Η γειτόνισσα παραπονιόταν κάθε βράδυ για θόρυβο από το διαμέρισμά μας. Μια μέρα φύγαμε για δύο ημέρες — αλλά η καταγγελία ήρθε κανονικά

by Impress story
559 views

Η πρώτη φορά που η κυρία Αργυρώ χτύπησε την πόρτα μας ήταν στις έντεκα και είκοσι το βράδυ.

Ο γιος μου, ο Πέτρος, κοιμόταν ήδη. Η τηλεόραση ήταν κλειστή. Εγώ δίπλωνα ρούχα στον καναπέ και ο άντρας μου, ο Μάριος, διάβαζε κάτι στο κινητό του.

Άνοιξα την πόρτα και την είδα με τη ρόμπα της, παντόφλες και τα χέρια σταυρωμένα.

— Θα σταματήσετε επιτέλους;

— Τι;

— Το χτύπημα.

Κοίταξα πίσω μου.

— Ποιο χτύπημα;

— Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Κάθε βράδυ το ίδιο.

Ο Μάριος ήρθε δίπλα μου.

— Κυρία Αργυρώ, δεν κάνουμε τίποτα.

— Εγώ ξέρω τι ακούω.

Έδειξε προς το ταβάνι, λες και ο θόρυβος ερχόταν από πάνω.

Μόνο που εκείνη έμενε ακριβώς από κάτω μας.

Το διαμέρισμά μας ήταν στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας του ’80 στην Καλαμαριά. Το δικό της στον τρίτο.

Είχαμε μετακομίσει πριν από τέσσερις μήνες.

Το σπίτι ήταν παλιό αλλά φωτεινό, με ξύλινο πάτωμα στο σαλόνι και μωσαϊκό στην κουζίνα. Είχαμε κάνει μόνο λίγες εργασίες πριν μπούμε: βάψιμο, αλλαγή κουφωμάτων και ένα μικρό φτιάξιμο στο μπάνιο.

Τίποτα που να εξηγεί τα παράπονά της.

Την πρώτη φορά το θεωρήσαμε παρεξήγηση.

Τη δεύτερη φορά όχι.

Ήταν Τρίτη, λίγο μετά τις δέκα.

Η Αργυρώ χτύπησε το κουδούνι και είπε ότι μετακινούσαμε έπιπλα.

— Ο καναπές είναι στη θέση του από τότε που μετακομίσαμε — της είπε ο Μάριος.

— Τότε σταματήστε να σέρνετε καρέκλες.

— Δεν σέρνουμε τίποτα.

— Έχω ξυπνήσει τρεις φορές αυτή την εβδομάδα.

Την τρίτη φορά ήρθε Σάββατο στις δώδεκα παρά δέκα.

Αυτή τη φορά κρατούσε το κινητό της.

— Το ηχογράφησα.

Μας έβαλε να ακούσουμε.

Στην αρχή δεν ακουγόταν τίποτα.

Μετά ακούστηκε ένας βαρύς, μεταλλικός θόρυβος.

Τρία χτυπήματα.

Παύση.

Άλλα δύο.

Ο Μάριος με κοίταξε.

— Αυτό δεν είναι από εμάς.

— Φυσικά και είναι από εσάς — είπε η Αργυρώ.

Ο ήχος όμως ήταν παράξενος.

Δεν έμοιαζε με βήματα.

Ούτε με καρέκλα.

Πιο πολύ σαν σωλήνας που χτυπούσε μέσα σε τοίχο.

Το είπα.

Η Αργυρώ γέλασε ειρωνικά.

— Τώρα θα φταίνε και τα υδραυλικά;

Την επόμενη εβδομάδα άρχισαν τα σημειώματα.

«Παρακαλώ σεβαστείτε τις ώρες κοινής ησυχίας.»

🕯️ Από εκείνο το βράδυ καταλάβαμε ότι ο θόρυβος ήταν πραγματικός — αλλά όχι από εκεί που όλοι νόμιζαν. Η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Μετά:

«Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε.»

Και τέλος:

«Την επόμενη φορά θα καλέσω την αστυνομία.»

Το τελευταίο ήταν κολλημένο με σελοτέιπ πάνω στην πόρτα μας.

Εκεί νευρίασα.

Είχαμε ένα παιδί οκτώ ετών και προσπαθούσαμε υπερβολικά να μην ενοχλούμε.

