Η ζωή στο Πυργί της Χίου κυλούσε πάντα με τους δικούς της, αργούς ρυθμούς, ανάμεσα στους τοίχους με τα «ξυστά» σχέδια και τη μυρωδιά της μαστίχας. Εκεί ζούσε η οικογένεια του Δημήτρη, ενός ανθρώπου σκληρού αλλά δίκαιου, που είχε χτίσει μια μικρή περιουσία με κόπο. Όταν ο Δημήτρης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή πριν από δύο χρόνια, βύθισε στο πένθος τις δύο κόρες του, τη Μαρία, τριάντα ετών, και την Ελένη, είκοσι πέντε. Η σύζυγός του είχε πεθάνει χρόνια πριν.
Ο Δημήτρης, άνθρωπος της παράδοσης, είχε αφήσει μια περίεργη εντολή. Στον έμπιστο ιερέα του χωριού, τον Παπα-Νικόλαο, είχε παραδώσει έναν κίτρινο, σφραγισμένο φάκελο. Η ρητή, γραπτή του οδηγία πάνω στο φάκελο ήταν: «Να ανοιχτεί και να διαβαστεί δημόσια από τον Παπα-Νικόλαο, μόνο αφού η πρωτότοκη κόρη μου, Μαρία, σταθεί μπροστά στην Ωραία Πύλη για να παντρευτεί». Μέχρι τότε, κανείς δεν έπρεπε να μάθει το περιεχόμενο, ούτε καν οι ίδιες του οι κόρες.
Για δύο χρόνια, ο φάκελος παρέμενε κλειδωμένος στο συρτάρι του γραφείου του Παπα-Νικόλαου, μια βαριά κληρονομιά που περίμενε την ώρα της. Η Μαρία, αν και πλησίαζε τα τριάντα, δεν είχε βρει τον άνθρωπο που θα ήθελε να παντρευτεί. Το χωριό ψιθύριζε, η Ελένη ανησυχούσε, αλλά η Μαρία δεν βιαζόταν, σεβόμενη τη μνήμη του πατέρα της και την παράξενη επιθυμία του.
Όλα άλλαξαν όταν η Ελένη, η μικρότερη, ερωτεύτηκε τον Κώστα, έναν νεαρό γεωπόνο που ήρθε στο νησί. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος και σύντομα αποφάσισαν να παντρευτούν. Η Ελένη, όμως, ήταν η μικρότερη. Σύμφωνα με την εντολή του Δημήτρη, η διαθήκη δεν μπορούσε να ανοιχτεί. «Πρέπει να παντρευτείς πρώτη, Μαρία», την παρακαλούσε η Ελένη με δάκρυα στα μάτια. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο». Η Μαρία, βλέποντας την ευτυχία της αδελφής της, πήρε μια δύσκολη απόφαση. Θα έκανε έναν εικονικό γάμο.
👇 Η πλήρη ιστορία βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο! ➡️

Ο Παπα-Νικόλαος, γνωρίζοντας την κατάσταση και θέλοντας να βοηθήσει τα δύο κορίτσια, συμφώνησε. Ένας ξάδελφος από την Αθήνα δέχτηκε να παίξει το ρόλο του γαμπρού. Η ημερομηνία ορίστηκε. Το χωριό ετοίμασε το γλέντι, αν και πολλοί απόρησαν για τον ξαφνικό γάμο της Μαρίας.
Η μεγάλη μέρα έφτασε. Η εκκλησία της Παναγίας της Οδηγήτριας ήταν στολισμένη με λευκά λουλούδια. Η Μαρία, πανέμορφη αλλά χλωμή μέσα στο νυφικό της, προχωρούσε προς την Ωραία Πύλη. Δίπλα της, ο «γαμπρός» έδειχνε νευρικός. Η Ελένη και ο Κώστας στέκονταν λίγο πιο πέρα, με την καρδιά τους να χτυπά δυνατά. Όλοι οι συγχωριανοί ήταν εκεί, περίεργοι για τη διαθήκη.
Ο Παπα-Νικόλαος, με τα ιερά άμφια, στάθηκε μπροστά τους. Με τρεμάμενα χέρια, έβγαλε τον κίτρινο φάκελο από την εσωτερική τσέπη του ράσου του. Η σφραγίδα ήταν άθικτη. Η εκκλησία βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του χαρτιού που σχιζόταν. Ο ιερέας ξεδίπλωσε το μοναδικό φύλλο χαρτιού που βρισκόταν μέσα.
Τα μάτια του έπεσαν στην πρώτη σειρά. «Διαβάζω τη διαθήκη του δούλου του Θεού, Δημήτρη…», ξεκίνησε, αλλά η φωνή του κόπηκε. Πάγωσε. Το πρόσωπό του, συνήθως ήρεμο, πήρε μια έκφραση απόλυτου σοκ. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν τόσο έντονα που το χαρτί σχεδόν του έπεσε. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τη Μαρία, μετά την Ελένη, και τέλος τον Δημήτρη, τον αδελφό του Κώστα, που στεκόταν στην πρώτη σειρά των καλεσμένων. Η εκκλησία κρατούσε την ανάσα της. Τι μπορούσε να γράφει εκείνη η πρώτη σειρά που να έκανε έναν έμπειρο ιερέα να χάσει τα λόγια του;
Στο χαρτί, με τον γραφικό χαρακτήρα του Δημήτρη, έγραφε: «Η Μαρία δεν είναι κόρη μου. Την βρήκα μωρό, παρατημένη στην πόρτα μου, και την μεγάλωσα σαν δικιά μου, χωρίς να της πω ποτέ την αλήθεια. Η πραγματική μου κληρονόμος είναι η Ελένη».