Η Θεοδώρα δεν περίμενε να ακούσει το όνομά της μέσα σε μια τόσο βαριά σιωπή.
Είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο παλιό σπίτι του πεθερού της, λίγο έξω από το Ναύπλιο, εκεί όπου η αυλή μύριζε ακόμη γιασεμί και υγρασία από την πρωινή βροχή. Στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού υπήρχαν ελληνικοί καφέδες που είχαν κρυώσει, δύο πιατέλες με κουλουράκια που κανείς δεν άγγιζε και ένας καφέ δερμάτινος φάκελος μπροστά στον συμβολαιογράφο.
Ο Αντώνης, ο πεθερός της, είχε πεθάνει δεκατρείς μέρες νωρίτερα από ανακοπή. Ήταν εβδομήντα δύο ετών, πεισματάρης, λιγομίλητος και από εκείνους τους ανθρώπους που προτιμούσαν να φτιάξουν μόνοι τους μια χαλασμένη βρύση παρά να τηλεφωνήσουν σε υδραυλικό.
Η Θεοδώρα τον γνώριζε οκτώ χρόνια.
Κι όμως, εκείνο το πρωί, η πεθερά της, η Μαργαρίτα, σηκώθηκε ξαφνικά από την καρέκλα και είπε μπροστά σε όλους:
«Πριν αρχίσουμε, θέλω να πω κάτι. Για να μη μας περάσει κανείς για ανόητους.»
Ο άντρας της Θεοδώρας, ο Πέτρος, γύρισε απότομα.
«Μαμά, όχι τώρα.»
«Τώρα ακριβώς.»
Η Μαργαρίτα κοίταξε τη νύφη της κατευθείαν στα μάτια.
«Όλοι ξέρουμε γιατί ήσουν τόσο κοντά στον Αντώνη τον τελευταίο καιρό. Μην κάνεις την ανήξερη.»
Η Θεοδώρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Τι εννοείς;»
Η γυναίκα χαμογέλασε πικρά.
«Εννοώ ότι ξαφνικά άρχισες να έρχεσαι κάθε εβδομάδα. Να του μαγειρεύεις. Να τον πηγαίνεις στους γιατρούς. Να τον βοηθάς με τα χαρτιά του. Πολύ ενδιαφέρον για μια νύφη που, όπως έλεγες πάντα, δεν έχει χρόνο ούτε για τον εαυτό της.»
«Μαργαρίτα…»
«Άσε με να τελειώσω. Μερικοί άνθρωποι μυρίζονται την περιουσία από μακριά.»
Ο Πέτρος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι.
«Φτάνει.»
Αλλά η Θεοδώρα δεν τον κοίταξε.
Κοίταζε μόνο τη γυναίκα απέναντί της.
Εδώ και χρόνια είχε μάθει να καταπίνει ειρωνείες, μικρές προσβολές, υπονοούμενα για τη δουλειά της, για το ότι δεν είχε φέρει «προίκα», ακόμη και για το ότι οι γονείς της ζούσαν σε ένα απλό διαμέρισμα στην Καλλιθέα.
Όμως αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό.
Ίσως επειδή ο Αντώνης δεν ήταν πια εκεί για να πετάξει το γνωστό του:
«Μαργαρίτα, φτάνει. Το παράκανες.»
Ο συμβολαιογράφος έβγαλε τα γυαλιά του και τα άφησε ήρεμα πάνω στο τραπέζι.
«Αν μου επιτρέπετε, θα ήταν καλύτερο να προχωρήσουμε.»
Η Μαργαρίτα κάθισε ξανά.
«Φυσικά. Γι’ αυτό είμαστε εδώ.»
Η Θεοδώρα δεν απάντησε. Έπιασε μόνο τα δάχτυλά της κάτω από το τραπέζι για να μη φαίνεται ότι έτρεμαν.
Το παράξενο ήταν πως ούτε η ίδια γνώριζε τι ακριβώς είχε γράψει ο πεθερός της στη διαθήκη.
Και η σιωπή του Πέτρου δίπλα της την έκανε να φοβάται περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Τρεις μήνες πριν από τον θάνατο του Αντώνη, όλα είχαν ξεκινήσει από ένα απλό τηλεφώνημα.
