Το πιο σκληρό δεν ήταν αυτό που είπε η πεθερά μου. Ήταν ο τρόπος που ο εννιάχρονος ανιψιός μου άφησε κάτω το κουτάλι του, σηκώθηκε από το τραπέζι και ψιθύρισε:
«Μη μαλώνετε. Θα φύγω εγώ.»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το παιδί είχε ακούσει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε να ακούσει ένα παιδί στην ηλικία του.
Η Ευγενία στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, κρατώντας ακόμα την τσάντα της. Φορούσε ένα μπεζ ταγέρ, είχε μόλις βγει από το κομμωτήριο και κοιτούσε τον μικρό σαν να ήταν κάτι που είχαμε φέρει κατά λάθος στο σπίτι.
«Δεν πρόκειται να μετατρέψετε το σπίτι του γιου μου σε ίδρυμα», συνέχισε. «Η κοινωνική υπηρεσία υπάρχει για τέτοιες περιπτώσεις.»
Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, καθόταν απέναντί μου. Το πιρούνι του είχε μείνει ακίνητο πάνω από το πιάτο.
«Ανδρέα;» τον φώναξα.
Δεν σήκωσε τα μάτια.
«Η μητέρα μου είναι αναστατωμένη, Μαρίνα. Ας μην το κάνουμε χειρότερο.»
Ήταν Τρίτη απόγευμα, αρχές Νοεμβρίου. Έξω έβρεχε και από το μισάνοιχτο παράθυρο ακουγόταν το λεωφορείο που σταματούσε στη γωνία της οδού Παπαναστασίου, στη Θεσσαλονίκη.
Πάνω στο τραπέζι είχα βάλει φακές, ψωμί και λίγο τυρί. Είχα μαγειρέψει αρκετό φαγητό για τρεις ανθρώπους, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό ήταν πια το φυσιολογικό.
Τρεις άνθρωποι.
Όχι δύο.
Η αδελφή μου, η Δέσποινα, είχε πεθάνει δεκατρείς ημέρες νωρίτερα.
Ένα φορτηγό είχε περάσει στο αντίθετο ρεύμα σε έναν επαρχιακό δρόμο έξω από την Κατερίνη. Η Δέσποινα επέστρεφε από τη δουλειά της σε ένα λογιστικό γραφείο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο σπίτι της.
Ο γιος της, ο Πέτρος, είχε μείνει στο ολοήμερο σχολείο εκείνο το απόγευμα.
Από τότε που τον πήρα στην αγκαλιά μου έξω από το σχολικό κτίριο, δεν τον είχα αφήσει μόνο ούτε μία νύχτα.
Ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν από πέντε χρόνια. Η Δέσποινα δεν είχε άλλον άνθρωπο τόσο κοντινό όσο εμένα.
Και τώρα ο Πέτρος στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, με τις κάλτσες του στραβοφορεμένες και τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
«Θεία, πού είναι η μικρή μου βαλίτσα;»
Η Ευγενία αναστέναξε, σαν να είχε επιβεβαιωθεί κάτι που έλεγε από την αρχή.
«Βλέπεις; Το παιδί καταλαβαίνει.»
Τότε σηκώθηκα.
«Πέτρο, πήγαινε στο δωμάτιό σου. Δεν θα φύγεις πουθενά απόψε.»
«Δεν θέλω να σας χαλάσω τη ζωή.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Δεν μας χαλάς τίποτα.»
«Η γιαγιά του κυρίου Ανδρέα είπε ότι δεν χωράω.»
Η Ευγενία ίσιωσε την πλάτη της.
«Δεν είμαι η γιαγιά του, για αρχή.»
Κοίταξα τον άντρα μου.
Περίμενα να πει κάτι.
Οτιδήποτε.
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι περισσότερο.
Ο Πέτρος έφυγε αθόρυβα.
Τον άκουσα να ανοίγει τη ντουλάπα στο μικρό δωμάτιο που μέχρι πριν από δύο εβδομάδες χρησιμοποιούσαμε ως γραφείο.
Μια πόρτα έτριξε.
Έπειτα ακούστηκε το φερμουάρ μιας τσάντας.
Η Ευγενία κάθισε επιτέλους.
