Στην επέτειο του γάμου μας, ο άντρας μου μού χάρισε ένα ταξίδι μόνο για μένα: «Χρειάζεσαι ξεκούραση». Στο ταξιδιωτικό γραφείο με ρώτησαν γιατί δεν ταξιδεύω μαζί με τα άλλα πέντε μέλη της οικογένειας

by Impress story
1k views

Την ημέρα της δέκατης πέμπτης επετείου μας, ο Στέλιος άφησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας έναν λευκό φάκελο και είπε:

— Φέτος δεν θέλω λουλούδια και εστιατόρια. Θέλω να σου δώσω κάτι που πραγματικά χρειάζεσαι.

Μόλις είχα γυρίσει από τη δουλειά, με τα μαλλιά δεμένα πρόχειρα και μια σακούλα από το σούπερ μάρκετ στο χέρι. Η κόρη μας, η Μαρίνα, διάβαζε για τις Πανελλαδικές στο δωμάτιό της και ο μικρός, ο Πέτρος, ήταν στην προπόνηση μπάσκετ.

Άνοιξα τον φάκελο.

Μέσα υπήρχε ένα voucher για τετραήμερο στη Ρόδο.

Ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, πρωινό, αεροπορικά εισιτήρια, μεταφορά από και προς το αεροδρόμιο.

Για ένα άτομο.

Κοίταξα τον Στέλιο.

— Μόνη μου;

Χαμογέλασε σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την αντίδραση.

— Μόνη σου. Δέκα χρόνια λες ότι δεν έχεις καθίσει ούτε μία μέρα χωρίς να σκέφτεσαι παιδιά, δουλειά, σπίτι, λογαριασμούς. Πήγαινε να ξεκουραστείς.

Δεν μπορώ να πω ότι δεν συγκινήθηκα.

Ο Στέλιος δεν ήταν ποτέ άνθρωπος των εκπλήξεων. Τα δώρα του συνήθως ήταν πρακτικά: μια καφετιέρα, ένα μπουφάν που είχα δείξει σε βιτρίνα, και μια φορά ένα σετ αντικολλητικά τηγάνια που ακόμη τον πείραζα γι’ αυτό.

Ένα ταξίδι μόνο για μένα έμοιαζε σχεδόν υπερβολικά προσεγμένο.

— Και τα παιδιά;

— Θα τα αναλάβω εγώ.

— Εσύ δουλεύεις μέχρι αργά.

— Θα κανονίσω τις βάρδιες.

Με πλησίασε, με φίλησε στο μέτωπο και πρόσθεσε:

— Μην ψάχνεις πρόβλημα εκεί που δεν υπάρχει, Ελένη.

Ήταν μια περίεργη φράση για άνθρωπο που μόλις σου είχε χαρίσει διακοπές.

Αλλά δεν είπα τίποτα.

Τις επόμενες δύο μέρες, μάλιστα, ένιωθα ενοχές που είχα υποψιαστεί οτιδήποτε. Ο Στέλιος έδειχνε χαρούμενος που ετοίμαζα βαλίτσα. Μου έλεγε να πάρω μαγιό, να μη γεμίσω το πρόγραμμα με αξιοθέατα, να παραγγείλω κρασί το βράδυ και να μην κοιτάζω το κινητό.

Η πεθερά μου, η κυρία Δήμητρα, όταν έμαθε για το ταξίδι, είπε στο τηλέφωνο:

— Καλά έκανε το παιδί μου. Έχεις κουραστεί.

Κι εκείνο το «το παιδί μου» με ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Τρεις ημέρες πριν από την αναχώρηση, αποφάσισα να περάσω από το ταξιδιωτικό γραφείο στη Νέα Σμύρνη για να ρωτήσω αν μπορούσα να αλλάξω την ώρα επιστροφής. Το voucher είχε μια πτήση που έφτανε στην Αθήνα σχεδόν μεσάνυχτα και την επόμενη μέρα δούλευα.

Το γραφείο ήταν μικρό, με αφίσες από Κυκλάδες, Κωνσταντινούπολη και Πράγα στους τοίχους. Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με κοντά ξανθά μαλλιά και λεπτά γυαλιά, πήρε το χαρτί μου.