Ήταν Τρίτη μεσημέρι. Η Θεοδώρα δούλευε από το σπίτι για μια μικρή εταιρεία τουριστικών κρατήσεων όταν χτύπησε το κινητό της.
«Θεοδώρα;»
Η φωνή του Αντώνη ήταν παράξενα αδύναμη.
«Ναι, μπαμπά; Τι έγινε;»
Εκείνος τη διόρθωνε πάντα όταν τον έλεγε «κύριο Αντώνη», γι’ αυτό, μετά τον γάμο, είχε συνηθίσει το «μπαμπά», αν και δεν της έβγαινε πάντα φυσικά.
«Μπορείς να έρθεις αύριο;»
«Έγινε κάτι;»
«Θέλω βοήθεια με κάτι χαρτιά.»
«Να πω στον Πέτρο;»
Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Όχι. Εσένα θέλω.»
Η Θεοδώρα είχε θεωρήσει ότι αφορούσε κάποια ηλεκτρονική αίτηση. Ο Αντώνης αντιπαθούσε οτιδήποτε είχε κωδικούς, email ή «εκείνα τα κουμπάκια», όπως έλεγε.
Όταν όμως πήγε την επόμενη μέρα, τον βρήκε στην κουζίνα, με μια παλιά μεταλλική κασετίνα μπροστά του.
«Κλείσε την πόρτα», της είπε.
Μέσα υπήρχαν συμβόλαια, αποδείξεις, φωτοτυπίες και ένα παλιό τετράδιο με ονόματα και ποσά.
«Τι είναι όλα αυτά;»
Ο Αντώνης δεν απάντησε αμέσως.
Άνοιξε το παράθυρο, άναψε τσιγάρο, παρότι ο γιατρός τού το είχε απαγορεύσει, και κοίταξε προς τον δρόμο.
«Θέλω να καταλάβω τι έχω πληρώσει εγώ και τι όχι.»
Η Θεοδώρα συνοφρυώθηκε.
«Σε ποιο πράγμα;»
«Στο σπίτι του Πέτρου.»
Εκείνη νόμιζε πως δεν είχε ακούσει καλά.
Το σπίτι όπου ζούσε με τον άντρα της ήταν ένα διαμέρισμα στην Αθήνα που, όπως γνώριζε, είχε αγοραστεί λίγο πριν από τον γάμο τους με στεγαστικό δάνειο στο όνομα του Πέτρου.
Τουλάχιστον έτσι της είχαν πει.
Ο Αντώνης τράβηξε ένα χαρτί.
«Το προκαταβολικό ποσό το έβαλα εγώ. Και μετά πλήρωνα για χρόνια μέρος της δόσης.»
Η Θεοδώρα πάγωσε.
«Ο Πέτρος μού είπε ότι τα είχε βάλει από αποταμιεύσεις.»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε χωρίς χαρά.
«Ο γιος μου λέει αρκετά πράγματα.»
📖 Η πιο απρόσμενη συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

Η Θεοδώρα έκλεισε αμέσως το τετράδιο.
«Δεν θέλω να ξέρω πράγματα που αφορούν εσάς και τον Πέτρο.»
«Θα χρειαστεί να ξέρεις.»
«Γιατί;»
Ο Αντώνης πέταξε τη στάχτη σε ένα πιατάκι.
«Γιατί κάτι δεν μου βγαίνει.»
Τις επόμενες εβδομάδες δεν της αποκάλυψε κάποια μεγάλη οικογενειακή συνωμοσία, ούτε μυστικούς λογαριασμούς με εκατομμύρια. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο πεζή και γι’ αυτό πιο δυσάρεστη.
Υπήρχαν απλώς χρήματα που είχαν φύγει σιγά σιγά.
Δέκα χιλιάδες για «επισκευές».
Οκτώ χιλιάδες για ένα αυτοκίνητο.
Δώδεκα χιλιάδες για το διαμέρισμα.
Μικρότερα ποσά που ο Αντώνης έδινε στον Πέτρο ή στη Μαργαρίτα επειδή «έτυχε μια ανάγκη».