«Θα το συζητήσουμε πολιτισμένα. Έχετε ένα εικοσιτετράωρο να βρείτε λύση.»
«Δεν έχεις δικαίωμα να μας δίνεις προθεσμίες», της είπα.
Με κοίταξε σχεδόν με οίκτο.
«Κορίτσι μου, σε ποιο σπίτι νομίζεις ότι μένεις;»
Πάγωσα.
Το διαμέρισμα ανήκε στον Ανδρέα. Το είχε αποκτήσει αρκετά χρόνια πριν από τον γάμο μας, με τη βοήθεια των γονιών του.
Παντρευτήκαμε πριν από οκτώ χρόνια.
Εγώ πλήρωνα τα περισσότερα καθημερινά έξοδα, αφού ο Ανδρέας είχε περάσει δύο δύσκολες επαγγελματικές περιόδους. Είχαμε φτιάξει μαζί την κουζίνα, αλλάξει τα παράθυρα και αγοράσει σχεδόν όλα τα έπιπλα.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι κάποιος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το σπίτι σαν απειλή.
«Ανδρέα», είπα ξανά. «Πες της να σταματήσει.»
Εκείνος σηκώθηκε αργά.
«Μαρίνα, μπορούμε να μιλήσουμε μόνοι μας;»
Η μητέρα του χαμογέλασε.
Αυτό το μικρό χαμόγελο ήταν που με έκανε να καταλάβω ότι η συζήτηση δεν είχε αρχίσει εκείνη την ημέρα.
Όταν μπήκαμε στο υπνοδωμάτιο, ο Ανδρέας έκλεισε την πόρτα.
«Πρέπει να καταλάβεις τη θέση μου.»
«Τη θέση σου;»
«Δεν έχουμε προετοιμαστεί να μεγαλώσουμε παιδί.»
«Ούτε η Δέσποινα είχε προετοιμαστεί να πεθάνει.»
Έτριψε το μέτωπό του.
«Μη μιλάς έτσι.»
«Πώς θέλεις να μιλάω; Είναι ο ανιψιός μου. Είναι μόνος του.»
«Υπάρχουν διαδικασίες. Συγγενείς, υπηρεσίες, ανάδοχες οικογένειες.»
«Εγώ είμαι συγγενής του.»
Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια.
«Η μητέρα μου λέει ότι υπάρχει και οικονομικό ζήτημα.»
Αυτή η φράση μου τράβηξε την προσοχή.
«Τι οικονομικό ζήτημα;»
Ο Ανδρέας δίστασε.
«Η Δέσποινα είχε κάποια περιουσία, έτσι δεν είναι;»
Δεν απάντησα αμέσως.
«Γιατί σε ενδιαφέρει αυτό τώρα;»
«Δεν με ενδιαφέρει. Απλώς η μητέρα μου λέει ότι μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα με την κληρονομιά και την επιμέλεια.»
Τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν ταίριαζε.
Η Ευγενία δεν είχε ρωτήσει ούτε μία φορά πώς κοιμόταν ο Πέτρος, αν έτρωγε, αν φοβόταν τη νύχτα.
Όμως ήξερε ότι η αδελφή μου είχε αφήσει περιουσία.
Και το παράξενο ήταν πως εγώ δεν της το είχα πει ποτέ.
🌿 Η συνέχεια αυτής της οικογενειακής ιστορίας βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

«Ποιος της μίλησε για την κληρονομιά;» ρώτησα.
Ο Ανδρέας έστρεψε το βλέμμα προς το παράθυρο.
«Δεν ξέρω. Ίσως το άκουσε.»
«Από ποιον;»
«Μαρίνα, δεν είναι αυτή η στιγμή.»
«Είναι ακριβώς αυτή η στιγμή.»
Δεν μου απάντησε.
Βγήκα από το υπνοδωμάτιο και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο του Πέτρου.
Τον βρήκα καθισμένο στο χαλί.
Είχε ανοίξει τη μικρή μπλε βαλίτσα του και έβαζε μέσα τα ρούχα του διπλωμένα με έναν προσεκτικό τρόπο που μου θύμισε τη Δέσποινα.