— Μισό λεπτό να ανοίξω την κράτηση, κυρία Παπαδοπούλου.

Πληκτρολόγησε κάτι.

Ύστερα σταμάτησε.

Ξανακοίταξε την οθόνη.

Μετά εμένα.

— Συγγνώμη… εσείς θα ταξιδέψετε μόνη σας;

Γέλασα.

— Ναι. Δώρο επετείου. Περίεργο, ε;

Δεν γέλασε.

— Όχι, απλώς…

Έσκυψε ξανά στην οθόνη.

— Επειδή στην ίδια κράτηση υπάρχουν συνολικά έξι άτομα.

Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα ότι είχα ακούσει λάθος.

— Τι είπατε;

Η γυναίκα ανασήκωσε το βλέμμα.

— Έξι επιβάτες.

— Εγώ είμαι μία.

— Ναι.

— Ποιοι είναι οι άλλοι πέντε;

Το πρόσωπό της άλλαξε αμέσως.

Κατάλαβε ότι είχε πει περισσότερα απ’ όσα ίσως έπρεπε.

— Ίσως πρόκειται για ομαδική κράτηση…

— Με το επίθετό μου;

Δεν απάντησε.

Έσπρωξα το voucher προς το μέρος της.

— Σας παρακαλώ. Δεν ζητάω προσωπικά στοιχεία ξένων ανθρώπων. Θέλω μόνο να μου πείτε αν ο άντρας μου αγόρασε περισσότερα εισιτήρια μαζί με το δικό μου.

Η γυναίκα κοίταξε γύρω της. Δεν υπήρχε άλλος πελάτης.

Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή.

— Η κράτηση πληρώθηκε με την ίδια κάρτα. Αλλά οι αναχωρήσεις δεν είναι όλες την ίδια ημέρα.

Ένιωσα τα δάχτυλά μου να παγώνουν.

— Πότε φεύγουν οι άλλοι;

— Κυρία Παπαδοπούλου…

— Πείτε μου μόνο αυτό.

Πήρε μια ανάσα.

— Την επόμενη ημέρα από εσάς.

Και τότε είδα στην οθόνη κάτι που δεν πρόλαβε να κρύψει.

Το όνομα του άντρα μου.

Στυλιανός Παπαδόπουλος.

Και κάτω από αυτό τέσσερις ακόμη γραμμές.

📌 Η συνέχεια γίνεται πολύ πιο παράξενη απ’ όσο περίμενα — βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Δεν ζήτησα να δω τα υπόλοιπα ονόματα.

Δεν χρειαζόταν.

Βγήκα από το γραφείο με το στομάχι δεμένο κόμπο και κάθισα σε ένα παγκάκι στην πλατεία.

Πέντε άτομα.

Ο Στέλιος, πιθανότατα.

Ποιοι άλλοι τέσσερις;

Η πρώτη σκέψη ήταν τόσο κοινότοπη που ντράπηκα: άλλη γυναίκα.

Μετά άρχισα να κάνω αριθμητική.

Αν υπήρχε άλλη γυναίκα, γιατί πέντε άτομα συνολικά;

Οικογένεια;

Παιδιά;

Φίλοι;

Πήρα τηλέφωνο τον Στέλιο.

— Τι κάνεις;

— Στη δουλειά. Γιατί;

— Τίποτα. Θα αργήσεις;

— Μάλλον μέχρι εννιά.

Ακουγόταν φυσιολογικός.

Στο βάθος άκουσα φωνές από το συνεργείο όπου εργαζόταν ως υπεύθυνος ανταλλακτικών.

— Πήγες στο πρακτορείο; με ρώτησε ξαφνικά.

Το αίμα μου πάγωσε.

— Γιατί;

— Επειδή είπες ότι ήθελες να αλλάξεις την πτήση.

Το είχα αναφέρει το προηγούμενο βράδυ.

— Ναι, πέρασα.

Υπήρξε μια μικρή παύση.

— Όλα καλά;

— Όλα καλά.

Έκλεισα.

Εκείνο το βράδυ δεν τον ρώτησα τίποτα.

Έκανα κάτι χειρότερο.

Άρχισα να παρατηρώ.