Όμως όταν προσπάθησε να βάλει όλα τα νούμερα μαζί, διαπίστωσε ότι οι αποταμιεύσεις που θεωρούσε πως είχε δεν υπήρχαν πια στον βαθμό που περίμενε.
«Μπορεί απλώς να τα ξέχασες», του είπε η Θεοδώρα.
Ο Αντώνης κούνησε το κεφάλι.
«Δεν ξεχνάω χρήματα που δούλεψα σαράντα χρόνια για να βγάλω.»
Είχε συνεργείο αυτοκινήτων στον Πειραιά σχεδόν όλη του τη ζωή. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά είχε καταφέρει να αποκτήσει το σπίτι στο Ναύπλιο, ένα μικρό διαμέρισμα στην Αργυρούπολη που νοίκιαζε και κάποιες οικονομίες.
Η Θεοδώρα δεν καταλάβαινε γιατί την είχε βάλει στη μέση.
Μέχρι που μια μέρα βρήκαν κάτι.
Σε μια στοίβα εκκαθαριστικών υπήρχαν τέσσερις τραπεζικές μεταφορές από τον λογαριασμό του Αντώνη προς έναν λογαριασμό που δεν αναγνώριζε.
Το όνομα του δικαιούχου ήταν μιας γυναίκας: Ειρήνη Παπαθανασίου.
«Ποια είναι;» ρώτησε η Θεοδώρα.
Ο Αντώνης χλώμιασε.
«Δεν ξέρω.»
«Μα της έχεις στείλει συνολικά σχεδόν τριάντα χιλιάδες.»
«Εγώ δεν έστειλα τίποτα.»
Η Θεοδώρα θεώρησε αρχικά ότι ο Αντώνης μπερδευόταν. Ότι ίσως υπήρχε κάποια εξήγηση που δεν θυμόταν.
Όμως εκείνος επέμενε.
Και τότε της ζήτησε να μην πει τίποτα στον Πέτρο ή στη Μαργαρίτα.
«Θέλω πρώτα να μάθω μόνος μου.»
Η Θεοδώρα αρνήθηκε.
«Όχι. Αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Αν υπάρχει πρόβλημα, πρέπει να μιλήσεις με την οικογένειά σου.»
«Εσύ είσαι οικογένεια.»
Η φράση αυτή την είχε σταματήσει.
Ο Αντώνης την κοίταξε παράξενα.
«Ίσως πιο πολύ απ’ όσο νόμιζα.»
Τελικά πήγαν μαζί στην τράπεζα.
Εκεί αποδείχθηκε ότι οι μεταφορές είχαν γίνει ηλεκτρονικά, με κωδικούς που είχαν αλλάξει πριν από δύο χρόνια.
Ο Αντώνης δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει mobile banking.
Κάποιος άλλος το είχε ενεργοποιήσει.
«Ποιος είχε πρόσβαση στο κινητό σου τότε;» τον ρώτησε η Θεοδώρα καθώς επέστρεφαν με το αυτοκίνητο.
Εκείνος δεν απάντησε.
Αλλά το πρόσωπό του είχε ήδη δώσει την απάντηση.
Η Μαργαρίτα.
Η Θεοδώρα του είπε να μην κατηγορήσει κανέναν χωρίς αποδείξεις.
Και για λίγο πίστεψε πως εκεί τελείωνε η εμπλοκή της.
Δύο εβδομάδες αργότερα ο Αντώνης τής τηλεφώνησε ξανά.
Αυτή τη φορά δεν της ζήτησε να δει χαρτιά.
Την πήγε σε ένα καφενείο στην παραλία του Ναυπλίου και της έδειξε μια φωτογραφία στο κινητό.
Η γυναίκα στη φωτογραφία ήταν περίπου σαράντα πέντε ετών.
«Αυτή είναι η Ειρήνη.»
«Τη βρήκες;»
Ο Αντώνης έγνεψε.
«Μένει στην Πάτρα.»
«Και γιατί της έστελναν χρήματα;»
Ο ηλικιωμένος πήρε βαθιά ανάσα.
«Δεν της έστελναν.»
