Όταν ο γείτονάς μου άνοιξε την πόρτα κρατώντας ακριβώς την ίδια ανθοδέσμη με τη δική μου, κατάλαβα ότι κάποιος μας είχε πει το ίδιο ψέμα.
Δώδεκα λευκές τουλίπες, δεμένες με μια λεπτή πράσινη κορδέλα.
Τις κοίταξα. Κοίταξα τις δικές μου. Έπειτα σήκωσα τα μάτια στο πρόσωπό του.
«Κύριε Στέλιο;»
Εκείνος στεκόταν ξυπόλυτος στο κατώφλι, με ένα γκρίζο μπλουζάκι και τα μαλλιά ανακατεμένα.
«Ελένη; Τι κάνεις εδώ;»
Σήκωσα αμήχανα τα λουλούδια.
«Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη από τη γυναίκα σου.»
Ο Στέλιος έμεινε ακίνητος.
Έπειτα κοίταξε τη δική του ανθοδέσμη.
«Κι εγώ ετοιμαζόμουν να πάω να ζητήσω συγγνώμη από τον άντρα σου.»
Για λίγα δευτερόλεπτα ακούγαμε μόνο το ασανσέρ που ανέβαινε στον πέμπτο όροφο.
Ήταν Σάββατο πρωί, λίγο μετά τις δέκα, σε μια πολυκατοικία στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης.
Από κάποιο διαμέρισμα μύριζε ελληνικός καφές. Στο ισόγειο ο διαχειριστής είχε αφήσει ένα σημείωμα για τον ανελκυστήρα. Έξω, στον δρόμο, ένας πλανόδιος πωλητής φώναζε ότι είχε φρέσκες φράουλες.
Όλα ήταν απολύτως συνηθισμένα.
Εκτός από τις δύο ίδιες ανθοδέσμες.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε ο Στέλιος.
«Ναι.»
«Ποιος σου είπε να τις αγοράσεις;»
«Ο Γιώργος.»
Τα χαρακτηριστικά του σκλήρυναν.
«Και ποιος σου είπε να διαλέξεις λευκές τουλίπες;»
«Επίσης ο Γιώργος.»
Ο Στέλιος κοίταξε πίσω του, προς το εσωτερικό του διαμερίσματος.
«Η Δανάη μού είπε ακριβώς το ίδιο.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στομάχι.
«Μπορούμε να μιλήσουμε;» ρώτησα.
Δίστασε.
Έπειτα άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Πέρασε.»
Μέχρι εκείνο το πρωί πίστευα ότι η μεγαλύτερη ταπείνωση του γάμου μου ήταν πως ο άντρας μου με είχε αναγκάσει να ζητήσω συγγνώμη από μια γυναίκα για την οποία είχα σοβαρές υποψίες.
Δεν ήξερα ότι τα λουλούδια ήταν μόνο η αρχή.
Με τον Γιώργο ήμασταν παντρεμένοι δεκατρία χρόνια.
Εκείνος ήταν σαράντα πέντε, εγώ σαράντα δύο. Είχαμε έναν γιο, τον Άρη, δώδεκα ετών, που πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου.
Δούλευα σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο κοντά στη Βασιλίσσης Όλγας. Ο Γιώργος είχε τεχνικό γραφείο και αναλάμβανε εγκαταστάσεις συστημάτων ασφαλείας σε καταστήματα και πολυκατοικίες.
Δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά ζούσαμε άνετα.
Είχαμε αγοράσει το διαμέρισμά μας με στεγαστικό δάνειο. Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε λίγες ημέρες στη Χαλκιδική. Τις Κυριακές τρώγαμε συχνά στη μητέρα μου, στην Τούμπα.
Τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι την προηγούμενη άνοιξη.
Τότε μετακόμισαν στον τέταρτο όροφο ο Στέλιος και η Δανάη.
Εκείνος ήταν πολιτικός μηχανικός. Η Δανάη εργαζόταν ως σύμβουλος διακόσμησης και είχε ένα μικρό γραφείο στο κέντρο της πόλης.
Ήταν όμορφη, κοινωνική και πάντα προσεγμένη.
Στην αρχή τη συμπάθησα.
Ανταλλάσσαμε συνταγές και μιλούσαμε στο ασανσέρ. Μια φορά μού είχε φέρει σπιτική σπανακόπιτα, επειδή είχε φτιάξει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα.