Ο Στέλιος είχε το κινητό του πάντα δίπλα του. Αυτό δεν ήταν καινούργιο. Όμως τώρα έβλεπα πράγματα που πριν αγνοούσα: μηνύματα που απαντούσε στο μπαλκόνι, μικρές καθυστερήσεις όταν τον ρωτούσα πού είχε πάει, δύο φορές μέσα στην εβδομάδα που είπε ότι είχε «παράδοση από Θεσσαλονίκη» και γύρισε μετά τις έντεκα.

Έψαξα το κοινό μας e-banking.

Η αγορά του ταξιδιού φαινόταν κανονικά.

2.864 ευρώ.

Πάγωσα.

Το δικό μου ταξίδι κόστιζε λιγότερο από πεντακόσια.

Άρα όντως υπήρχαν κι άλλοι.

Το επόμενο πρωί είπα ότι με πονούσε το κεφάλι και δεν πήγα στη δουλειά.

Περίμενα να φύγουν όλοι.

Μετά μπήκα στο γραφείο του Στέλιου.

Δεν ήξερα ακριβώς τι έψαχνα.

Απόδειξη;

Εισιτήρια;

Μια φωτογραφία;

Στο κάτω συρτάρι υπήρχαν λογαριασμοί, συμβόλαια αυτοκινήτου και ένας παλιός μπλε φάκελος.

Μέσα βρήκα φωτοτυπίες ταυτοτήτων.

Του Στέλιου.

Της μητέρας του.

Της αδελφής του, της Βάσως.

Του άντρα της Βάσως.

Και του δεκαεξάχρονου γιου τους.

Πέντε.

Ακριβώς πέντε.

Κάθισα στην καρέκλα.

Δεν υπήρχε ερωμένη.

Υπήρχε όλη η οικογένειά του.

Και κανένα από τα παιδιά μας.

Αυτό με μπέρδεψε ακόμη περισσότερο.

Το ίδιο βράδυ, ενώ τρώγαμε όλοι μαζί, η Μαρίνα είπε:

— Μπαμπά, τελικά θα πάμε στη γιαγιά το Σαββατοκύριακο;

Ο Στέλιος την κοίταξε απότομα.

— Ποιος σου είπε ότι θα πάμε;

— Η θεία Βάσω.

Ο Στέλιος άφησε το πιρούνι του.

— Πότε;

— Χθες. Μου έστειλε για κάτι βιβλία του Άρη.

Η κόρη μου κοίταξε εμένα.

— Μαμά, γιατί με κοιτάς έτσι;

— Δεν σε κοιτάζω κάπως.

Ο Στέλιος άλλαξε κουβέντα.

Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα.

Το επόμενο πρωί πήρα τη Βάσω.

Είχαμε μια τυπική σχέση. Ούτε εχθρική ούτε ιδιαίτερα ζεστή.

— Βάσω, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Αλλά θέλω να μου απαντήσεις χωρίς να πάρεις πρώτα τον Στέλιο.

Σιωπή.

— Τι έγινε;

— Φεύγετε ταξίδι;

Άλλη σιωπή.

Πιο μεγάλη.

— Πού το έμαθες;

Αυτές οι τέσσερις λέξεις ήταν αρκετές.

— Πού πάτε;

— Ελένη…

— Πού;

— Ρόδο.

Έκλεισα τα μάτια.

— Γιατί;

— Δεν μπορώ να σου το πω εγώ.

— Είμαι γυναίκα του δεκαπέντε χρόνια.

— Το ξέρω.

— Και γι’ αυτό με στέλνει μία μέρα νωρίτερα μόνη μου;

Η Βάσω ψιθύρισε:

— Δεν ήταν δική μου ιδέα.

— Τι δεν ήταν δική σου ιδέα;

— Πρέπει να μιλήσεις με τον Στέλιο.

Έκλεισα.

Όλη τη μέρα σκεφτόμουν να τον αντιμετωπίσω.

Αλλά κάτι με σταματούσε.

Δεν ήθελα να του δώσω την ευκαιρία να αλλάξει σχέδιο.

Έτσι, την Παρασκευή το πρωί πήγα κανονικά στο αεροδρόμιο.

Έκανα check-in.

Πέρασα τον έλεγχο.

Έστειλα στον Στέλιο φωτογραφία από την πύλη.