Η Θεοδώρα τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Τα χρήματα πήγαιναν σε λογαριασμό στο όνομά της. Εκείνη δεν ήξερε τίποτα.»
«Τότε ποιος τα έπαιρνε;»
«Ένας δεύτερος συνδικαιούχος.»
Η Θεοδώρα ένιωσε ξαφνικά κρύο.
«Ποιος;»
Ο Αντώνης έβαλε το κινητό στην τσέπη.
«Θα το μάθω.»
Δεν της είπε περισσότερα.
Μόνο ότι είχε κλείσει ραντεβού με λογιστή και δικηγόρο.
Μετά από εκείνη τη μέρα άρχισε να αλλάζει.
Έγινε πιο απόμακρος με τον Πέτρο.
Δεν απαντούσε πάντα στα τηλεφωνήματα της Μαργαρίτας.
Και μια Κυριακή, όταν είχαν πάει όλοι για φαγητό, αρνήθηκε να δώσει στον γιο του πέντε χιλιάδες ευρώ για «μια επένδυση που δεν μπορούσε να περιμένει».
«Δεν γίνεται να με αφήνεις έτσι τελευταία στιγμή», είχε ξεσπάσει ο Πέτρος.
Ο Αντώνης τον κοίταξε αμίλητος.
«Δεν σε αφήνω. Απλώς σου λέω όχι.»
Ήταν η πρώτη φορά που η Θεοδώρα είχε δει τον άντρα της να μιλά τόσο άσχημα στον πατέρα του.
Στο αυτοκίνητο, γυρίζοντας στην Αθήνα, τον ρώτησε τι είχε συμβεί.
«Τίποτα.»
«Δεν ήταν τίποτα.»
«Ο πατέρας μου έχει αρχίσει να γίνεται περίεργος.»
«Ή μήπως απλώς κουράστηκε να πληρώνει;»
Ο Πέτρος γύρισε και την κοίταξε.
«Τι ξέρεις;»
Η Θεοδώρα πάγωσε.
«Τι να ξέρω;»
Η ένταση στο πρόσωπό του εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως.
«Τίποτα. Απλώς ρώτησα.»
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να υποψιάζεται πως ο Αντώνης δεν φοβόταν χωρίς λόγο.
Τρεις εβδομάδες πριν πεθάνει, ο πεθερός της ζήτησε να τον πάει σε συμβολαιογράφο στο Άργος.
Περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο σχεδόν μία ώρα.
Όταν επέστρεψε, κρατούσε έναν καφέ φάκελο.
«Άλλαξες τη διαθήκη;» τον ρώτησε.
«Ναι.»
«Θες να μου πεις τι έγραψες;»
«Όχι.»
«Τότε γιατί με έφερες;»
Ο Αντώνης χαμογέλασε.
«Για να ξέρω ότι τουλάχιστον ένας άνθρωπος θα μπορεί μετά να πει πως ήμουν καλά στα μυαλά μου όταν την υπέγραψα.»
Η Θεοδώρα τον μάλωσε.
Του είπε ότι μιλούσε σαν να περίμενε να πεθάνει.
Ο Αντώνης γέλασε.
«Όλοι το περιμένουμε. Απλώς άλλοι κάνουν ότι δεν το ξέρουν.»
Δεκαεννέα μέρες αργότερα, πέθανε.
Και τώρα, στο σαλόνι του σπιτιού του, ο ίδιος καφέ φάκελος ήταν μπροστά τους.
Ο συμβολαιογράφος άνοιξε τη διαθήκη.
Η Μαργαρίτα κάθισε πιο ίσια.
Ο Πέτρος σταύρωσε τα χέρια.
Η αδελφή του, η Νίκη, που είχε ταξιδέψει από τη Θεσσαλονίκη, κοιτούσε το πάτωμα. Ήταν η μόνη που δεν είχε πει ούτε μία κουβέντα από τη στιγμή που είχε φτάσει.
Ο συμβολαιογράφος άρχισε να διαβάζει.
Ο Αντώνης άφηνε στη σύζυγό του το δικαίωμα να κατοικεί στο σπίτι του Ναυπλίου για όσο ζούσε.
Η Μαργαρίτα χαλάρωσε ελαφρά.