Ο Γιώργος άρχισε να συναναστρέφεται συχνότερα το ζευγάρι όταν ανέλαβε να τους τοποθετήσει έναν συναγερμό.
Μετά ήρθαν οι κοινές παρέες.
Τα απογευματινά ποτά στα μπαλκόνια.
Οι κουβέντες για τη θέρμανση και τα κοινόχρηστα.
Και ύστερα άρχισαν τα μικρά πράγματα που στην αρχή προσπαθούσα να αγνοώ.
Ο Γιώργος ήξερε πότε η Δανάη είχε ραντεβού με πελάτη.
Ήξερε πότε θα πήγαινε κομμωτήριο.
Ήξερε ακόμα και ποιο άρωμα είχε αγοράσει από ένα κατάστημα στο Mediterranean Cosmos.
Όταν τον ρώτησα πώς τα ήξερε όλα αυτά, γέλασε.
«Μιλάμε, Ελένη. Οι άνθρωποι μιλάνε μεταξύ τους.»
Ένα απόγευμα τον είδα να βγαίνει από το διαμέρισμά της στις τέσσερις και μισή.
Ο Στέλιος έλειπε για δουλειά.
Ο Γιώργος μου είπε ότι είχε πάει να ελέγξει έναν αισθητήρα.
Δεν είχα λόγο να μην τον πιστέψω.
Μέχρι που είδα στη σακούλα των σκουπιδιών μας μια απόδειξη από ανθοπωλείο.
Λευκές τουλίπες.
Τριάντα έξι ευρώ.
Η αγορά είχε γίνει την ημέρα των γενεθλίων της Δανάης.
Όταν τον ρώτησα, θύμωσε.
«Τι κάνεις; Ψάχνεις τα σκουπίδια μου;»
«Πέταξα τη σακούλα και είδα την απόδειξη.»
«Ήταν για έναν επαγγελματικό πελάτη.»
«Από πότε χαρίζεις λουλούδια σε πελάτες;»
«Από τότε που θέλω να κρατάω καλές σχέσεις.»
Τότε ήταν η πρώτη φορά που μου είπε ότι είμαι παθολογικά ζηλιάρα.
Τις επόμενες εβδομάδες άκουσα αυτή τη φράση τόσο συχνά, που άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου.
Ίσως πράγματι υπερέβαλλα.
Ίσως ήμουν κουρασμένη.
Ίσως το γεγονός ότι ο Γιώργος περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο κινητό του να μη σήμαινε τίποτα.
Όμως μια Τετάρτη βράδυ, όταν γυρίσαμε από τη συγκέντρωση των ενοίκων, έγινε κάτι που δεν μπορούσα να αγνοήσω.
Η Δανάη είχε ζητήσει από τον Γιώργο να κατέβει μαζί της στο υπόγειο για να ελέγξουν μια κάμερα κοντά στις αποθήκες.
Πέρασε σχεδόν μισή ώρα.
Όταν επέστρεψαν, εκείνη είχε τα μαλλιά της ανακατεμένα και ο Γιώργος απέφευγε να με κοιτάξει.
Τον ρώτησα τι συνέβη.
Μπροστά σε τέσσερις γείτονες μου απάντησε:
«Αν συνεχίσεις να φαντάζεσαι πράγματα, θα χρειαστείς γιατρό.»
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο ταπεινωμένη, που βγήκα από την είσοδο και περπάτησα μέχρι τη θάλασσα.
Όταν γύρισα, ο Γιώργος είχε ήδη μιλήσει με τη Δανάη.
Μου ανακοίνωσε ότι την είχα προσβάλει με τις υποψίες μου.
«Αύριο θα πας να της ζητήσεις συγγνώμη.»
«Δεν την κατηγόρησα μπροστά της.»
«Κατάλαβε τι υπονοούσες.»
«Γιώργο, δεν σου φαίνεται παράξενο ότι…»
«Φτάνει, Ελένη.»
Χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι.
Ο Άρης, που διάβαζε στο δωμάτιό του, βγήκε στον διάδρομο.
«Μπαμπά, γιατί φωνάζεις;»
Ο Γιώργος χαμήλωσε αμέσως τη φωνή.
«Τίποτα, αγόρι μου. Η μαμά παρεξήγησε κάτι.»
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στον καναπέ.
