Το κυριακάτικο τραπέζι στη βεράντα του σπιτιού στην Κηφισιά είχε στρωθεί με τη γνωστή επισημότητα που απαιτούσε πάντα η κυρία Αλεξάνδρα. Τα ασημένια μαχαιροπίρουνα άστραφταν κάτω από το απογευματινό φως, και το άρωμα από το ψητό αρνί με δεντρολίβανο γέμιζε τον χώρο, όμως η ατμόσφαιρα ήταν τόσο βαριά που σχεδόν δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Η Έλενα καθόταν απέναντι από τον σύζυγό της, τον Νίκο, σφίγγοντας τα χέρια της κάτω από το λινό τραπεζομάντιλο. Για έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσε να κερδίσει την αποδοχή αυτής της γυναίκας, αλλά για την Αλεξάνδρα Καραγιάννη, η Έλενα θα ήταν πάντα μια ξένη, ένα κορίτσι από μια απλή οικογένεια της επαρχίας που «παγίδευσε» τον μοναχογιό της.
Δίπλα στον Νίκο καθόταν η αδελφή του, η Κατερίνα, με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Ο πατέρας της οικογένειας, ο κυρ-Στέφανος, ένας ευγενικός και δίκαιος άνθρωπος που είχε στηρίξει την Έλενα από την πρώτη στιγμή, είχε φύγει από τη ζωή πριν από σαράντα μόλις ημέρες. Το πένθος ήταν ακόμα νωπό, αλλά η απληστία είχε ήδη αρχίσει να δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο.
Η συζήτηση κυλούσε με επιτηδευμένη ευγένεια, μέχρι που η Αλεξάνδρα άφησε το ποτήρι του κρασιού της πάνω στο τραπέζι με έναν απότομο ήχο που πάγωσε τους πάντες. Κοίταξε ευθεία την Έλενα, με μάτια ψυχρά σαν μάρμαρο.
«Έλενα, νομίζω πως ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τις εκκρεμότητες,» είπε με φωνή κοφτή και απόλυτη. «Το σπίτι στη Νάξο, το πατρικό μας στην πλαγιά με θέα το Αιγαίο, δεν ανήκει πια σε εσάς. Ο Στέφανος ίσως σου επέτρεπε να μένεις εκεί τα καλοκαίρια και να φέρεσαι σαν αρχόντισσα, αλλά τώρα τα πράγματα άλλαξαν. Θέλω τα κλειδιά. Εδώ και τώρα, πάνω σε αυτό το τραπέζι. Η Κατερίνα θα το ανακαινίσει για να το εκμεταλλευτεί τουριστικά. Εσύ δεν έχεις κανένα δικαίωμα σε αυτό το μέρος.»
Η Έλενα ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της. Κοίταξε τον Νίκο, περιμένοντας να μιλήσει, να υπερασπιστεί τα χρόνια που πέρασαν μαζί αναστηλώνοντας εκείνο το παλιό, σχεδόν ερειπωμένο πέτρινο σπίτι με τα δικά της χρήματα και τον προσωπικό της κόπο. Ο Νίκος όμως κοίταξε χαμηλά το πιάτο του, ανίκανος για άλλη μια φορά να σηκώσει ανάστημα μπροστά στη μητέρα του.
«Μα κυρία Αλεξάνδρα…» ψέλλισε η Έλενα με τρεμάμενη φωνή, «το σπίτι αυτό ήταν ένα ερείπιο. Ο πατέρας σας μου ζήτησε να το φροντίσω, επένδυσα όλη την αποζημίωση από τη δουλειά μου για να το σώσω…»
«Δεν με ενδιαφέρει τι έκανες,» την έκοψε απότομα η πεθερά της, χτυπώντας το χέρι της στο τραπέζι. «Ήσουν απλώς φιλοξενούμενη. Τα κλειδιά, Έλενα. Τώρα!»