Το διαμέρισμα στην Αργυρούπολη περνούσε στην κόρη του, τη Νίκη.
Ο Πέτρος συνοφρυώθηκε.
Και τότε ήρθε η πρώτη ανατροπή.
«Στον γιο μου Πέτρο αφήνω το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ.»
«Τι;» πετάχτηκε ο Πέτρος.
Ο συμβολαιογράφος σήκωσε το βλέμμα.
«Να συνεχίσω;»
Ο Πέτρος δεν απάντησε.
Η Μαργαρίτα γέλασε νευρικά.
«Αποκλείεται. Ο Αντώνης δεν θα άφηνε μόνο αυτά στο παιδί του.»
Ο συμβολαιογράφος συνέχισε.
«Στη νύφη μου, Θεοδώρα…»
Η Μαργαρίτα έγειρε πίσω.
«Να το.»
Η Θεοδώρα έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.
«…δεν αφήνω ακίνητη περιουσία ούτε χρηματικό ποσό.»
Η Μαργαρίτα σταμάτησε.
Ο Πέτρος κοίταξε τη γυναίκα του.
Η Θεοδώρα ένιωσε σχεδόν ανακούφιση.
Ίσως όλα τελείωναν εδώ.
Ίσως η πεθερά της θα ντρεπόταν έστω και λίγο.
Αλλά ο συμβολαιογράφος δεν είχε τελειώσει.
«Στη Θεοδώρα αφήνω έναν φάκελο εγγράφων, τον οποίο έχω καταθέσει στο γραφείο μου, με την επιθυμία να τον παραδώσει στις αρμόδιες αρχές εφόσον, μετά τον θάνατό μου, το θεωρήσει αναγκαίο.»
Το πρόσωπο της Μαργαρίτας άδειασε από χρώμα.
Τόσο ξαφνικά, που ακόμη και η Θεοδώρα το πρόσεξε.
Ο Πέτρος σηκώθηκε.
«Τι φάκελο;»
Ο συμβολαιογράφος τον κοίταξε.
«Υπάρχει συμπληρωματική επιστολή.»
Άνοιξε ένα δεύτερο χαρτί.
«Γράφει ότι, πριν από δύο χρόνια, διαπίστωσε πως μεγάλα ποσά είχαν μεταφερθεί από τον τραπεζικό του λογαριασμό χωρίς τη γνώση του.»
Η Μαργαρίτα σηκώθηκε.
«Αυτά είναι ανοησίες. Ήταν άρρωστος.»
Η Νίκη μίλησε για πρώτη φορά.
«Μαμά, κάτσε κάτω.»
«Εσύ μη μιλάς.»
Ο συμβολαιογράφος συνέχισε ατάραχος.
«Μετά από έρευνα, ο κύριος Αντώνης διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός της κυρίας Ειρήνης Παπαθανασίου είχε δεύτερο συνδικαιούχο.»
Η Θεοδώρα κοίταξε τη Μαργαρίτα.
Περίμενε να ακούσει το όνομά της.
Αντί γι’ αυτό, ο συμβολαιογράφος είπε:
«Τον γιο του, Πέτρο.»
Η Θεοδώρα δεν κατάλαβε αμέσως.
Ήταν σαν να είχε ακουστεί το όνομα κάποιου ξένου.
Ύστερα γύρισε αργά προς τον άντρα της.
Ο Πέτρος δεν την κοίταζε.
«Πέτρο;»
Εκείνος έτριψε το μέτωπό του.
«Δεν είναι όπως ακούγεται.»
Η Μαργαρίτα έτρεξε κοντά του.
«Μη λες τίποτα.»
Τότε η Θεοδώρα κατάλαβε γιατί είχε χλωμιάσει πρώτη εκείνη.
«Το ήξερες;»
Η πεθερά της δεν απάντησε.
«Το ήξερες;»
Ο Πέτρος χτύπησε το τραπέζι.
«Ήταν δικά μου χρήματα στην ουσία!»
Η Θεοδώρα τον κοίταζε.
«Του πατέρα σου ήταν.»
«Θα έρχονταν σε μένα έτσι κι αλλιώς.»
Η Νίκη σηκώθηκε απότομα.