Το πρωί βρήκα πάνω στο τραπέζι ένα χαρτάκι.
Πάρε λευκές τουλίπες. Της αρέσουν. Μην το κάνεις πιο δύσκολο.
Κάτω από το σημείωμα είχε αφήσει σαράντα ευρώ.
Αγόρασα τις τουλίπες.
Όχι επειδή πίστευα ότι είχε δίκιο.
Αλλά επειδή δεν άντεχα άλλη μία ημέρα να μου λέει πως εγώ καταστρέφω την ηρεμία της οικογένειας.
Και τώρα στεκόμουν στο σαλόνι του Στέλιου, με την ανθοδέσμη στο χέρι.
Εκείνος άφησε τις δικές του τουλίπες πάνω στο τραπέζι.
«Η Δανάη μου είπε ότι προσέβαλα τον Γιώργο», εξήγησε.
«Πώς;»
«Τον ρώτησα γιατί τηλεφωνεί στη γυναίκα μου τόσο αργά.»
Τον κοίταξα.
«Της τηλεφωνεί τη νύχτα;»
Ο Στέλιος ένευσε.
«Τρεις φορές την περασμένη εβδομάδα. Μετά τις έντεκα.»
Έσφιξα τα λουλούδια.
«Και τι σου απάντησε;»
«Ότι συζητούσαν μια επαγγελματική συνεργασία.»
«Τι συνεργασία;»
Ο Στέλιος έσκυψε το κεφάλι.
«Αυτό προσπαθώ να καταλάβω.»
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα.
«Ελένη, χθες το βράδυ η Δανάη μού είπε ότι αν δεν ζητήσω συγγνώμη από τον Γιώργο, θα φύγει από το σπίτι.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου.
«Κι εμένα ο Γιώργος μού είπε ότι αν δεν ζητήσω συγγνώμη από εκείνη, δεν θα μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι.»
Ο Στέλιος έμεινε σιωπηλός.
Έπειτα πήρε το κινητό του και μου έδειξε ένα μήνυμα.
Ήταν από τη Δανάη.
Να του πας λευκές τουλίπες. Είναι μια κίνηση σεβασμού. Θα καταλάβει.
Η ίδια ανθοδέσμη.
Η ίδια απαίτηση.
Η ίδια προσπάθεια να μετατραπεί η καχυποψία μας σε δική μας ενοχή.
«Κάτι δεν πάει καθόλου καλά», ψιθύρισα.
Ο Στέλιος ένευσε.
«Και νομίζω πως πρέπει να δεις αυτό.»
Άνοιξε το συρτάρι ενός μικρού γραφείου και έβγαλε έναν φάκελο.
Πάνω του υπήρχε το λογότυπο μιας τεχνικής εταιρείας.
Της εταιρείας του Γιώργου.
Μέσα υπήρχαν τιμολόγια, προσφορές και μια σύμβαση.
Στην τελευταία σελίδα είδα το όνομά μου.
Και από κάτω έναν αριθμό τραπεζικού λογαριασμού που αναγνώρισα αμέσως.
Ήταν ο κοινός λογαριασμός στον οποίο κρατούσαμε τις οικονομίες μας για τις σπουδές του Άρη.
📬 Αν θέλετε να μάθετε τι ανακάλυψαν οι δύο γείτονες πίσω από τις ίδιες ανθοδέσμες, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

«Γιατί βρίσκεται εδώ ο λογαριασμός μας;» ρώτησα.
Ο Στέλιος τράβηξε μια καρέκλα.
«Η Δανάη μού είπε ότι βοηθάει τον Γιώργο με κάποιες ανακαινίσεις. Επειδή είμαι μηχανικός, με ρώτησε αν μπορώ να ελέγξω μερικά τεχνικά σχέδια.»
Ξεφύλλισα τις σελίδες.
Η σύμβαση αφορούσε την ανακαίνιση ενός μικρού καταστήματος στην Περαία.
Πελάτης εμφανιζόταν μια εταιρεία την οποία δεν γνώριζα.
Στο τέλος υπήρχε αναφορά σε προκαταβολή δεκατεσσάρων χιλιάδων ευρώ.
«Δεν καταλαβαίνω», είπα.
«Ούτε εγώ στην αρχή. Η Δανάη ήθελε να βεβαιώσω ότι οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί.»
«Είχαν;»
«Όχι. Δεν είχαν καν ξεκινήσει.»