Ο Πέτρος φορούσε παντόφλες μέσα στο σπίτι.

Δεν έπαιζε μπάλα.

Δεν τρέχαμε πλυντήριο αργά.

Ακόμα και όταν ερχόταν κάποιος φίλος μας, μέχρι τις έντεκα είχαμε χαμηλώσει τις φωνές.

Παρόλα αυτά, σχεδόν κάθε βράδυ, η Αργυρώ ισχυριζόταν ότι ακούγονταν χτυπήματα.

Κάποια στιγμή άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου.

— Μήπως ο Πέτρος σηκώνεται στον ύπνο του; — ρώτησα τον Μάριο.

— Και χτυπάει με σφυρί τον τοίχο;

— Δεν ξέρω.

Ο Μάριος χαμογέλασε.

Εγώ όχι.

Η κατάσταση δεν ήταν πλέον αστεία.

Η Αργυρώ είχε αρχίσει να μιλάει και στους άλλους ενοίκους.

Στο ασανσέρ η κυρία Ειρήνη από τον δεύτερο με ρώτησε:

— Έχετε πρόβλημα με τον μικρό και δεν κοιμάται;

Κατάλαβα αμέσως.

— Γιατί το λες;

— Τίποτα, τίποτα. Απλώς άκουσα ότι γίνεται φασαρία τα βράδια.

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.

Λίγες μέρες αργότερα ο διαχειριστής, ο κύριος Θανάσης, μας σταμάτησε στην είσοδο.

— Παιδιά, δεν θέλω να μπλέκομαι, αλλά η Αργυρώ έχει κάνει ήδη δύο γραπτά παράπονα.

— Και τι ακριβώς λέει;

— Ότι ακούγονται χτυπήματα, μετακινήσεις επίπλων και κάτι σαν μηχάνημα.

Ο Μάριος γέλασε από απελπισία.

— Δεν έχουμε καν μηχάνημα.

— Εγώ σας πιστεύω. Αλλά αν συνεχιστεί, πρέπει να δούμε τι γίνεται.

Και τότε αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι απλό.

Θα φεύγαμε για το Σαββατοκύριακο.

Είχαμε ήδη κανονίσει να πάμε στους γονείς του Μάριου, έξω από τη Νάουσα.

Πριν φύγουμε, κλείσαμε τα πάντα.

Θερμοσίφωνα.

Τηλεόραση.

Υπολογιστή.

Πλυντήριο.

Κατεβάσαμε ακόμα και τον γενικό διακόπτη, επειδή ο Μάριος επέμενε ότι έτσι δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως κάποια ηλεκτρική συσκευή έκανε θόρυβο.

Φύγαμε Παρασκευή στις έξι το απόγευμα.

Το Σάββατο το βράδυ, καθόμασταν στο σπίτι των πεθερικών μου, όταν χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν ο διαχειριστής.

— Μαρία, συγγνώμη που σε ενοχλώ. Η κυρία Αργυρώ λέει ότι πάλι έχετε φασαρία.

Νόμιζα ότι αστειευόταν.

— Εμείς είμαστε στη Νάουσα.

Σιωπή.

— Τι;

— Το σπίτι είναι άδειο από χθες.

Ο Μάριος σήκωσε το βλέμμα από το τραπέζι.

Έβαλα το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση.

— Είναι σίγουρη ότι ακούει από εσάς; — ρώτησε ο Θανάσης.

— Μας κατηγορεί εδώ και δύο μήνες.

Τότε ακούστηκε μια δεύτερη φωνή στο βάθος.

Η Αργυρώ.

— Από πάνω είναι, Θανάση! Από πάνω!

Ο διαχειριστής είπε:

— Περίμενε.

Ακολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα.

Και μετά το ακούσαμε μέσα από το τηλέφωνο.

Ντουπ.

Ντουπ.

Μια μικρή παύση.

Και ύστερα ένας μεταλλικός ήχος σαν κάτι να σύρεται μέσα σε σωλήνα.

Ο Μάριος σηκώθηκε όρθιος.

— Αυτό είναι το ίδιο που μας είχε βάλει να ακούσουμε.

Εγώ ένιωσα ανατριχίλα.

Το σπίτι μας ήταν κλειδωμένο.

