήψεις που είχε κάνει η Κατερίνα πριν από χρόνια, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ένα μικρό ημερολόγιο τσέπης του γιατρού του χωριού, του κυρίου Μιχάλη, ο οποίος είχε συνταξιοδοτηθεί.
Επισκέφτηκα αμέσως τον κύριο Μιχάλη στο σπίτι του. Ο ηλικιωμένος γιατρός, όταν άκουσε τι είχε συμβεί, εξοργίστηκε. «Εγώ παρακολουθούσα τον Κώστα επί δέκα χρόνια», μου είπε. «Έχω στα χέρια μου όλες τις αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου από το Νοσοκομείο Σπάρτης. Ο άνθρωπος είχε εκτεταμένη εγκεφαλική ατροφία και άνοια τελικού σταδίου ήδη από το 2021. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να έχει σώας τας φρένας. Ο γιατρός στην Αθήνα που υπέγραψε τέτοιο χαρτί είτε χρηματίστηκε είτε εξαπατήθηκε με άλλον ασθενή στη θέση του».
Ο γιατρός μας παρέδωσε όλο το ιστορικό με επίσημες σφραγίδες. Παράλληλα, ο δικηγόρος μας κατέθεσε μήνυση για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πλαστογραφία και ψευδή ιατρική βεβαίωση, ζητώντας παράλληλα ασφαλιστικά μέτρα και αναστολή εκτέλεσης της έξωσης.
Όταν η εισαγγελία ξεκίνησε την έρευνα, τα πράγματα πήραν δραματική τροπή. Αποκαλύφθηκε ότι ο γιατρός της Αθήνας ήταν στενός φίλος του συζύγου της Κατερίνας και είχε ήδη κατηγορηθεί στο παρελθόν για έκδοση ψευδών πιστοποιητικών. Μπροστά στον κίνδυνο της φυλάκισης, ο ιδιώτης γιατρός ανακάλεσε τη βεβαίωση, παραδεχόμενος ότι δεν εξέτασε ποτέ ουσιαστικά τον κατάκοιτο ηλικιωμένο, αλλά βασίστηκε σε όσα του είπε η κόρη του.
Το δικαστήριο ακύρωσε οριστικά το συμβόλαιο δωρεάς ως προϊόν απάτης και ακυρότητας λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων. Η περιουσία μοιράστηκε νόμιμα βάσει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, αλλά η Κατερίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με βαρύτατες ποινικές κυρώσεις.
Η μέρα που καθαρίσαμε το όνομα του πατέρα και διασφαλίσαμε το σπίτι μας ήταν η πρώτη μέρα μετά από δώδεκα χρόνια που μπορέσαμε να κοιμηθούμε ήσυχοι. Η Κατερίνα δεν ξαναπάτησε ποτέ το πόδι της στο χωριό. Το πέτρινο σπίτι έμεινε στα χέρια των ανθρώπων που το πόνεσαν, το φρόντισαν και στάθηκαν δίπλα στον γέροντα μέχρι την τελευταία του πνοή με πραγματική αγάπη και αξιοπρέπεια.