Τον κοίταξα.
«Και τι της είπες;»
«Ότι δεν πρόκειται να υπογράψω ψευδή βεβαίωση.»
Τότε κατάλαβα γιατί η Δανάη είχε απαιτήσει να ζητήσει συγγνώμη από τον Γιώργο.
Δεν επρόκειτο μόνο για τηλεφωνήματα.
Ο Στέλιος είχε αμφισβητήσει μια επαγγελματική συμφωνία.
«Πώς βρέθηκαν τα έγγραφα σε εσένα;»
«Μου τα είχε αφήσει για έλεγχο. Όταν της είπα ότι υπάρχουν προβλήματα, μου ζήτησε να της τα επιστρέψω αμέσως. Είχα ήδη κρατήσει αντίγραφα, επειδή χρειαζόμουν τις κατόψεις για να ελέγξω τις εργασίες.»
Κοίταξα ξανά τον τραπεζικό λογαριασμό.
«Αυτός είναι ο δικός μας. Αλλά γιατί αναφέρεται στη σύμβαση;»
Ο Στέλιος διάβασε προσεκτικά την παράγραφο.
«Δεν είναι λογαριασμός πληρωμής. Αναφέρεται σε μια εσωτερική οικονομική κατάσταση που έχει επισυναφθεί. Ίσως χρησιμοποιήθηκε ως απόδειξη διαθέσιμων κεφαλαίων.»
Θυμήθηκα ότι πριν από τρεις μήνες ο Γιώργος μού είχε ζητήσει μια βεβαίωση υπολοίπου από την τράπεζα.
Είχε πει ότι τη χρειαζόταν για να διαπραγματευτεί καλύτερους όρους με έναν προμηθευτή.
Του την είχα στείλει χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Μπορεί να είναι νόμιμο αυτό;» ρώτησα.
Ο Στέλιος ανασήκωσε τους ώμους.
«Δεν ξέρω. Αλλά χρειάζεται εξήγηση.»
Κάθισα απέναντί του.
Για πρώτη φορά δεν σκεφτόμουν αν ο Γιώργος και η Δανάη είχαν σχέση.
Σκεφτόμουν πόσα πράγματα συνέβαιναν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι χωρίς να τα γνωρίζω.
«Πιστεύεις ότι μας απατούν;» τον ρώτησα τελικά.
Ο Στέλιος κοίταξε τις δύο ανθοδέσμες.
«Δεν ξέρω, Ελένη. Αλλά ξέρω ότι και οι δύο μάς είπαν ψέματα.»
Δεν προσπαθήσαμε να καταλήξουμε εκείνη τη στιγμή σε συμπέρασμα.
Συμφωνήσαμε μόνο ότι δεν θα επιστρέφαμε σπίτι για να κάνουμε άλλη μία σκηνή.
Θα ζητούσαμε εξηγήσεις με στοιχεία.
Την ίδια ημέρα τηλεφώνησα στην τράπεζα.
Ενημερώθηκα για τις διαθέσιμες κινήσεις του λογαριασμού και ζήτησα αναλυτικά αντίγραφα.
Δεν υπήρχαν μεγάλες αναλήψεις.
Ανακουφίστηκα προσωρινά.
Όμως αυτό δεν εξηγούσε γιατί τα οικονομικά μας στοιχεία εμφανίζονταν σε έγγραφα τρίτης εταιρείας.
Τη Δευτέρα πήγα σε δικηγόρο που μου συνέστησε μια συνάδελφος.
Του έδειξα τη βεβαίωση που είχα στείλει στον Γιώργο και τα αντίγραφα που είχε ο Στέλιος.
Ο δικηγόρος με άκουσε προσεκτικά.
«Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχει γίνει απάτη μόνο από αυτά», είπε. «Αλλά πρέπει να εξακριβώσουμε πώς χρησιμοποιήθηκε η βεβαίωση και αν υπήρξε οποιαδήποτε δέσμευση ή παραπλανητική παρουσίαση.»
Μου πρότεινε να ελέγξουμε τα σχετικά έγγραφα και να μη συναινέσω σε καμία νέα οικονομική υποχρέωση χωρίς ανεξάρτητη συμβουλή.
Εκείνο το βράδυ ο Γιώργος επέστρεψε στις οκτώ και μισή.
Ο Άρης διάβαζε στο δωμάτιό του.