Κανείς δεν είχε κλειδί εκτός από εμάς.

Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε.

Γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή το απόγευμα.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μάριος ήταν να ελέγξει την πόρτα.

Καμία παραβίαση.

Τα παράθυρα ήταν κλειστά.

Τα πράγματα ακριβώς όπως τα είχαμε αφήσει.

Ο γενικός παρέμενε κατεβασμένος.

— Άρα δεν μπήκε κανείς — είπα.

Ο Μάριος δεν απάντησε.

Περπάτησε στο σαλόνι, χτυπώντας ελαφρά με το πόδι το πάτωμα.

— Μήπως μεταφέρεται ο ήχος από αλλού;

Την επόμενη μέρα κάλεσε έναν φίλο του, πολιτικό μηχανικό.

Ο Στέλιος ήρθε το βράδυ και άκουσε όλη την ιστορία.

Πήγαμε μαζί στο σπίτι της Αργυρώ.

Εκείνη ήταν στην αρχή επιφυλακτική.

— Τώρα με πιστεύετε;

— Σε πιστεύουμε ότι ακούς θόρυβο — είπα. — Απλώς δεν γίνεται να είμαστε εμείς.

Ο Στέλιος στάθηκε στο σαλόνι της.

— Πότε ακούγεται συνήθως;

— Από τις δέκα μέχρι τη μία.

— Κάθε μέρα;

— Σχεδόν.

Άρχισε να κοιτάζει τους τοίχους.

Πίσω από μια μεγάλη βιβλιοθήκη υπήρχε μια παλιά κολόνα καλοριφέρ.

Την άγγιξε.

Μετά πήγε στο μπάνιο.

Άνοιξε τη βρύση.

Έσκυψε κοντά στον τοίχο.

— Υπάρχει κοινόχρηστος κατακόρυφος αγωγός εδώ;

Ο Θανάσης, που είχε έρθει μαζί μας, είπε:

— Ναι. Περνάει από όλα τα μπάνια.

Ο Στέλιος σηκώθηκε.

— Μπορεί ο ήχος να ταξιδεύει στον σωλήνα.

Η Αργυρώ σταύρωσε τα χέρια.

— Και γιατί ακούγεται από πάνω;

— Επειδή ο ήχος στα κτίρια δεν κινείται πάντα όπως νομίζουμε.

Το επόμενο βράδυ κάναμε ένα πείραμα.

Ο Θανάσης έμεινε στο σπίτι της Αργυρώ.

Εγώ και ο Μάριος ανεβήκαμε στον πέμπτο.

Το διαμέρισμα πάνω από εμάς ανήκε σε έναν ηλικιωμένο κύριο, τον κύριο Λευτέρη, που έμενε κυρίως με την κόρη του και ερχόταν σπάνια.

Ήταν άδειο.

Μετά πήγαμε στον δεύτερο.

Τίποτα.

Στον πρώτο, ένας φοιτητής άνοιξε την πόρτα φορώντας ακουστικά.

— Μήπως κάνεις κάτι με βάρη τα βράδια; — ρώτησε ο Θανάσης.

— Όχι.

Το μυστήριο συνέχιζε.

Μέχρι που ο Στέλιος ζήτησε να δει το υπόγειο.

Εκεί υπήρχαν παλιές σωληνώσεις, αποθήκες και ο καυστήρας της πολυκατοικίας.

Κοντά σε έναν τοίχο, εντόπισε έναν σωλήνα που έτρεμε ελαφρά.

— Αυτό δεν μου αρέσει.

Ο Θανάσης πλησίασε.

— Τι είναι;

— Η επιστροφή του ζεστού νερού.

Ο σωλήνας έκανε ξαφνικά ένα δυνατό «τακ».

Ύστερα δεύτερο.

Ήταν σχεδόν ο ίδιος ήχος.

Αλλά όχι ακριβώς.

Ο Στέλιος συνοφρυώθηκε.

— Υπάρχει κι άλλο.

Τότε ο Θανάσης θυμήθηκε κάτι.

— Στο παλιό διαμέρισμα του πέμπτου είχε γίνει αλλαγή σωληνώσεων πριν από δύο χρόνια.

— Από ποιον;

— Δεν ξέρω. Ο ιδιοκτήτης είχε φέρει δικό του μάστορα.

