Την πρώτη φορά που άκουσα ότι «ένα παιδί έκλαιγε μέσα στο διαμέρισμά μου», ήμουν στη δουλειά.
Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας με πήρε τηλέφωνο λίγο μετά τη μία το μεσημέρι.
— Μάρθα, έχουμε άλλη μία καταγγελία από τον κύριο απέναντι, μου είπε διστακτικά.
Αναστέναξα.
Ο κύριος Στέλιος, ο γείτονάς μου, ήταν συνταξιούχος καθηγητής και είχε την εκπληκτική ικανότητα να ακούει τα πάντα. Αν έριχνες ένα κουτάλι στο πάτωμα μετά τις έντεκα, την επόμενη μέρα σχεδόν περίμενες σημείωμα κάτω από την πόρτα.
— Τι έγινε αυτή τη φορά; Η ηλεκτρική σκούπα;
Ο διαχειριστής σώπασε.
— Όχι. Λέει ότι ακούγεται ένα παιδί να κλαίει.
Γέλασα αυθόρμητα.
— Ποιο παιδί;
— Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ισχυρίζεται ότι ακούει μωρό ή πολύ μικρό παιδί από το σπίτι σου. Συνήθως το πρωί. Μερικές φορές για αρκετή ώρα.
Το χαμόγελό μου εξαφανίστηκε.
— Τα πρωινά είμαι στη δουλειά.
— Το ξέρω.
— Και μένω μόνη μου.
— Κι αυτό το ξέρω.
Για πρώτη φορά ένιωσα κάτι να σφίγγει το στομάχι μου.
Το διαμέρισμα ήταν δικό μου. Το είχα κληρονομήσει από τη θεία μου και, μετά το διαζύγιό μου, είχε γίνει το μοναδικό μέρος όπου ένιωθα πραγματικά ασφαλής.
Ήξερα κάθε ήχο του.
Κάθε τριγμό του παρκέ.
Κάθε πόρτα που κόλλαγε όταν είχε υγρασία.
Κάθε μικρή γρατζουνιά στον πάγκο της κουζίνας.
Και το σημαντικότερο: ζούσα μόνη.
Ο πρώην άντρας μου, ο Παύλος, είχε φύγει περισσότερο από έναν χρόνο πριν.
Κλειδιά δεν είχε.
Τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Το απόγευμα χτύπησα την πόρτα του κυρίου Στέλιου.
— Αλήθεια ακούτε παιδί από το σπίτι μου;
Με κοίταξε σοβαρά.
— Δεν έχω χάσει ακόμη την ακοή μου. Τη Δευτέρα ακουγόταν περίπου στις δέκα και μισή. Την προηγούμενη εβδομάδα το άκουσα τουλάχιστον τρεις φορές.
— Είστε σίγουρος ότι έρχεται από το δικό μου διαμέρισμα;
— Βγαίνω στον διάδρομο όταν συμβαίνει. Μπροστά από την πόρτα σου ακούγεται πιο καθαρά.
Ένα ρίγος πέρασε από την πλάτη μου.
— Έχετε δει κανέναν;
Δίστασε.
— Μία φορά άκουσα κλειδί στην κλειδαριά. Μέχρι να ανοίξω την πόρτα μου, όποιος ήταν είχε φύγει.
— Πότε;
— Παρασκευή. Λίγο πριν το μεσημέρι.
Εκείνη την ώρα εγώ βρισκόμουν σε επαγγελματική συνάντηση.
Μπήκα στο σπίτι μου και άρχισα να το ψάχνω σαν να είχε γίνει διάρρηξη.
Παράθυρα.
Μπαλκόνι.
Ντουλάπες.
Μπάνιο.
Κάτω από το κρεβάτι.
Τίποτα.
Όλα φαίνονταν φυσιολογικά.
Ώσπου είδα ένα φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι.
Ήταν δικό μου, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το χρησιμοποιούσα.
Το άγγιξα.
Στεγνό.
Στον νεροχύτη, όμως, υπήρχε μια μικρή λευκή σταγόνα.
Έμοιαζε με γάλα.
Από την επόμενη ημέρα, πριν φύγω για τη δουλειά, φωτογράφιζα τα πάντα.
Τα μαξιλάρια.
Τις καρέκλες.
Το τραπέζι.
Τον νεροχύτη.
Την κουβέρτα στον καναπέ.
Όταν επέστρεφα, συνέκρινα τις φωτογραφίες.
Δύο μέρες δεν βρήκα τίποτα.
Την τρίτη, ενώ ήμουν στο γραφείο, χτύπησε το τηλέφωνο.
