Η Κατερίνα κατάλαβε ότι η πεθερά της δεν αστειευόταν όταν είδε τις δύο βαλίτσες της ακουμπισμένες έξω από την αυλόπορτα.
Ήταν επτά και δέκα το πρωί, ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να χτυπά τις πέτρινες προσόψεις του μικρού χωριού έξω από το Ρέθυμνο, κι από το απέναντι σπίτι μύριζε ελληνικός καφές και φρυγανισμένο ψωμί. Στην αυλή, κάτω από την παλιά κληματαριά, η πεθερά της, η Ευδοξία, στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
— Τελείωσε — είπε.
Η Κατερίνα κοίταξε πρώτα τις βαλίτσες και μετά εκείνη.
— Τι τελείωσε;
— Η παραμονή σου εδώ.
— Ευδοξία, είναι επτά το πρωί.
— Ακόμα καλύτερα. Θα προλάβεις το λεωφορείο για Ηράκλειο.
Η Κατερίνα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Και ο Αντώνης;
— Ο γιος μου ξέρει.
Αυτό ήταν ψέμα. Το ήξερε από τον τρόπο που η Ευδοξία απέφυγε να την κοιτάξει.
Ο Αντώνης βρισκόταν στην Αθήνα εδώ και τέσσερις ημέρες για δουλειά. Εργαζόταν σε εταιρεία που συντηρούσε επαγγελματικό εξοπλισμό ξενοδοχείων και συχνά έλειπε. Είχαν συμφωνήσει να μείνουν προσωρινά στο παλιό οικογενειακό σπίτι, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση ενός μικρού διαμερίσματος που είχαν αγοράσει στο Ρέθυμνο.
Προσωρινά, έλεγαν.
Είχαν περάσει ήδη δεκαοκτώ μήνες.
Το σπίτι ανήκε, απ’ όσο γνώριζε η Κατερίνα, στην Ευδοξία. Μια μεγάλη πέτρινη κατοικία με μπλε παντζούρια, λεμονιές στην αυλή, ένα παλιό πατητήρι στο πίσω μέρος και θέα προς τους χαμηλούς λόφους. Η οικογένεια του Αντώνη έμενε εκεί πάνω από μισό αιώνα.
Η Ευδοξία είχε κάνει από την πρώτη στιγμή σαφές ότι η νύφη της ήταν επισκέπτρια.
Όχι οικογένεια.
— Δεν μπορείς απλώς να πετάξεις τα πράγματά μου έξω — είπε η Κατερίνα.
— Μπορώ. Είναι δικό μου σπίτι.
— Δεν έχω καν τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
— Πάρε ταξί.
Η Κατερίνα την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε προκαλέσει αυτή την έκρηξη.
Το προηγούμενο βράδυ είχαν φάει μαζί. Η Ευδοξία είχε παραπονεθεί για το λάδι που αγόραζε η Κατερίνα, για τον τρόπο που άπλωνε τα ρούχα, ακόμα και για το ότι είχε αφήσει δύο ποτήρια στον νεροχύτη.
Συνηθισμένα πράγματα.
Καμία ένδειξη ότι το επόμενο πρωί θα έβρισκε τα ρούχα της στον δρόμο.
— Γιατί τώρα;
Η Ευδοξία γέλασε χωρίς χαμόγελο.
— Γιατί επιτέλους κατάλαβα τι κάνεις.
— Τι κάνω;
— Περιμένεις.
— Τι ακριβώς;
— Να πεθάνω.
Η Κατερίνα έμεινε ακίνητη.
— Τι λες;
— Νομίζεις ότι δεν ακούω; Ότι δεν καταλαβαίνω; Εσύ και ο Αντώνης μιλάτε για το σπίτι σαν να είναι ήδη δικό σας.
— Δεν έχουμε πει ποτέ κάτι τέτοιο.
— Μου είπαν αρκετά.
— Ποιος;
Η Ευδοξία δεν απάντησε.
Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε την Κατερίνα να υποψιαστεί ότι υπήρχε κάτι περισσότερο πίσω από τον ξαφνικό διωγμό της.