Πάνω πάνω είχε τοποθετήσει ένα κόκκινο αυτοκινητάκι.
«Τι κάνεις, αγόρι μου;»
Δεν με κοίταξε.
«Η μαμά έλεγε ότι όταν μένεις φιλοξενούμενος, πρέπει να αφήνεις το σπίτι όπως το βρήκες.»
Κάθισα δίπλα του.
«Η μαμά σου σου έμαθε πολλά σωστά πράγματα. Αλλά αυτό δεν είναι ένα από εκείνα που πρέπει να σκέφτεσαι τώρα.»
«Η κυρία δεν με θέλει.»
«Η κυρία δεν αποφασίζει για εμάς.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Και ο θείος Ανδρέας;»
Έμεινα σιωπηλή για μια στιγμή.
Τα παιδιά καταλαβαίνουν τη σιωπή καλύτερα από οποιαδήποτε εξήγηση.
«Ο θείος Ανδρέας πρέπει να αποφασίσει μόνος του τι άνθρωπος θέλει να είναι», του είπα.
Ο Πέτρος κοίταξε τη βαλίτσα.
«Εγώ μπορώ να κοιμηθώ και στον καναπέ.»
Τότε τον αγκάλιασα τόσο σφιχτά, που άφησε από τα χέρια του το μπλουζάκι που κρατούσε.
«Δεν θα χρειαστεί να κοιμηθείς σε κανέναν καναπέ για να σε δεχτούν.»
Σηκώθηκα, πήγα στο δικό μας δωμάτιο και έβγαλα από το πάνω ράφι μια μεγάλη γκρι βαλίτσα.
Την άνοιξα πάνω στο κρεβάτι.
Ο Ανδρέας εμφανίστηκε στην πόρτα.
«Τι κάνεις;»
«Μαζεύω τα πράγματά μου.»
«Μαρίνα, μη γίνεσαι υπερβολική.»
«Δεν είμαι υπερβολική. Ετοιμάζομαι.»
«Για πού;»
Έβαλα μέσα δύο παντελόνια, τρεις μπλούζες και τον φάκελο με τα προσωπικά μου έγγραφα.
«Για κάπου όπου ο Πέτρος δεν θα χρειάζεται να απολογείται επειδή υπάρχει.»
Ο Ανδρέας στεκόταν ακίνητος.
«Θα καταστρέψεις τον γάμο μας;»
Έκλεισα για λίγο τα μάτια.
«Δεν θα αποφασίσω σήμερα τι θα γίνει με τον γάμο μας. Σήμερα αποφασίζω πού θα κοιμηθεί ένα παιδί που έχασε τη μητέρα του.»
Πίσω του εμφανίστηκε η Ευγενία.
Είχε ακούσει.
«Αν φύγεις τώρα, μην περιμένεις να σε παρακαλέσουμε να γυρίσεις.»
Την κοίταξα ήρεμα.
«Δεν ζήτησα από κανέναν να με παρακαλέσει.»
Πέρασα τη νύχτα σε μια μικρή πανσιόν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, την οποία βρήκα τελευταία στιγμή.
Ο Πέτρος κοιμήθηκε δίπλα μου, με το κόκκινο αυτοκινητάκι κάτω από το μαξιλάρι.
Εγώ δεν έκλεισα μάτι.
Το πρωί πήρα τηλέφωνο μια δικηγόρο που μου είχε συστήσει παλιότερα η Δέσποινα.
Η κυρία Σταυρού είχε γραφείο κοντά στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και ειδικευόταν σε οικογενειακές υποθέσεις.
Μου εξήγησε ότι, μέχρι να καθοριστεί επίσημα ποιος θα αναλάβει τη φροντίδα του Πέτρου, έπρεπε να συνεργαστούμε με τις αρμόδιες υπηρεσίες, να προσκομίσουμε τα απαραίτητα έγγραφα και να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα του παιδιού.
«Το ότι είστε θεία του είναι σημαντικό», είπε. «Αλλά δεν αρκεί να το λέμε. Πρέπει να γίνουν τα πράγματα σωστά.»
Της είπα επίσης όσα είχε αναφέρει ο Ανδρέας για την περιουσία της Δέσποινας.