Την επόμενη μέρα ήρθε υδραυλικός.

Αφαίρεσε ένα μικρό τμήμα ψευδοροφής στο μπάνιο του πέμπτου.

Μέσα βρήκε έναν μεταλλικό σωλήνα στερεωμένο πρόχειρα.

Όταν ανέβαινε η πίεση, χτυπούσε πάνω στο μπετόν.

— Αυτό κάνει θόρυβο — είπε.

Η Αργυρώ σχεδόν χαμογέλασε από ανακούφιση.

Εγώ όμως όχι.

Γιατί υπήρχε ένα πρόβλημα.

Ο θόρυβος από τον σωλήνα δεν εξηγούσε όλες τις ηχογραφήσεις.

Στο κινητό της Αργυρώ ακουγόταν μερικές φορές κάτι άλλο.

Σαν μικρά βήματα.

Και κάποιες νύχτες, ένας ήχος σαν να τραβούσε κάποιος καρέκλα.

Ο υδραυλικός επισκεύασε τη σωλήνωση.

Για τρεις νύχτες δεν υπήρξε καμία καταγγελία.

Την τέταρτη, στις έντεκα και σαράντα, η Αργυρώ μας χτύπησε ξανά.

Αυτή τη φορά δεν ήταν θυμωμένη.

Ήταν τρομαγμένη.

— Ελάτε κάτω.

Στο σπίτι της ακούσαμε όλοι το ίδιο.

Σύρσιμο.

Ακριβώς πάνω από το σαλόνι.

Μετά τρία βήματα.

Και σιωπή.

Ο Μάριος με κοίταξε.

Πάνω από το σαλόνι της ήταν το δικό μας.

Ο Πέτρος κοιμόταν.

Και εμείς στεκόμασταν δίπλα της.

Ανεβήκαμε μαζί.

Το διαμέρισμά μας ήταν άδειο.

Καμία κίνηση.

Τότε ο Πέτρος βγήκε νυσταγμένος από το δωμάτιό του.

— Μαμά;

— Τι έγινε;

— Γιατί είστε όλοι εδώ;

Η Αργυρώ τον κοίταξε.

Και ξαφνικά είπε:

— Το ακούω και τις μέρες που εκείνος λείπει.

Κάτι στον τρόπο που το είπε μου φάνηκε παράξενο.

— Τι εννοείς;

— Παλιά… πριν μετακομίσετε.

Πάγωσα.

— Άκουγες τον θόρυβο πριν έρθουμε εμείς;

Δεν απάντησε.

Ο Μάριος πλησίασε.

— Κυρία Αργυρώ;

Κάθισε στην καρέκλα.

— Όχι τόσο συχνά.

— Αλλά τον άκουγες.

— Μερικές φορές.

— Και γιατί δεν το είπες ποτέ;

Τα μάτια της γέμισαν νερό.

— Γιατί τότε ήξερα από πού ερχόταν.

Δεν κατάλαβα.

— Από πού;

Κοίταξε το πάτωμα.

— Από τον άντρα μου.

Η Αργυρώ ήταν χήρα.

Το ξέραμε.

Αλλά δεν ξέραμε ότι ο σύζυγός της, ο Νίκος, είχε πεθάνει μόλις έναν χρόνο πριν μετακομίσουμε.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε άνοια.

Τη νύχτα σηκωνόταν, περπατούσε στο σπίτι, μετακινούσε καρέκλες, χτυπούσε τα καλοριφέρ.

— Μετά τον θάνατό του, για λίγο σταμάτησαν όλα — είπε. — Όταν ξανάρχισαν οι ήχοι, νόμιζα ότι ερχόσασταν εσείς.

Δεν ήταν όλη η εξήγηση.

Αλλά μας έδωσε την πρώτη πραγματική ένδειξη.

Ο Μάριος ζήτησε να δει το σημείο όπου ο Νίκος συνήθιζε να μετακινεί την καρέκλα.

Ήταν δίπλα στον τοίχο που χώριζε το σαλόνι από την κουζίνα.

Ο Στέλιος ξαναήρθε.

Χτύπησε τον τοίχο.

Κοίταξε τα σχέδια της οικοδομής που βρήκε ο Θανάσης.

Και τελικά ανακάλυψε κάτι που κανείς δεν ήξερε.