👇 Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ⬇️🔗

Η σιωπή που απλώθηκε στη βεράντα διακόπηκε μόνο από τον ήχο της δερμάτινης τσάντας της Έλενας. Αντί να βγάλει τα κλειδιά, άνοιξε το φερμουάρ με απόλυτη ηρεμία και έβγαλε έναν παχύ, σφραγισμένο φάκελο με τη σφραγίδα ενός από τα πιο γνωστά συμβολαιογραφικά γραφεία της Αθήνας.
Η Αλεξάνδρα την κοίταξε με ειρωνεία. «Τι είναι αυτά τα χαρτιά; Νομίζεις πως με αποδείξεις εξόδων θα με συγκινήσεις;»
«Όχι, κυρία Αλεξάνδρα,» απάντησε η Έλενα, και η φωνή της αυτή τη φορά δεν έτρεμε καθόλου. «Αυτή είναι η ιδιόχειρη διαθήκη του κυρ-Στέφανου, την οποία κατέθεσε στον συμβολαιογράφο του δύο εβδομάδες πριν μπει στο νοσοκομείο. Μου ζήτησε να την ανοίξω μόνο αν εσείς απαιτούσατε να με διώξετε από το νησί.»
Το πρόσωπο της Αλεξάνδρας σκοτείνιασε. Άρπαξε τον φάκελο, έσκισε το χαρτί με νευρικές κινήσεις και άρχισε να διαβάζει τα γραφόμενα.
Όσο τα μάτια της περνούσαν από τις γραμμές του εκλιπόντος συζύγου της, το χρώμα άρχισε να χάνεται εντελώς από το πρόσωπό της. Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Η Κατερίνα σηκώθηκε ανήσυχη από τη θέση της και έσκυψε πάνω από τον ώμο της μητέρας της.
Ο Στέφανος Καραγιάννης γνώριζε τα πάντα. Στο κείμενο της διαθήκης εξηγούσε με ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς η σύζυγός του και η κόρη του είχαν αδειάσει τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς τα τελευταία δύο χρόνια, θεωρώντας τον ανήμπορο, αφήνοντας την Έλενα μόνη να πληρώνει τις νοσηλείες, τα φάρμακα και τη φροντίδα του. Επίσης, αποκάλυπτε πως το κτήμα και το πέτρινο σπίτι στη Νάξο δεν ήταν καν μέρος της κοινής οικογενειακής περιουσίας, αλλά προσωπική του κληρονομιά από τη γιαγιά του.
«…Για τους λόγους αυτούς,» έγραφε το έγγραφο, «μεταβιβάζω την πλήρη κυριότητα του ακινήτου στη Νάξο αποκλειστικά και μόνο στη νύφη μου, Έλενα, ως ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης για την ανιδιοτελή αγάπη και αξιοπρέπεια που μου έδειξε. Στη σύζυγό μου Αλεξάνδρα και την κόρη μου Κατερίνα αφήνω το νόμιμο μερίδιο από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά που ήδη υπεξαίρεσαν.»
Η Αλεξάνδρα άφησε το χαρτί να πέσει στο τραπέζι, εντελώς χλωμή, ανίκανη να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Η Κατερίνα έβαλε τα κλάματα από οργή και ντροπή, ενώ ο Νίκος κοίταζε τη μητέρα του με απόλυτη απογοήτευση, καταλαβαίνοντας επιτέλους την αλήθεια που προσπαθούσε να αγνοεί τόσα χρόνια.
Η Έλενα σηκώθηκε ήρεμα, πήρε την τσάντα της και κοίταξε την οικογένεια για τελευταία φορά.
«Τα κλειδιά μένουν στην τσέπη μου,» είπε σιγά. «Αλλά το σπίτι θα είναι πάντα ανοιχτό μόνο για όποιον έχει μάθει να σέβεται την αγάπη και όχι τα συμφέροντα.»
Γύρισε την πλάτη της και έφυγε από την αυλή, αφήνοντας πίσω της την πικρία μιας οικογένειας που έχασε τα πάντα μέσα στην ίδια της την απληστία.