Είχα ετοιμάσει μακαρόνια με κιμά, αλλά δεν είχα αγγίξει το πιάτο μου.
«Πήγες στη Δανάη;» με ρώτησε αμέσως.
«Πήγα.»
«Και;»
«Δεν ήταν εκεί.»
Σταμάτησε να βγάζει το μπουφάν του.
«Τι εννοείς;»
«Μου άνοιξε ο Στέλιος.»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Τι σου είπε;»
Τον κοίταξα.
«Γιατί σε ενδιαφέρει περισσότερο τι μου είπε ο Στέλιος παρά αν ζήτησα συγγνώμη;»
Δεν απάντησε.
Έβγαλα από την τσάντα μου ένα αντίγραφο της σελίδας με τον τραπεζικό λογαριασμό.
Το άφησα στο τραπέζι.
«Θέλω να μου εξηγήσεις αυτό.»
Ο Γιώργος κοίταξε το χαρτί.
Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος.
Ύστερα κάθισε.
«Πού το βρήκες;»
«Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που θέλεις να μάθεις;»
Έτριψε το πρόσωπό του.
«Ελένη, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.»
Ήταν μια φράση που είχα ακούσει πολλές φορές.
Αλλά τώρα δεν με καθησύχαζε.
«Τότε εξήγησέ μου πώς είναι.»
Μου είπε ότι είχε αναλάβει μια συνεργασία με εταιρεία ακινήτων. Η Δανάη βοηθούσε με την επικοινωνία και τη διαμόρφωση των χώρων.
Για να εξασφαλίσει τη δουλειά, είχε παρουσιάσει στοιχεία που έδειχναν ότι μπορούσε να καλύψει τα αρχικά έξοδα.
«Έστειλες τη βεβαίωση του κοινού μας λογαριασμού;»
«Ναι.»
«Χωρίς να με ρωτήσεις;»
«Δεν έβαλα τα χρήματα σε κίνδυνο.»
«Δεν σε ρώτησα αυτό.»
Ο Γιώργος χτύπησε εκνευρισμένος το πόδι του στο πάτωμα.
«Προσπαθώ να κρατήσω την επιχείρηση όρθια.»
«Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
«Επειδή κάθε φορά που μιλάμε για τη Δανάη, αρχίζεις τις υποψίες.»
Για μια στιγμή παραλίγο να ζητήσω πάλι συγγνώμη.
Ήταν μια συνήθεια που είχα αποκτήσει μέσα στα χρόνια.
Όταν εκείνος θύμωνε, εγώ προσπαθούσα να τον ηρεμήσω.
Αυτή τη φορά όμως έμεινα σιωπηλή.
Έπειτα ρώτησα:
«Έχετε σχέση;»
Ο Γιώργος με κοίταξε.
«Όχι.»
«Θέλω να ξέρω την αλήθεια.»
«Σου την είπα.»
Δεν ήξερα αν μπορούσα να τον πιστέψω.
Αλλά δεν είχα κανένα τρόπο να αποδείξω το αντίθετο.
Του είπα ότι χρειαζόμουν χρόνο και ότι δεν θα δεχόμουν άλλη χρήση των προσωπικών οικονομικών μας στοιχείων χωρίς τη γνώση μου.
Για πρώτη φορά δεν διαπραγματεύτηκα το δικαίωμά μου να θέτω ερωτήσεις.
Τις επόμενες ημέρες ο Στέλιος συνέχισε να ελέγχει την επαγγελματική υπόθεση μέσω δικού του συμβούλου.
Δεν μιλούσαμε κρυφά.
Ανταλλάσσαμε μόνο τις πληροφορίες που αφορούσαν τα έγγραφα και τις συναντήσεις με τους δικηγόρους μας.
Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο.
«Ελένη, η Δανάη μού είπε ότι θέλει να χωρίσουμε.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Λυπάμαι.»
«Το περίμενα», απάντησε.
Έπειτα πρόσθεσε:
«Μου είπε κάτι ακόμα. Νομίζω πως πρέπει να το γνωρίζεις.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Τι;»
«Ότι ο Γιώργος τής είχε υποσχεθεί πως θα έφευγε από το σπίτι του μετά το καλοκαίρι.»
Έκλεισα τα μάτια.
Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να ρωτήσω τι εννοούσε.
Όταν τον αντιμετώπισα, ο Γιώργος δεν προσπάθησε να το αρνηθεί για πολύ.