Ο κύριος Στέλιος.
— Είναι πάλι εδώ.
— Ποιος;
— Το παιδί. Κλαίει τώρα.
Έφυγα από τη δουλειά σχεδόν τρέχοντας.
Όταν έφτασα στην πολυκατοικία, επικρατούσε απόλυτη ησυχία.
Ο γείτονας με περίμενε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του.
— Σταμάτησε πριν από πέντε λεπτά.
Άνοιξα.
Κανείς.
Αυτή τη φορά όμως η κουβέρτα στον καναπέ ήταν διπλωμένη διαφορετικά.
Δεν χρειαζόμουν άλλη απόδειξη.
Κάποιος έμπαινε στο σπίτι μου όταν έλειπα.
Και είχε μαζί του ένα παιδί.
🔎 Αν κι εσύ θα ήθελες να μάθεις ποιος έμπαινε κρυφά στο σπίτι μου, συνέχισε — γιατί αυτό που ανακάλυψα ήταν πολύ πιο παράξενο απ’ όσο φανταζόμουν.

Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησα στον Παύλο.
— Έχεις ακόμη κλειδί από το σπίτι;
— Καλησπέρα και σε σένα.
— Παύλο.
Σώπασε για λίγο.
— Όχι. Σου τα επέστρεψα όλα μετά το διαζύγιο.
— Μπορεί να είχες βγάλει αντίγραφο.
— Τι συμβαίνει;
— Τίποτα.
— Αν με παίρνεις ξαφνικά για να με ρωτήσεις για κλειδιά, δεν είναι «τίποτα».
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου.
Το επόμενο πρωί αποφάσισα να μην πάω στη δουλειά.
Ντύθηκα κανονικά, πήρα την τσάντα μου και έφυγα από το σπίτι την ίδια ώρα όπως πάντα.
Μόνο που δεν βγήκα από την πολυκατοικία.
Κατέβηκα δύο ορόφους και κρύφτηκα σε ένα σημείο της σκάλας απ’ όπου μπορούσα να βλέπω ποιος ανέβαινε προς το διαμέρισμά μου.
Πέρασε σχεδόν μιάμιση ώρα.
Τίποτα.
Και τότε άκουσα βήματα.
Αργά.
Βαριά.
Σαν κάποιος να ανέβαζε κάτι δύσκολο στις σκάλες.
Πρώτα φάνηκε ένα μικρό γκρι καρότσι.
Ύστερα μια γυναίκα γύρω στα τριάντα.
Είχε ξανθά μαλλιά πιασμένα πρόχειρα και φορούσε ένα μακρύ πράσινο μπουφάν.
Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα μου.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη της.
Έβγαλε ένα κλειδί.
Και άνοιξε.
Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς κοιτούσα.
Μια άγνωστη γυναίκα μόλις είχε μπει στο σπίτι μου με ένα παιδί σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.
Περίμενα λίγα λεπτά.
Ύστερα ανέβηκα.
Άνοιξα την πόρτα με το δικό μου κλειδί.
Από το σαλόνι ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.
— Ηρέμησε, αγάπη μου. Η μαμά είναι εδώ.
Προχώρησα.
Η γυναίκα καθόταν στον καναπέ μου κρατώντας ένα μικρό κοριτσάκι.
Μόλις με είδε, χλόμιασε.
— Θεέ μου…
— Ποια είστε;
Σηκώθηκε απότομα.
— Μάρθα;
Το ότι ήξερε το όνομά μου με τρόμαξε ακόμη περισσότερο.
— Από πού ξέρετε ποια είμαι;
— Μπορώ να σας εξηγήσω.
— Θέλω να φύγετε.
— Μάρθα…
— Τώρα.
— Δεν μπορώ.
Έβγαλα το κινητό μου.
— Θα καλέσω την αστυνομία.
Τότε είπε κάτι που με έκανε να παγώσω.
— Ο Παύλος μου είπε ότι μπορώ να έρχομαι εδώ.
Την κοίταξα χωρίς να μιλάω.
— Ο πρώην άντρας μου;
Έγνεψε καταφατικά.
— Πώς σας λένε;
— Καρολίνα.
— Και πώς γνωρίζετε τον Παύλο;
Η Καρολίνα κοίταξε το μικρό κορίτσι στην αγκαλιά της.
— Είναι ο πατέρας της Άννας.
Ένιωσα σαν να μου έκοψαν την ανάσα.
— Πόσο χρονών είναι;
— Δεκαέξι μηνών.
Έκανα αμέσως τον υπολογισμό.