«Τι λες;»
«Εσύ πήρες διαμέρισμα. Μην κάνεις την αθώα.»
«Δεν του έκλεψα λεφτά όσο ζούσε!»
Η Μαργαρίτα άρχισε να κλαίει.
Όχι ήσυχα.
Με εκείνο το θυμωμένο κλάμα ανθρώπου που αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο.
«Όλα τα έκανε για εσάς ο Πέτρος. Για να μη χαθεί το σπίτι. Για να τακτοποιηθούν τα πράγματα.»
«Ποιο σπίτι;» ρώτησε η Θεοδώρα.
Η Μαργαρίτα σταμάτησε.
Ο Πέτρος έκλεισε τα μάτια.
Και τότε αποκαλύφθηκε το τελευταίο κομμάτι.
Ο Πέτρος είχε χάσει πολλά χρήματα σε μια επένδυση μαζί με δύο φίλους του. Πολύ περισσότερα από όσα είχε πει ποτέ στη Θεοδώρα.
Για να καλύψει τα χρέη του, είχε χρησιμοποιήσει χρήματα του πατέρα του, αρχικά με τη γνώση της Μαργαρίτας.
Η μητέρα του πίστευε ότι θα τα επέστρεφε.
Όταν όμως τα ποσά μεγάλωσαν, είχαν χρησιμοποιήσει τον παλιό λογαριασμό της Ειρήνης, μιας μακρινής ξαδέλφης της Μαργαρίτας, που είχε ανοιχτεί χρόνια πριν για μια οικογενειακή υπόθεση και είχε μείνει ενεργός.
Η Ειρήνη δεν γνώριζε ότι ο Πέτρος είχε προστεθεί ως συνδικαιούχος.
Ο Αντώνης είχε ανακαλύψει τα πάντα.
Αλλά δεν είχε κινηθεί εναντίον του γιου του όσο ζούσε.
«Γιατί;» ψιθύρισε η Νίκη.
Ο συμβολαιογράφος γύρισε σε άλλη σελίδα.
«Ο πατέρας σας γράφει ότι δεν ήθελε να δει τον γιο του να καταστρέφεται δημόσια πριν του δώσει μία τελευταία ευκαιρία να επιστρέψει τα χρήματα.»
Ο Πέτρος σωριάστηκε στην καρέκλα.
«Του είχα πει ότι θα τα βρω.»
Η Θεοδώρα τον κοίταξε.
«Και σε μένα τι έλεγες;»
Δεν απάντησε.
Τότε ο συμβολαιογράφος παρέδωσε στη Θεοδώρα έναν φάκελο.
Μέσα υπήρχαν τραπεζικές κινήσεις, αντίγραφα μηνυμάτων, σημειώσεις του Αντώνη και ένα χειρόγραφο γράμμα.
Το άνοιξε.
Δεν μπόρεσε να το διαβάσει φωναχτά.
Οι πρώτες γραμμές έλεγαν:
«Θεοδώρα, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι δεν πρόλαβα να δω αν ο γιος μου διόρθωσε το λάθος του. Δεν σου αφήνω χρήματα γιατί δεν θέλω κανείς να πει ποτέ ότι με βοήθησες για αυτά. Σου αφήνω μόνο την αλήθεια, επειδή ήσουν η μόνη που δεν μου ζήτησε τίποτα.»
Η Θεοδώρα ένιωσε τα μάτια της να καίνε.
Παρακάτω υπήρχε μια ακόμη φράση.
«Και κάτι τελευταίο: το διαμέρισμα όπου ζείτε δεν αγοράστηκε από τον Πέτρο. Είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου πληρωμένο από εμένα. Τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στον φάκελο.»
Ο Πέτρος πετάχτηκε.
«Αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Το σπίτι είναι στο όνομά μου.»
Ο συμβολαιογράφος τον κοίταξε.
«Νομικά, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο.»
Η Θεοδώρα δεν άκουσε τις λεπτομέρειες.
Κοιτούσε τον άνθρωπο που είχε παντρευτεί.