Η δικηγόρος συνοφρυώθηκε.
«Έχετε ελέγξει τι ακριβώς περιλαμβάνει η κληρονομιά;»
«Ένα διαμέρισμα στην Κατερίνη και κάποιες οικονομίες. Τουλάχιστον αυτά γνωρίζω.»
«Υπάρχουν εκκρεμότητες ή οφειλές;»
«Δεν ξέρω.»
«Τότε πρέπει να το εξακριβώσουμε. Και να μην υπογράψετε τίποτα χωρίς να καταλάβετε τι σημαίνει.»
Δύο ημέρες αργότερα ταξίδεψα στην Κατερίνη.
Ο Πέτρος έμεινε για λίγες ώρες με τη φίλη μου τη Σοφία, την οποία γνώριζε από μωρό και εμπιστευόταν.
Μπήκα στο διαμέρισμα της αδελφής μου με τα κλειδιά που μου είχε δώσει η αστυνομία μετά το δυστύχημα.
Το σπίτι μύριζε ακόμα το μαλακτικό που χρησιμοποιούσε.
Στον πάγκο της κουζίνας υπήρχε ένα σημείωμα:
Πέτρος — αγγλικά 17:30. Ψωμί. Μήλα. Πληρωμή ΔΕΗ.
Το διάβασα τρεις φορές.
Η ζωή της είχε σταματήσει στη μέση μιας συνηθισμένης εβδομάδας.
Στο γραφείο της βρήκα έναν φάκελο με ασφαλιστικά έγγραφα, αποδείξεις και τραπεζικές καταστάσεις.
Ανάμεσά τους υπήρχε μια εκτύπωση ηλεκτρονικού μηνύματος.
Ο αποστολέας ήταν μια μικρή τεχνική εταιρεία.
Το όνομα μου φάνηκε γνώριμο.
Ήταν η εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν περιστασιακά ο Ανδρέας.
Άρχισα να διαβάζω.
Το μήνυμα αφορούσε μια συμφωνία για την ανακαίνιση ενός παλιού διαμερίσματος που είχε κληρονομήσει η Δέσποινα από τον πατέρα μας.
Υπήρχαν προκαταβολές, καθυστερήσεις και μια απαίτηση επιστροφής χρημάτων.
Πάνω στην τελευταία σελίδα, η αδελφή μου είχε σημειώσει με μπλε στυλό:
Να μιλήσω στη Μαρίνα. Δεν είναι σωστό να το κρύβω άλλο.
Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια.
Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη και πήγα κατευθείαν στη δικηγόρο.
Εκείνη διάβασε τα έγγραφα προσεκτικά.
«Δεν μπορούμε να συμπεράνουμε τι ακριβώς έχει συμβεί μόνο από αυτά», είπε. «Αλλά η υπόθεση χρειάζεται διερεύνηση.»
Την επόμενη εβδομάδα μάθαμε ότι ο Ανδρέας είχε βοηθήσει έναν γνωστό του να αναλάβει την ανακαίνιση. Η Δέσποινα είχε καταβάλει σημαντική προκαταβολή και οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί.
Δεν υπήρχε απόδειξη ότι ο Ανδρέας είχε πάρει τα χρήματα ο ίδιος.
Υπήρχε όμως ηλεκτρονική αλληλογραφία που έδειχνε πως γνώριζε για τη διαφορά και είχε υποσχεθεί να μεσολαβήσει.
Κι εμένα δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα.
Όταν τον ρώτησα, προσπάθησε πρώτα να υποβαθμίσει το θέμα.
«Ήταν μια επαγγελματική παρεξήγηση.»
«Η αδελφή μου είχε δώσει δεκαοκτώ χιλιάδες ευρώ.»
«Δεν ήμουν εγώ ο εργολάβος.»
«Αλλά ήξερες.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ναι.»
«Και γιατί δεν μου το είπες;»
«Επειδή η Δέσποινα δεν ήθελε να σε αναστατώσει.»
«Αυτό το αποφάσισε εκείνη ή εσύ;»
Δεν απάντησε.
Τότε τον ρώτησα το σημαντικότερο.