Παραδέχτηκε ότι είχαν αναπτύξει ερωτική σχέση.
Μου είπε ότι είχε ξεκινήσει «χωρίς να το καταλάβουν» και ότι φοβόταν να μου το ομολογήσει.
Δεν φώναξα.
Δεν του πέταξα τίποτα.
Ρώτησα μόνο:
«Και γιατί με έστειλες να της ζητήσω συγγνώμη;»
Ο Γιώργος χαμήλωσε το βλέμμα.
«Επειδή ήθελα να σταματήσουν οι καβγάδες.»
Τον κοίταξα πολλή ώρα.
«Όχι. Ήθελες να σταματήσω να κάνω ερωτήσεις.»
Δεν απάντησε.
Το επόμενο πρωί πήγα στη μητέρα μου.
Καθόταν στην κουζίνα και καθάριζε φασολάκια.
Όταν με είδε, άφησε το μαχαίρι.
«Ελένη, τι έγινε;»
Κάθισα απέναντί της.
«Ο Γιώργος έχει άλλη γυναίκα.»
Η μητέρα μου δεν μίλησε αμέσως.
Πήρε μόνο το χέρι μου.
Έκλαψα για πολλή ώρα.
Όχι μόνο για την απιστία.
Αλλά για όλους τους μήνες που είχα προσπαθήσει να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έβλεπα αυτό που έβλεπα.
Με τον Γιώργο συμφωνήσαμε να ζήσουμε χωριστά για ένα διάστημα.
Εκείνος μετακόμισε σε ένα μικρό ενοικιαζόμενο διαμέρισμα.
Ο Άρης συνέχισε να μένει μαζί μου και να βλέπει τον πατέρα του με πρόγραμμα που κανονίσαμε με γνώμονα τις ανάγκες του.
Δεν του μιλήσαμε για λεπτομέρειες που δεν μπορούσε και δεν χρειαζόταν να σηκώσει.
Του είπαμε ότι είχαμε σοβαρές διαφωνίες και ότι αυτές δεν είχαν καμία σχέση με εκείνον.
Κάποιες νύχτες ο Άρης με ρωτούσε:
«Μαμά, θα ξαναγίνουμε όπως πριν;»
Δεν του υποσχέθηκα κάτι που δεν ήξερα.
«Δεν ξέρω, αγάπη μου. Αλλά και οι δύο θα συνεχίσουμε να είμαστε γονείς σου.»
Η ιστορία με τα επαγγελματικά έγγραφα χρειάστηκε περισσότερο χρόνο.
Ο Γιώργος αναγκάστηκε να διευκρινίσει τη χρήση της τραπεζικής βεβαίωσης και να τακτοποιήσει διάφορες εκκρεμότητες με τους συνεργάτες του.
Ο Στέλιος αρνήθηκε να υπογράψει βεβαιώσεις για εργασίες που δεν είχαν πραγματοποιηθεί.
Όσο γνωρίζω, κανείς δεν οδηγήθηκε σε δικαστήριο για εκείνη τη συμφωνία. Έγιναν διορθώσεις στα έγγραφα, ακυρώθηκαν ορισμένες απαιτήσεις και η συνεργασία τερματίστηκε.
Εγώ δεν ξαναεπέτρεψα να χρησιμοποιηθούν προσωπικά μου στοιχεία χωρίς να γνωρίζω ακριβώς τον σκοπό.
Με τη Δανάη δεν συναντηθήκαμε ποτέ για να συζητήσουμε όσα έγιναν.
Μου έστειλε κάποια στιγμή ένα μήνυμα.
Λυπάμαι που πληγώθηκες. Δεν έγιναν όλα όπως τα είχα φανταστεί.
Το διάβασα και το άφησα αναπάντητο.
Δεν ήθελα εξηγήσεις που θα με υποχρέωναν πάλι να καταλάβω όλους τους άλλους.
Χρειαζόμουν να καταλάβω εμένα.
Έναν μήνα αργότερα συναντήθηκα τυχαία με τον Στέλιο στο ασανσέρ.
Κρατούσε μια σακούλα από τον φούρνο και έναν καφέ στο χέρι.
«Καλημέρα, Ελένη.»
«Καλημέρα.»
Χαμογέλασε αμήχανα.
«Πώς είσαι;»
«Καλύτερα. Εσύ;»
«Προσπαθώ.»