Ακριβώς πίσω από εκείνο το σημείο περνούσε ένας παλιός αγωγός εξαερισμού που ένωνε κατακόρυφα τα διαμερίσματα.

Στο δικό μας σπίτι είχε καλυφθεί κατά την ανακαίνιση από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη.

Στον πέμπτο επίσης.

Αλλά στον δεύτερο όροφο ήταν ακόμα ανοιχτός.

Κατεβήκαμε.

Εκεί έμενε η κυρία Ειρήνη.

Μας άφησε μέσα.

Μόλις είδε το σημείο που κοιτούσαμε, είπε:

— Α, αυτό;

Μπροστά στον παλιό αεραγωγό είχε τοποθετήσει μια ελαφριά ξύλινη καρέκλα.

— Τη μετακινώ κάθε βράδυ για να ανοίγω το ντουλάπι πίσω.

Ο Στέλιος χαμογέλασε.

— Κάντε το.

Η Ειρήνη τράβηξε την καρέκλα.

Από πάνω ακούστηκε ένα μακρύ σύρσιμο.

Ο Θανάσης, που στεκόταν στο σπίτι της Αργυρώ με ανοιχτή ακρόαση, φώναξε από το τηλέφωνο:

— Αυτό είναι!

Όλοι μείναμε σιωπηλοί.

Μετά η Ειρήνη έκανε δύο βήματα προς το ντουλάπι.

Μέσα από τον αεραγωγό τα βήματα μεταφέρθηκαν προς τα πάνω και ακούστηκαν σχεδόν σαν να βρίσκονταν στο δικό μας σαλόνι.

Η Αργυρώ άρχισε να κλαίει.

Όχι από φόβο.

Από ντροπή.

Το επόμενο πρωί χτύπησε την πόρτα μας.

Κρατούσε ένα πιάτο με σπιτική πορτοκαλόπιτα.

— Δεν ήρθα να σας εξαγοράσω — είπε.

Ο Μάριος χαμογέλασε.

— Κρίμα. Μας αρέσει η πορτοκαλόπιτα.

Εκείνη γέλασε για πρώτη φορά.

Μετά σοβάρεψε.

— Σας φέρθηκα άσχημα.

— Ναι — είπα.

Δεν προσπάθησα να τη διευκολύνω.

Έγνεψε.

— Το ξέρω.

Κοίταξε τον Πέτρο, που καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε δημητριακά.

— Και είπα πράγματα για το παιδί που δεν έπρεπε.

— Αυτό ήταν το χειρότερο.

— Συγγνώμη.

Δεν απάντησα αμέσως.

Μετά πήρα το πιάτο.

— Μπες να πιεις καφέ.

Από εκείνη τη μέρα, οι καταγγελίες σταμάτησαν.

Ο αεραγωγός μονώθηκε σωστά.

Η Ειρήνη έβαλε τσοχάκια κάτω από την καρέκλα της.

Και η Αργυρώ δεν ξαναχτύπησε ποτέ την πόρτα μας για θόρυβο.

Μερικούς μήνες αργότερα, ένα βράδυ, άκουσα από κάτω ένα δυνατό σύρσιμο.

Μετά δύο χτυπήματα.

Ο Μάριος με κοίταξε.

— Να κατέβουμε να κάνουμε παράπονο;

Γέλασα.

Το επόμενο πρωί συναντήσαμε την Αργυρώ στο ασανσέρ.

Κρατούσε μια καινούρια καρέκλα.

— Άλλαξα το τραπέζι — είπε.

Ο Πέτρος την κοίταξε σοβαρά.

— Κυρία Αργυρώ, χθες κάνατε πολλή φασαρία.

Εκείνη πάγωσε.

Μετά ο μικρός χαμογέλασε.

— Αλλά δεν πειράζει.

Η Αργυρώ άρχισε να γελάει τόσο δυνατά που το ασανσέρ γέμισε τη φωνή της.

Κι εγώ σκέφτηκα πόσο εύκολο είναι, όταν φοβόμαστε κάτι, να αποφασίζουμε πρώτα ποιος φταίει και μετά να ψάχνουμε αποδείξεις.

Μερικές φορές ο θόρυβος που μας ενοχλεί περισσότερο δεν έρχεται από το διπλανό σπίτι.

Έρχεται από μια παλιά ιστορία που δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να αφήσουμε πίσω.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More