«Η μητέρα σου τι ξέρει για όλα αυτά;»
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Της είχα μιλήσει πριν από μήνες. Όταν η Δέσποινα απείλησε ότι θα κινηθεί νομικά.»
Σκέφτηκα ξανά την πεθερά μου στην κουζίνα.
Τη φράση για την περιουσία.
Την επιμονή να φύγει το παιδί.
«Φοβόταν ότι αν ο Πέτρος μείνει μαζί μου, θα μάθω για την υπόθεση;»
Ο Ανδρέας δεν μίλησε αμέσως.
«Η μητέρα μου πίστευε ότι η Δέσποινα θα μας δημιουργούσε προβλήματα. Και μετά τον θάνατό της φοβήθηκε πως θα συνεχιστούν.»
«Προβλήματα;» επανέλαβα. «Μιλάμε για χρήματα που πλήρωσε η αδελφή μου και για εργασίες που δεν έγιναν.»
«Το ξέρω.»
«Και ο Πέτρος τι σχέση έχει;»
Ο Ανδρέας με κοίταξε κουρασμένος.
«Καμία.»
Ήταν η πρώτη ειλικρινής απάντηση που είχα ακούσει από εκείνον εδώ και ημέρες.
Όμως δεν άλλαζε όσα είχαν συμβεί.
Το ίδιο βράδυ η Ευγενία εμφανίστηκε στην πόρτα του προσωρινού διαμερίσματος που είχα νοικιάσει για έναν μήνα.
Κρατούσε μια σακούλα από φούρνο.
«Σας έφερα τυρόπιτες», είπε.
Δεν την κάλεσα μέσα.
«Ο Πέτρος κοιμάται.»
«Ήθελα να μιλήσουμε.»
«Σ’ ακούω.»
Κοίταξε τη μικρή βαλίτσα του Πέτρου που φαινόταν στον διάδρομο.
«Δεν ήξερα ότι θα φύγεις πραγματικά.»
«Εγώ δεν ήξερα ότι θα ζητούσες από ένα παιδί να φύγει.»
Η Ευγενία έσφιξε τη σακούλα.
«Έκανα λάθος στον τρόπο μου.»
«Όχι μόνο στον τρόπο.»
Δεν απάντησε.
«Ήξερες για τα χρήματα της Δέσποινας;»
Το πρόσωπό της άλλαξε.
«Ο Ανδρέας σου μίλησε;»
«Είδα τα έγγραφα.»
Έμεινε σιωπηλή.
«Δεν ήθελα να μπλέξει ο γιος μου», είπε τελικά.
«Και για να μην μπλέξει ο γιος σου, ήθελες να διώξεις τον γιο της αδελφής μου;»
«Δεν το σκέφτηκα έτσι.»
«Αυτό είναι το πρόβλημα, Ευγενία. Δεν τον σκέφτηκες καθόλου.»
Χαμήλωσε τα μάτια.
Για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη απάντηση.
Έβαλα τη σακούλα με τις τυρόπιτες δίπλα στην πόρτα.
«Αν θέλεις πραγματικά να βοηθήσεις τον Ανδρέα, πες του να αναλάβει τις ευθύνες του. Όχι να κρύβεται πίσω από εσένα.»
Τις επόμενες εβδομάδες η ζωή μας γέμισε ραντεβού.
Συναντήσεις με δικηγόρους.
Συζητήσεις με κοινωνικό λειτουργό.
Έγγραφα από την Κατερίνη.
Αποφάσεις για το σχολείο του Πέτρου.
Εκείνος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα σε δημοτικό κοντά στο νέο μας σπίτι. Τις πρώτες ημέρες δεν ήθελε να μπαίνει στην τάξη. Έμενε στην πόρτα και με ρωτούσε αν θα είμαι εκεί όταν σχολάσει.
Του το υποσχόμουν κάθε πρωί.
Και κάθε μεσημέρι με έβρισκε στο ίδιο σημείο.
Η ψυχολόγος που τον παρακολουθούσε μου εξήγησε ότι μετά από τόσες απώλειες χρειαζόταν σταθερότητα, όχι μεγάλες υποσχέσεις.
Έτσι σταμάτησα να του λέω ότι όλα θα πάνε καλά.