Ανεβήκαμε σιωπηλοί μέχρι τον τέταρτο.
Πριν βγει, γύρισε και μου είπε:
«Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο;»
«Τι;»
«Εκείνη τη μέρα νόμιζα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά μου ήταν πως έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη από έναν άνθρωπο που δεν είχα προσβάλει.»
Ένευσα.
«Κι εγώ.»
Ο Στέλιος χαμογέλασε λυπημένα.
«Τελικά εκείνη ήταν η μέρα που σταματήσαμε να ζητάμε συγγνώμη για πράγματα που δεν κάναμε.»
Οι πόρτες του ασανσέρ έκλεισαν.
Κράτησα αυτή τη φράση μέσα μου.
Όχι επειδή ο Στέλιος είχε κάποια μαγική απάντηση.
Αλλά επειδή είχε περιγράψει ακριβώς αυτό που προσπαθούσα να καταλάβω.
Οι μήνες πέρασαν.
Άρχισα να βγαίνω ξανά με φίλες μου.
Ξεκίνησα μαθήματα κεραμικής σε ένα μικρό εργαστήριο κοντά στο κέντρο.
Τα Σάββατα πήγαινα με τον Άρη βόλτα στη Νέα Παραλία ή στον Λευκό Πύργο και τρώγαμε κουλούρια από τον φούρνο της γειτονιάς.
Υπήρχαν ακόμη δύσκολες ημέρες.
Μέρες που μου έλειπε ο Γιώργος.
Όχι ο άνθρωπος που είχε πει ψέματα.
Αλλά εκείνος που γνώρισα στα είκοσι εννιά μου, όταν πίναμε καφέ στην Αριστοτέλους και σχεδιάζαμε το μέλλον μας.
Δεν μπορούσα να σβήσω δεκατρία χρόνια.
Μπορούσα όμως να αποφασίσω πώς θα ζούσα τα επόμενα.
Μια μέρα, λίγο πριν από το Πάσχα, ο Γιώργος ζήτησε να συναντηθούμε.
Ήρθε στο σπίτι για να πάρει τον Άρη για το Σαββατοκύριακο.
Όταν ο μικρός πήγε να φέρει το σακίδιό του, ο Γιώργος μού είπε:
«Έχω κάτι για σένα.»
Από το αυτοκίνητό του έβγαλε μια ανθοδέσμη.
Λευκές τουλίπες.
Τις κοίταξα.
Για μια στιγμή ένιωσα σαν να γύρισα πίσω στον ίδιο διάδρομο της πολυκατοικίας.
«Γιατί αυτές;» ρώτησα.
Ο Γιώργος έδειχνε αμήχανος.
«Θυμήθηκα ότι σου αρέσουν.»
Κούνησα το κεφάλι.
«Όχι, Γιώργο.»
Με κοίταξε απορημένος.
«Τι όχι;»
«Οι λευκές τουλίπες δεν μου άρεσαν ποτέ ιδιαίτερα.»
Έμεινε ακίνητος.
«Αρέσουν στη Δανάη.»
Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Και τότε κατάλαβα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα παρατηρήσει.
Ο Γιώργος δεν γνώριζε καν ποια ήταν τα αγαπημένα μου λουλούδια.
Πάντα έφερνε όσα πίστευε ότι θα ταίριαζαν σε μια περίσταση.
Ή όσα άρεσαν σε κάποια άλλη.
«Ελένη, ήθελα απλώς να κάνω μια καλή κίνηση.»
«Το καταλαβαίνω. Αλλά δεν χρειάζεται να μου φέρνεις λουλούδια.»
Κατέβασε την ανθοδέσμη.
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω για να διορθώσω όσα έγιναν;»
Τον κοίταξα.
«Μπορείς να είσαι ειλικρινής μαζί μου για όσα αφορούν τον Άρη. Να τηρείς τις συμφωνίες μας. Και να σταματήσεις να περιμένεις ότι μια όμορφη χειρονομία θα αντικαταστήσει μια δύσκολη συζήτηση.»
Ένευσε.
Δεν είπαμε κάτι άλλο.
Το ίδιο βράδυ, ενώ ο Άρης ήταν με τον πατέρα του, πήγα σε ένα ανθοπωλείο στη Μαρτίου.