Το διαζύγιό μας είχε οριστικοποιηθεί πριν από περίπου δεκαοκτώ μήνες.
— Δηλαδή ήσασταν μαζί όσο ήμασταν παντρεμένοι;
— Όχι. Δεν είναι όπως νομίζετε.
Σχεδόν γέλασα.
— Βρίσκω μια άγνωστη γυναίκα μέσα στο σπίτι μου, με το παιδί του πρώην άντρα μου, κι εσείς μου λέτε ότι δεν είναι όπως νομίζω;
— Ο Παύλος δεν είναι σύντροφός μου.
— Αλλά είναι ο πατέρας του παιδιού;
— Ναι.
Έπειτα με ενημέρωσε ότι ο Παύλος βρισκόταν στο νοσοκομείο.
Είχε τραυματιστεί σε τροχαίο δύο εβδομάδες νωρίτερα.
Δεν το γνώριζα.
Δεν υπήρχε λόγος να το γνωρίζω πλέον.
Αλλά εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι σχέση είχε αυτό με το σπίτι μου.
Η Καρολίνα μου εξήγησε ότι εργαζόταν σε βάρδιες και έμενε σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα με άλλες δύο γυναίκες.
Η ιδιοκτήτρια δεν επέτρεπε παιδιά.
Ο Παύλος, λοιπόν, της είχε προτείνει ένα μέρος όπου θα μπορούσε να μένει η μικρή με την babysitter για λίγες ώρες.
Το δικό μου σπίτι.
— Χωρίς να με ρωτήσει;
Η Καρολίνα κατέβασε το βλέμμα.
— Μου είπε ότι το διαμέρισμα ήταν οικογενειακό και ότι έμενε άδειο τις ώρες που ερχόμασταν.
— Και το κλειδί;
— Μου το έδωσε εκείνος.
Τότε θυμήθηκα κάτι που είχα διαγράψει εντελώς από το μυαλό μου.
Πριν χωρίσουμε, ο Παύλος είχε χάσει κάποτε μια τσάντα του όπου υποτίθεται ότι υπήρχε κι ένα σετ κλειδιών.
Είχαμε πει ότι θα αλλάζαμε την κλειδαριά.
Δεν το κάναμε ποτέ.
Τον κάλεσα αμέσως.
— Η Καρολίνα είναι στο σπίτι μου.
Σιωπή.
— Μάρθα…
— Της έδωσες κλειδί;
— Ναι.
— Γιατί;
— Δεν είχε πού να αφήσει τη μικρή.
— Αυτό δεν σου δίνει κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιείς το σπίτι μου.
— Ήξερα ότι εργάζεσαι μέχρι αργά και νόμιζα…
— Νόμιζες ότι αφού λείπω, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις;
Δεν απάντησε.
Λίγο αργότερα έμαθα την υπόλοιπη ιστορία.
Το παιδί δεν είχε γεννηθεί από κάποια κρυφή σχέση.
Ο Παύλος είχε γίνει βιολογικός πατέρας μέσω δωρεάς σπέρματος.
Η Καρολίνα ήθελε να αποκτήσει παιδί μόνη της και είχαν γνωριστεί μέσω κοινής γνωστής.
Στην αρχή ο Παύλος υποτίθεται ότι δεν θα είχε ενεργό ρόλο στη ζωή του παιδιού.
Όταν όμως γεννήθηκε η Άννα, άρχισε να ενδιαφέρεται για εκείνη.
Δεν ήμασταν πλέον μαζί.
Γι’ αυτό, όπως ισχυρίστηκε, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να μου το πει.
Αυτό βέβαια δεν εξηγούσε γιατί αποφάσισε ότι μπορούσε να δίνει το κλειδί του σπιτιού μου σε άλλους ανθρώπους.
Την ίδια ημέρα άλλαξα την κλειδαριά.
Δεν ήθελα να ξαναμπεί κανείς χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
Την επόμενη μέρα πήγα στο νοσοκομείο.
Ο Παύλος ήταν χλωμός, κουρασμένος, με το πόδι ακινητοποιημένο.
— Γιατί το έκανες πραγματικά; τον ρώτησα.
— Επειδή ήξερα ότι θα μου έλεγες όχι.
— Αυτό κάνει την πράξη σου χειρότερη, όχι καλύτερη.
Κατέβασε το βλέμμα.
Τότε μου είπε ότι η μικρή είχε γεννηθεί με ένα πρόβλημα στην καρδιά και θα χρειαζόταν επέμβαση.