Άρχισα να του λέω κάτι απλούστερο.
«Σήμερα θα φάμε μαζί. Θα διαβάσουμε. Και το βράδυ θα είμαι εδώ.»
Αυτό μπορούσα να το τηρήσω.
Με τον Ανδρέα κρατήσαμε απόσταση.
Δεν υπέβαλα αμέσως αίτηση διαζυγίου. Δεν ήθελα να πάρω μια τόσο μεγάλη απόφαση μέσα στην αναστάτωση.
Αλλά του ξεκαθάρισα ότι δεν θα επιστρέφαμε στο σπίτι όσο η μητέρα του μπορούσε να μπαίνει στη ζωή μας και να αποφασίζει ποιος αξίζει να ανήκει στην οικογένεια.
Εκείνος άρχισε να πηγαίνει σε σύμβουλο ψυχικής υγείας.
Δεν ξέρω αν το έκανε από ενοχή ή επειδή πραγματικά ήθελε να αλλάξει.
Ήξερα μόνο ότι δεν μπορούσα να βασίσω το μέλλον του Πέτρου στην ελπίδα ότι κάποιος άλλος θα γινόταν καλύτερος άνθρωπος.
Η δικηγόρος συνέχισε να ερευνά την οικονομική διαφορά με την τεχνική εταιρεία. Οι εμπλεκόμενοι αντάλλαξαν έγγραφα και άρχισαν διαπραγματεύσεις για την επιστροφή των χρημάτων.
Όλα αυτά προχωρούσαν αργά.
Αλλά το σημαντικότερο για εμένα είχε ήδη αλλάξει.
Ένα απόγευμα, περίπου δύο μήνες μετά τη φυγή μας, ο Πέτρος γύρισε από το σχολείο κρατώντας μια ζωγραφιά.
Είχε σχεδιάσει ένα σπίτι με πορτοκαλί στέγη.
Μπροστά του στέκονταν δύο άνθρωποι.
Μια γυναίκα με μακριά καστανά μαλλιά.
Κι ένα αγόρι με πράσινο σακίδιο.
Πάνω από το σπίτι είχε γράψει:
Εδώ μένουμε εμείς.
Το έβαλε πάνω στο ψυγείο με έναν μαγνήτη.
«Θεία, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
«Φυσικά.»
«Εσύ είσαι ακόμα θεία μου ή τώρα είσαι κάτι άλλο;»
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Τι εννοείς;»
«Ο Μάριος στο σχολείο είπε ότι αν δεν έχεις μαμά, κάποιος άλλος πρέπει να γίνει μαμά σου.»
Γονάτισα μπροστά του.
«Εγώ θα είμαι πάντα η θεία σου, Πέτρο. Αυτό δεν αλλάζει.»
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
«Δηλαδή δεν μπορώ να σε φωνάζω μαμά;»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Μπορείς να με φωνάζεις όπως νιώθεις εσύ. Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τίποτα σήμερα.»
Σκέφτηκε λίγο.
«Θέλω να θυμάμαι τη μαμά Δέσποινα.»
«Κι εγώ το θέλω.»
«Αλλά θέλω κι εσένα.»
Τον αγκάλιασα.
«Δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στις δυο μας.»
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου.
Ήταν η δικηγόρος.
Με ενημέρωσε ότι υπήρχε θετική εξέλιξη στη διαδικασία ανάθεσης της φροντίδας του Πέτρου, ενώ απομένανε ακόμα συγκεκριμένα τυπικά βήματα.
Έπειτα πρόσθεσε:
«Υπάρχει και κάτι που πρέπει να δείτε. Βρήκαμε έναν φάκελο ανάμεσα στα έγγραφα της αδελφής σας. Δεν αφορά τα χρήματα.»
Την επόμενη ημέρα πήγα στο γραφείο της.
Μου έδωσε ένα λευκό φάκελο με το όνομά μου γραμμένο στο χέρι.
Ήταν ο γραφικός χαρακτήρας της Δέσποινας.
Μέσα υπήρχαν δύο σελίδες.
Η πρώτη ήταν ένα παλιό, υπογεγραμμένο σημείωμα προς εμένα.