Ξαφνικά θυμήθηκε πόσες φορές της είχε πει ότι «εκείνος είχε βάλει το σπίτι» και ότι γι’ αυτό δεν έπρεπε να παραπονιέται όταν αποφάσιζε μόνος για μεγάλα έξοδα.
Θυμήθηκε μια φορά που είχε προτείνει να γραφτεί και το δικό της όνομα στο ακίνητο.
«Δεν χρειάζονται αυτά μεταξύ μας», της είχε πει.
Τώρα καταλάβαινε γιατί.
Η Μαργαρίτα πλησίασε τη Θεοδώρα.
«Άκουσέ με. Μην κάνεις καμιά βλακεία. Είναι ο άντρας σου.»
Η Θεοδώρα σήκωσε το βλέμμα.
«Πριν μία ώρα ήμουν προικοθήρας.»
Η Μαργαρίτα άνοιξε το στόμα, αλλά δεν βρήκε απάντηση.
«Τώρα είμαι γυναίκα του και πρέπει να τον προστατεύσω;»
«Ήμουν θυμωμένη.»
«Όχι. Φοβόσουν.»
Η Θεοδώρα κοίταξε τον Πέτρο.
«Φοβόσασταν και οι δύο μήπως ο Αντώνης μού είχε πει την αλήθεια.»
Η σιωπή ήταν πιο βαριά από πριν.
Εκείνο το απόγευμα, η Θεοδώρα δεν κατήγγειλε κανέναν.
Δεν φώναξε.
Δεν πέταξε τα πράγματα του Πέτρου από το σπίτι.
Πήρε μόνο τον φάκελο και έφυγε.
Πέρασε τη νύχτα σε μια φίλη της στην Αθήνα.
Για δύο ημέρες ο Πέτρος τής έστελνε δεκάδες μηνύματα.
«Έκανα λάθος.»
«Θα σου εξηγήσω.»
«Το έκανα για εμάς.»
«Μην καταστρέψεις την οικογένεια.»
Το τρίτο βράδυ, η Θεοδώρα τού απάντησε μόνο μία φορά.
«Η οικογένεια δεν καταστράφηκε όταν έμαθα την αλήθεια. Καταστράφηκε όταν αποφάσισες ότι μπορούσες να ζεις μέσα σε ένα ψέμα και να με βάζεις να το πληρώνω χωρίς να το ξέρω.»
Αργότερα αποδείχθηκε ότι ένα μέρος των χρημάτων μπορούσε να επιστραφεί.
Ο Πέτρος πούλησε το ακριβό αυτοκίνητο που είχε αγοράσει τον προηγούμενο χρόνο και μπήκε σε ρύθμιση για τα υπόλοιπα.
Η Νίκη δεν μίλησε στη μητέρα της για μήνες.
Η Μαργαρίτα έμεινε στο σπίτι του Ναυπλίου, όπως όριζε η διαθήκη, αλλά σταμάτησε να τηλεφωνεί στη Θεοδώρα.
Η Θεοδώρα δεν υπέβαλε αμέσως αίτηση διαζυγίου.
Χρειάστηκε χρόνο.
Όχι επειδή σκεφτόταν να συγχωρήσει τον Πέτρο, αλλά επειδή έπρεπε πρώτα να καταλάβει πόσα πράγματα από τη ζωή της ήταν πραγματικά δικά της και πόσα ήταν χτισμένα πάνω σε ιστορίες που της είχαν πει άλλοι.
Έξι μήνες μετά, βρέθηκε ξανά στο Ναύπλιο.
Πήγε μόνη της στο νεκροταφείο.
Άφησε λίγα λουλούδια στον τάφο του Αντώνη και έμεινε για λίγο όρθια χωρίς να μιλά.
Πριν φύγει, ψιθύρισε:
«Είχες άδικο μόνο σε ένα πράγμα.»
Ο αέρας κούνησε τα φύλλα από τα κυπαρίσσια.
Η Θεοδώρα χαμογέλασε αχνά.
«Δεν μου άφησες μόνο την αλήθεια. Μου άφησες την ευκαιρία να μη ζήσω άλλο μέσα στο ψέμα κανενός.»
Ύστερα γύρισε και πήρε τον δρόμο προς την έξοδο, χωρίς να κοιτάξει πίσω.