«Έφτασα. Ευχαριστώ για το δώρο.»

Μου απάντησε σχεδόν αμέσως.

«Να περάσεις τέλεια. Το αξίζεις ❤️»

Δεν μπήκα στο αεροπλάνο.

Περίμενα να κλείσει η πύλη, βγήκα από το αεροδρόμιο και πήγα στο σπίτι της φίλης μου της Νίκης στην Καλλιθέα.

Το κινητό μου το είχα ανοιχτό.

Στις επτά το απόγευμα με πήρε ο Στέλιος.

— Έφτασες;

Κοίταξα τη Νίκη απέναντί μου.

— Ναι.

— Πώς είναι;

— Υπέροχα.

— Το δωμάτιο καλό;

— Πολύ.

— Βγες να φας κάτι. Μην κλειστείς μέσα.

Χαμογέλασα πικρά.

— Μην ανησυχείς.

Την επόμενη μέρα, στις έντεκα το πρωί, πήγα πάλι στο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Αυτή τη φορά δεν είχα αποσκευές.

Κάθισα στο καφέ απέναντι από τις αναχωρήσεις.

Και περίμενα.

Στις δώδεκα και είκοσι τους είδα.

Πρώτα τη Δήμητρα με μια μεγάλη μπεζ βαλίτσα.

Μετά τη Βάσω, τον άντρα της και τον γιο τους.

Και τελευταίο τον Στέλιο.

Δεν γελούσαν.

Δεν έμοιαζαν με ανθρώπους που πήγαιναν οικογενειακές διακοπές.

Ο Στέλιος κρατούσε έναν μαύρο χαρτοφύλακα.

Η Βάσω είχε κόκκινα μάτια.

Τους ακολούθησα μέχρι το check-in.

Εκεί συνέβη κάτι ακόμη πιο περίεργο.

Ένας ηλικιωμένος άντρας, που δεν γνώριζα, πλησίασε τον Στέλιο.

Τον αγκάλιασε.

Η πεθερά μου άρχισε να κλαίει.

Ο ηλικιωμένος τής φίλησε το χέρι.

Έβγαλα το κινητό και τράβηξα από μακριά μια φωτογραφία.

Μετά έψαξα το όνομα που άκουσα την υπάλληλο να λέει.

«Κύριε Μαυρίδη, η ταυτότητά σας.»

Το επίθετο μου φάνηκε γνωστό.

Χρειάστηκαν μόλις πέντε λεπτά στο Google.

Αντώνης Μαυρίδης.

Συμβολαιογράφος Ρόδου.

Τότε κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για διακοπές.

Ήταν υπόθεση περιουσίας.

Και ξαφνικά θυμήθηκα κάτι που είχε συμβεί έξι μήνες νωρίτερα.

Ο πατέρας του Στέλιου, ο Γιώργος, είχε πεθάνει πριν δεκαεπτά χρόνια.

Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.

Η Δήμητρα είχε πει πάντα ότι είχε πεθάνει στη Γερμανία, όπου εργαζόταν για χρόνια.

Δεν υπήρχε τάφος στην Ελλάδα.

Δεν είχαμε πάει ποτέ σε μνημόσυνο.

Υπήρχαν ελάχιστες φωτογραφίες του.

Και πριν έξι μήνες είχε φτάσει στο σπίτι μας ένα συστημένο γράμμα από Ρόδο.

Ο Στέλιος το είχε πάρει και το είχε βάλει αμέσως στην τσέπη.

Όταν τον ρώτησα τι ήταν, είπε:

— Κάτι για ένα παλιό οικόπεδο του πατέρα μου. Μπέρδεμα.

Την Κυριακή το απόγευμα πήρα την πρώτη πτήση για Ρόδο.

Το ξενοδοχείο του voucher μου ήταν στη Ρόδο πόλη, όχι μακριά από την παλιά πόλη.

Δεν πήγα καν εκεί.

Η Νίκη είχε βρει το γραφείο του συμβολαιογράφου Μαυρίδη.

Τη Δευτέρα στις εννιά ήμουν απέναντι.

Στις δέκα ακριβώς εμφανίστηκε η οικογένεια.

Μπήκαν μέσα.