Η δεύτερη ήταν μια ζωγραφιά του Πέτρου, που είχε φτιάξει αρκετούς μήνες πριν από το δυστύχημα.
Διάβασα το σημείωμα με τρεμάμενα χέρια.
Μαρίνα μου,
Ξέρω ότι καμιά μας δεν θέλει να σκέφτεται άσχημα πράγματα. Όμως από τότε που χάσαμε τον Νίκο, έχω καταλάβει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Αν μου συμβεί ποτέ κάτι και χρειαστεί να φροντίσει κάποιος τον Πέτρο, θα ήθελα να είσαι εσύ, εφόσον μπορείς και το επιθυμείς. Δεν θέλω να σου φορτώσω ευθύνη. Θέλω μόνο να ξέρεις πόσο σε εμπιστεύομαι.
Ο Πέτρος σε θεωρεί ήδη το δεύτερο σπίτι του.
Μου είπε μια μέρα ότι όταν φοβάται, σκέφτεται την κουζίνα σου, γιατί εκεί μυρίζει πάντα πορτοκάλι και κανέλα.
Δεν ξέρω γιατί διάλεξε αυτή τη μυρωδιά. Ίσως επειδή του φτιάχνεις κουλουράκια κάθε Χριστούγεννα.
Ό,τι κι αν γίνει, να του θυμίζεις πως δεν ήταν ποτέ βάρος για κανέναν.
Σ’ αγαπώ.
Δέσποινα.
Έμεινα πολλή ώρα με το γράμμα στα χέρια.
Η δικηγόρος δεν μίλησε.
Η ζωγραφιά έδειχνε ένα τραπέζι.
Γύρω του κάθονταν τρεις άνθρωποι.
Η Δέσποινα, ο Πέτρος κι εγώ.
Κάτω από κάθε μορφή υπήρχε ένα όνομα.
Κάτω από τη δική μου ο Πέτρος είχε γράψει:
Η θεία που με περιμένει πάντα.
Έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει ούτε στην κηδεία.
Όχι επειδή η αδελφή μου είχε προβλέψει το μέλλον.
Αλλά επειδή είχε καταλάβει κάτι που εγώ δεν είχα δει.
Ότι ο Πέτρος δεν είχε έρθει στο σπίτι μας ως ξένος.
Ήταν ήδη οικογένειά μου πολύ πριν χρειαστεί να μαζέψει τη μικρή μπλε βαλίτσα του.
Τον Δεκέμβριο, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ο Ανδρέας με ζήτησε να συναντηθούμε.
Καθίσαμε σε ένα ήσυχο καφέ κοντά στη Νέα Παραλία.
Μου είπε ότι είχε παραδεχτεί στη μητέρα του πως η σιωπή του εκείνη την ημέρα ήταν δική του ευθύνη.
Μου εξήγησε επίσης ότι είχε προσφέρει στον δικηγόρο της εταιρείας όσα έγγραφα διέθετε για την υπόθεση της Δέσποινας.
«Δεν περιμένω να με συγχωρήσεις αμέσως», είπε.
«Καλά κάνεις.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μου λείπεις.»
Τον κοίταξα.
«Κι εμένα μου λείπει ο άνθρωπος που πίστευα ότι θα στεκόταν δίπλα μου όταν όλα θα γίνονταν δύσκολα.»
Δεν απάντησε.
«Δεν ξέρω αν μπορούμε να ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν», συνέχισα. «Αλλά ξέρω ότι δεν πρόκειται να ζητήσω από τον Πέτρο να πληρώσει το τίμημα για να σώσουμε τον γάμο μας.»
Ο Ανδρέας έγνεψε αργά.
«Το καταλαβαίνω.»
Δεν συμφωνήσαμε να επιστρέψω.
Συμφωνήσαμε μόνο ότι, αν υπήρχε κάποτε δρόμος πίσω ο ένας προς τον άλλον, θα έπρεπε να χτιστεί με πράξεις και όχι με υποσχέσεις.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Πέτρος κι εγώ φτιάξαμε βασιλόπιτα.
Μέσα στο μικρό μας διαμέρισμα μύριζε πορτοκάλι, βανίλια και βούτυρο.