Η Καρολίνα είχε χάσει τη μητέρα της και πρακτικά δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει.
Ο Παύλος πλήρωνε την babysitter και προσπαθούσε να τη στηρίζει όσο μπορούσε.
Αυτό δεν τον δικαιολογούσε.
Αλλά με έκανε να δω την Καρολίνα διαφορετικά.
Δεν ήταν κάποια γυναίκα που είχε αποφασίσει να καταλάβει το σπίτι μου.
Ήταν απλώς εξαντλημένη και απελπισμένη.
Μερικές ημέρες αργότερα με πήρε τηλέφωνο.
— Ήθελα μόνο να σας ζητήσω συγγνώμη. Αν ήξερα ότι το σπίτι ήταν δικό σας, δεν θα είχα μπει ποτέ.
— Το ξέρω.
— Βρήκα άλλο μέρος για την Άννα.
Ήταν σχεδόν μία ώρα μακριά από τη δουλειά της.
Κοίταξα το παλιό φλιτζάνι πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
Εκείνο που είχε κάνει αρχικά να υποψιαστώ ότι κάποιος βρισκόταν μέσα στο σπίτι μου.
— Καρολίνα;
— Ναι;
— Η babysitter μπορεί να έρχεται εδώ.
Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή.
— Δεν θέλω να σας εκμεταλλευτώ.
— Δεν θα έχεις κλειδί.
— Φυσικά.
— Θα έρχεστε μόνο συγκεκριμένες μέρες και ώρες. Και ο κύριος Στέλιος απέναντι θα ξέρει πότε ακριβώς.
Η Καρολίνα γέλασε.
— Ο γείτονάς σας;
— Ναι. Αφού έτσι κι αλλιώς παρακολουθεί ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από την πολυκατοικία, ας το κάνει τουλάχιστον επίσημα.
Κάπως έτσι άρχισε κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να είχα προβλέψει.
Για τους επόμενους μήνες η μικρή Άννα ερχόταν δύο φορές την εβδομάδα.
Στην αρχή τη συναντούσα σπάνια.
Μια μέρα όμως γύρισα νωρίτερα.
Καθόταν στο χαλί μου και έπαιζε με ξύλινα τουβλάκια.
Μόλις με είδε, σήκωσε τα χέρια της.
— Μά-τα.
Πιθανότατα ήταν μια τυχαία παιδική συλλαβή.
Κι όμως, κάθισα δίπλα της χωρίς να μπορώ να μιλήσω.
Ο καιρός πέρασε.
Ο Παύλος ανάρρωσε.
Η Καρολίνα βρήκε καλύτερο σπίτι.
Η Άννα έκανε την επέμβασή της και όλα πήγαν καλά.
Θα μπορούσε εκεί να τελειώσει ολόκληρη η ιστορία.
Μερικούς μήνες αργότερα όμως, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, κάποιος χτύπησε την πόρτα μου.
Ήταν ο κύριος Στέλιος.
Δίπλα του στεκόταν η Άννα με ένα κόκκινο σκουφί και μια χάρτινη σακούλα στα χέρια.
— Τι έγινε;
— Τίποτα. Η babysitter αργεί λίγο και η μικρή χτύπησε πρώτα τη δική μου πόρτα.
Η Άννα μου έδωσε τη σακούλα.
Μέσα υπήρχαν τρία σπιτικά μπισκότα.
Το ένα στραβό.
Το άλλο λίγο καμένο.
Και το τρίτο σε σχήμα καρδιάς.
— Είναι για τη θεία Μάρθα, είπε ο κύριος Στέλιος.
Τον κοίταξα.
— Θεία;
Σήκωσε τους ώμους.
— Εγώ απλώς μεταφέρω τα μηνύματα.
Η Άννα μπήκε μέσα, έβγαλε τα παπούτσια της και έτρεξε προς το σαλόνι σαν να γνώριζε το σπίτι όλη της τη ζωή.
Κι εγώ θυμήθηκα εκείνο το πρώτο τηλεφώνημα.
Μια καταγγελία για το κλάμα ενός παιδιού μέσα στο διαμέρισμα μιας γυναίκας που ζούσε μόνη.
Τότε πίστευα ότι κάποιος είχε εισβάλει στη ζωή μου.
Δεν φανταζόμουν ότι μερικούς μήνες αργότερα το παράξενο δεν θα ήταν ότι από το σπίτι μου ακουγόταν παιδικό κλάμα.
Το παράξενο θα ήταν πόσο άδειο και ήσυχο μου φαινόταν όταν η Άννα δεν ερχόταν για μερικές μέρες.