Περίμενα δέκα λεπτά.

Και μπήκα κι εγώ.

Η γραμματέας με σταμάτησε.

— Έχετε ραντεβού;

— Είμαι η σύζυγος του Στυλιανού Παπαδόπουλου.

Από το βάθος ακούστηκε μια φωνή.

— Ελένη;

Ο Στέλιος βγήκε στον διάδρομο άσπρος σαν χαρτί.

— Τι κάνεις εδώ;

— Ξεκουράζομαι.

Δεν είπε τίποτα.

— Δεν θα με συστήσεις;

Η πόρτα πίσω του ήταν ανοιχτή.

Στο μεγάλο τραπέζι καθόταν η Δήμητρα, η Βάσω και οι υπόλοιποι.

Και στην κορυφή καθόταν ένας άντρας περίπου εβδομήντα πέντε ετών.

Δεν τον είχα δει ποτέ.

Όμως είχε τα ίδια μάτια με τον Στέλιο.

Ο άντρας σηκώθηκε.

— Εσύ πρέπει να είσαι η Ελένη.

Κοίταξα τον άντρα μου.

— Ο πατέρας σου είναι ζωντανός;

Η Δήμητρα άρχισε να κλαίει.

Η αλήθεια ήταν χειρότερη και ταυτόχρονα πιο απλή απ’ ό,τι είχα φανταστεί.

Ο Γιώργος Παπαδόπουλος δεν είχε πεθάνει ποτέ.

Είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν ο Στέλιος ήταν είκοσι δύο και η Βάσω δεκαεννιά. Είχε φύγει στη Ρόδο με άλλη γυναίκα.

Η Δήμητρα, από ντροπή, είχε πει σε όλους τους συγγενείς ότι είχε πεθάνει στο εξωτερικό.

Τα παιδιά της είχαν συμφωνήσει να μη μιλούν ποτέ γι’ αυτό.

Χρόνια αργότερα, ο Γιώργος είχε αποκτήσει σημαντική περιουσία από τουριστικά ακίνητα.

Τώρα είχε καρκίνο.

Και ήθελε να μοιράσει όσα είχε πριν πεθάνει.

Αλλά υπήρχε ένας όρος.

Ήθελε να δει τα παιδιά του χωρίς τους συζύγους τους στην πρώτη συνάντηση.

— Και γι’ αυτό έπρεπε να με στείλεις διακοπές; ρώτησα τον Στέλιο.

— Δεν ήξερα πώς να σου εξηγήσω ότι ο πατέρας μου ήταν ζωντανός.

— Δεκαπέντε χρόνια;

— Ντρεπόμουν.

— Για τον πατέρα σου ή για το ψέμα σου;

Δεν απάντησε.

Ο ηλικιωμένος σηκώθηκε αργά.

— Να πω κάτι;

Τον κοίταξα.

— Εγώ ζήτησα να έρθουν μόνο τα παιδιά μου. Δεν ζήτησα να πει ψέματα στη γυναίκα του.

Ο Στέλιος έσκυψε το κεφάλι.

Και τότε ο συμβολαιογράφος είπε κάτι που άλλαξε όλο το νόημα του ταξιδιού.

— Αφού η κυρία Παπαδοπούλου είναι εδώ, ίσως πρέπει να το ακούσει κι εκείνη. Εξάλλου ένα μέρος της υπόθεσης την αφορά άμεσα.

— Εμένα; είπα.

Ο Μαυρίδης άνοιξε έναν φάκελο.

Ο Γιώργος είχε αγοράσει πριν εννέα χρόνια ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα.

Στο όνομά μου.

Δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

— Γιατί; ρώτησα.

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε θλιμμένα.

— Γιατί πριν εννέα χρόνια ο γιος μου μού ζήτησε χρήματα.

Γύρισα προς τον Στέλιο.

— Τι χρήματα;

Ο Γιώργος συνέχισε.

— Είχε χάσει τη δουλειά του τότε. Μου είπε ότι δεν ήθελε να το μάθεις. Του έδωσα αρκετά για να ξεχρεώσει το σπίτι σας.

Θυμήθηκα εκείνη την περίοδο.

Ο Στέλιος μου έλεγε ότι δούλευε σε αποθήκη ανταλλακτικών.