Ο Πέτρος έβαλε το φλουρί με τα μάτια κλειστά, για να μην ξέρει σε ποιο κομμάτι θα πέσει.
Ύστερα με βοήθησε να στρώσουμε το τραπέζι.
Έβαλε δύο πιάτα.
Δύο ποτήρια.
Δύο χαρτοπετσέτες.
Και δίπλα τους το κόκκινο αυτοκινητάκι του.
«Γιατί το έβαλες εκεί;» τον ρώτησα.
«Γιατί θα το έχουμε πάντα μαζί μας.»
Χαμογέλασα.
Μετά από λίγο πήγε στο δωμάτιό του και γύρισε κρατώντας τη μικρή μπλε βαλίτσα.
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Πέτρο; Τι κάνεις;»
Εκείνος την ακούμπησε στο πάτωμα και άνοιξε το φερμουάρ.
Ήταν άδεια.
«Θυμάσαι τότε που μάζευα τα πράγματά μου επειδή νόμιζα ότι έπρεπε να φύγω;»
«Το θυμάμαι.»
«Ε, τώρα δεν χρειάζομαι πια τη βαλίτσα.»
Την έσπρωξε κάτω από το κρεβάτι.
«Μπορούμε να την κρατήσουμε για όταν θα πηγαίνουμε διακοπές;»
Προσπάθησα να μιλήσω, αλλά δεν μπόρεσα αμέσως.
«Φυσικά, αγάπη μου.»
Ύστερα πήγε στην κουζίνα και κάθισε στη θέση του.
«Θεία Μαρίνα;»
«Ναι;»
«Φέτος, αν μου πέσει το φλουρί, μπορώ να κάνω μια ευχή;»
«Μπορείς.»
«Να μην ξαναχρειαστεί να μαζέψω τα πράγματά μου επειδή κάποιος δεν με θέλει.»
Κάθισα δίπλα του.
Του έπιασα το χέρι.
«Πέτρο, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να σου πέσει κανένα φλουρί.»
Με κοίταξε απορημένος.
«Γιατί;»
«Γιατί αυτό δεν είναι ευχή. Είναι κάτι που σου το υπόσχομαι εγώ.»
Εκείνη τη νύχτα, όταν κόψαμε τη βασιλόπιτα, το φλουρί έπεσε στο δικό του κομμάτι.
Πετάχτηκε από τη χαρά του και άρχισε να γελάει.
Κι εγώ, βλέποντάς τον, σκέφτηκα τη Δέσποινα.
Τη δεύτερη βαλίτσα που είχα κατεβάσει από την ντουλάπα.
Τις είκοσι τέσσερις ώρες που κάποιος μας είχε δώσει για να εξαφανίσουμε ένα παιδί από τη ζωή μας.
Δεν ήξερα ακόμα πώς θα τελείωνε ο γάμος μου.
Δεν ήξερα πόσο θα κρατούσαν οι δικαστικές διαδικασίες ή αν ο Ανδρέας θα κατάφερνε ποτέ να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη μου.
Ήξερα όμως κάτι που δεν θα άλλαζε.
Η πεθερά μου είχε δώσει σε εκείνο το αγόρι μία ημέρα για να φύγει.
Κι εγώ είχα χρειαστεί μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι, όπου κι αν πηγαίναμε, δεν θα έφευγα χωρίς αυτόν.
Γιατί εκείνη τη μέρα δεν διάλεξα ανάμεσα στον άντρα μου και σε ένα ξένο παιδί.
Διάλεξα να μην εγκαταλείψω τον άνθρωπο που η αδελφή μου μού είχε εμπιστευτεί περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Και όταν ο Πέτρος με αγκάλιασε μετά τα μεσάνυχτα και μου ψιθύρισε «Καλή χρονιά, θεία, χαίρομαι που είμαστε σπίτι», κατάλαβα πως, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο της Δέσποινας, δεν χρειαζόταν να του εξηγήσω τι σημαίνει αυτή η λέξη.
Σπίτι.
Δεν ήταν το διαμέρισμα που είχα αφήσει πίσω.
Ήταν το μέρος όπου ένα παιδί μπορούσε επιτέλους να αφήσει τη βαλίτσα του άδεια.