Η κοπέλα πίσω από τον πάγκο με ρώτησε:
«Τι θα θέλατε;»
Κοίταξα τα τριαντάφυλλα, τις ζέρμπερες, τα κρίνα και τα μικρά μπουκέτα εποχής.
«Έχετε φρέζιες;»
Χαμογέλασε.
«Βεβαίως. Μόλις ήρθαν.»
Διάλεξα ένα μεγάλο μπουκέτο με κίτρινες και λευκές φρέζιες.
Ήταν τα αγαπημένα μου λουλούδια από παιδί.
Τα αγαπούσα γιατί η μητέρα μου έβαζε πάντα ένα μικρό βάζο με φρέζιες στην κουζίνα την άνοιξη.
Το σπίτι μύριζε γλυκά και καθαρά.
Αγόρασα το μπουκέτο και γύρισα σπίτι.
Το έβαλα σε ένα γυάλινο βάζο πάνω στο τραπέζι.
Ύστερα άνοιξα το παράθυρο.
Από τον δρόμο ανέβαιναν φωνές, μηχανάκια και η μυρωδιά από ψητό καλαμπόκι ενός πλανόδιου πωλητή.
Για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες το διαμέρισμα δεν μου φάνηκε άδειο.
Μου φάνηκε ήσυχο.
Την Κυριακή ο Άρης επέστρεψε λίγο μετά τις έξι.
Μπήκε στην κουζίνα, άφησε το σακίδιό του και μύρισε τα λουλούδια.
«Μαμά, τι ωραία μυρίζουν!»
Χαμογέλασα.
«Σου αρέσουν;»
«Πάρα πολύ. Ποιος σου τα έφερε;»
Πήγα να απαντήσω αυτόματα «κανείς».
Ύστερα σταμάτησα.
«Τα αγόρασα εγώ.»
Ο Άρης με κοίταξε παραξενεμένος.
«Για ποιον;»
«Για μένα.»
Σήκωσε τους ώμους.
«Καλά έκανες.»
Και πήγε στο δωμάτιό του να αφήσει τα πράγματά του.
Τόσο απλά.
Χωρίς εξηγήσεις.
Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσω γιατί αξίζω κάτι όμορφο.
Στάθηκα μπροστά στο βάζο και σκέφτηκα τις δύο ίδιες ανθοδέσμες εκείνου του Σαββάτου.
Δύο άνθρωποι είχαν σταλεί ο ένας στο σπίτι του άλλου για να ζητήσουν συγγνώμη για κάτι που δεν είχαν κάνει.
Δύο άνθρωποι είχαν πειστεί ότι η δική τους αμφιβολία ήταν το πρόβλημα.
Και κανένας τους δεν είχε καταλάβει στην αρχή ότι οι ίδιες λευκές τουλίπες ήταν ένα μικρό κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης εξαπάτησης.
Δεν ήξερα αν θα ξαναπαντρευόμουν.
Δεν ήξερα αν θα εμπιστευόμουν ποτέ ξανά κάποιον με τον ίδιο τρόπο.
Ήξερα όμως κάτι.
Την επόμενη φορά που κάποιος θα μου ζητούσε να ζητήσω συγγνώμη μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί εκείνος να απαντήσει στις ερωτήσεις μου, δεν θα αγόραζα λουλούδια.
Θα ζητούσα την αλήθεια.
Και αν δεν την έπαιρνα, θα έφευγα.
Όχι επειδή δεν θα αγαπούσα αρκετά.
Αλλά επειδή επιτέλους είχα μάθει πως η αγάπη δεν πρέπει να απαιτεί από έναν άνθρωπο να αμφισβητεί συνεχώς τα ίδια του τα μάτια.
Εκείνο το βράδυ έσβησα τα φώτα της κουζίνας και άφησα μόνο το μικρό φωτιστικό στο σαλόνι.
Οι φρέζιες μοσχοβολούσαν.
Χαμογέλασα μόνη μου.
Ο Γιώργος μού είχε ζητήσει να προσφέρω λουλούδια σε μια γυναίκα που με είχε προδώσει, για να αποδείξω ότι δεν ήμουν ζηλιάρα.
Κι εγώ, μήνες αργότερα, αγόρασα λουλούδια στον εαυτό μου.
Όχι για να αποδείξω τίποτα σε κανέναν.
Απλώς επειδή, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ήξερα ακριβώς τι μου άρεσε.
Και δεν χρειαζόμουν την άδεια κανενός για να το διαλέξω.