Κάθε πρωί έφευγε κανονικά.

Επί σχεδόν τέσσερις μήνες.

Δεν μου είχε πει ποτέ ότι ήταν άνεργος.

— Το διαμέρισμα ήταν η εγγύηση ότι, αν γινόταν κάτι σε μένα, τα λεφτά που του έδωσα δεν θα γίνονταν αφορμή να χάσετε εσείς το σπίτι σας, είπε ο Γιώργος. Γι’ αυτό το έβαλα στο δικό σου όνομα.

Κοίταξα τον Στέλιο.

— Πόσα ψέματα υπάρχουν ακόμη;

Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του.

— Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα, αν αυτό σκέφτεσαι.

— Δεν με νοιάζει πια άλλη γυναίκα.

Και αυτό ήταν αλήθεια.

Πολύ περισσότερο με τρόμαζε η σκέψη ότι ο άνθρωπος που κοιμόταν δίπλα μου δεκαπέντε χρόνια είχε χτίσει ολόκληρα δωμάτια μέσα στη ζωή του και είχε κλειδώσει τις πόρτες.

Ο Γιώργος τελικά δεν μοίρασε εκείνη τη μέρα την περιουσία.

Έκλεισε τον φάκελο και είπε:

— Θα ξαναμιλήσουμε όταν όλοι θα είστε έτοιμοι να πείτε την αλήθεια χωρίς να ντρέπεστε γι’ αυτή.

Γύρισα στην Αθήνα μόνη.

Αυτή τη φορά πραγματικά μόνη.

Δεν χώρισα αμέσως τον Στέλιο.

Ούτε τον συγχώρησα αμέσως.

Για τρεις μήνες κοιμόταν στον καναπέ.

Πήγαμε σε σύμβουλο γάμου. Όχι επειδή ένα ταξίδι στη Ρόδο θα κατέστρεφε δεκαπέντε χρόνια, αλλά επειδή κατάλαβα ότι δεν ήξερα πόσα από αυτά τα χρόνια ήταν ολόκληρα δικά μας.

Το διαμέρισμα αποδείχθηκε αληθινό.

Μικρό δυάρι στο Παγκράτι.

Το πούλησα έναν χρόνο αργότερα.

Με μέρος των χρημάτων ξεχρεώσαμε τελείως το δάνειο του σπιτιού.

Το υπόλοιπο το έβαλα σε λογαριασμό μόνο στο δικό μου όνομα.

Ο Στέλιος δεν διαμαρτυρήθηκε.

Ο Γιώργος πέθανε δεκατέσσερις μήνες μετά εκείνο το πρωινό στη Ρόδο.

Στην κηδεία του πήγαμε όλοι.

Ακόμη και η Δήμητρα.

Στεκόταν μπροστά στο φέρετρο χωρίς να κλαίει.

Λίγο πριν φύγουμε, την άκουσα να ψιθυρίζει:

— Τελικά ήταν πιο εύκολο να λέω ότι είχες πεθάνει παρά ότι με είχες αφήσει.

Τότε κατάλαβα από πού είχε μάθει ο Στέλιος να κρύβει ό,τι τον ντρόπιαζε.

Μερικούς μήνες αργότερα, στην επόμενη επέτειό μας, βρήκα πάνω στο τραπέζι έναν φάκελο.

Τον κοίταξα και ο Στέλιος γέλασε αμήχανα.

— Άνοιξέ τον.

Μέσα ήταν δύο εισιτήρια για Νάξο.

Δύο.

Σήκωσα το βλέμμα.

— Έλεγξες πόσα άτομα έχει η κράτηση;

— Τρεις φορές.

— Και;

— Δύο.

Πήρα τα εισιτήρια.

— Ωραία.

Χαμογέλασε.

— Θα έρθεις;

Τον άφησα να περιμένει λίγα δευτερόλεπτα.

— Θα έρθω. Αλλά αυτή τη φορά, αν υπάρχει κάτι που δεν ξέρω, καλύτερα να το μάθω πριν φτάσουμε στο αεροδρόμιο.

Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο Στέλιος δεν προσπάθησε να αστειευτεί.

Απλώς είπε:

— Συμφωνήσαμε.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More