Το δεύτερο ήρθε λίγα λεπτά αργότερα.
Η Ευδοξία έβγαλε από την τσέπη της μια καινούρια αρμαθιά κλειδιά.
— Άλλαξα όλες τις κλειδαριές.
— Απόψε;
— Χθες το απόγευμα, όταν πήγες στο Ρέθυμνο.
Η Κατερίνα την κοίταξε.
Αυτό δεν ήταν θυμός της στιγμής.
Ήταν σχεδιασμένο.
Πήρε το κινητό της και κάλεσε τον Αντώνη.
📞 Η λεπτομέρεια που κανείς στην οικογένεια δεν γνώριζε αποκαλύπτεται στο πρώτο σχόλιο ⬇️

Δεν απάντησε.
Ξανακάλεσε.
Τίποτα.
Η Ευδοξία γύρισε προς το σπίτι.
— Μην κάνεις θέατρο στη γειτονιά.
— Εσύ έβγαλες τις βαλίτσες μου στον δρόμο.
— Και θα μείνουν εκεί μέχρι να φύγεις.
Η πόρτα έκλεισε.
Η Κατερίνα κάθισε πάνω στη μία βαλίτσα.
Για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια γάμου, δεν ήξερε πού να πάει.
Τελικά τηλεφώνησε στη φίλη της, τη Μαρίνα, που διατηρούσε μικρό λογιστικό γραφείο στο Ρέθυμνο.
Μία ώρα αργότερα βρισκόταν στον καναπέ της, με έναν καφέ που είχε κρυώσει πριν προλάβει να τον αγγίξει.
Ο Αντώνης τηλεφώνησε λίγο πριν τις δέκα.
— Τι έγινε;
Η Κατερίνα έκλεισε τα μάτια.
— Η μητέρα σου με πέταξε έξω.
Σιωπή.
— Τι;
— Τα πράγματά μου ήταν έξω από την αυλόπορτα. Άλλαξε κλειδαριές.
— Δεν μπορεί.
— Το έκανε.
— Θα την πάρω τώρα.
— Περίμενε. Είπε κάτι περίεργο.
— Τι;
— Ότι κάποιος της είπε πως περιμένουμε να πεθάνει για να πάρουμε το σπίτι.
Ο Αντώνης δεν απάντησε αμέσως.
— Ποιος θα της έλεγε τέτοια βλακεία;
— Δεν ξέρω.
Αργότερα εκείνο το μεσημέρι, όμως, το έμαθαν.
Ο ξάδελφος του Αντώνη, ο Μανώλης.
Ήταν γιος της μικρότερης αδελφής της Ευδοξίας και τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να εμφανίζεται όλο και συχνότερα στο χωριό. Είχε συνεργείο ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων κοντά στα Χανιά, χρέη που όλοι γνώριζαν και μια παράξενη ικανότητα να βρίσκεται πάντα δίπλα σε μεγαλύτερους συγγενείς που είχαν περιουσία.
Ο Αντώνης τηλεφώνησε στη μητέρα του.
Η συζήτηση κράτησε λιγότερο από τρία λεπτά.
Όταν ξανακάλεσε την Κατερίνα, ακουγόταν εξαντλημένος.
— Είναι πεπεισμένη ότι θέλουμε να της πάρουμε το σπίτι.
— Εξαιτίας του Μανώλη;
— Δεν το παραδέχεται.
— Τι της είπε;
— Ότι έχω μιλήσει με μεσίτη.
Η Κατερίνα σηκώθηκε απότομα.
— Εσύ;
— Φυσικά όχι.
— Μήπως για το δικό μας διαμέρισμα;
— Ίσως αυτό χρησιμοποίησε. Δεν ξέρω.
Ο Αντώνης επέστρεψε στην Κρήτη την επόμενη μέρα.
Πήγε μόνος του να δει τη μητέρα του.
Γύρισε δύο ώρες αργότερα στο σπίτι της Μαρίνας και δεν είπε σχεδόν τίποτα.
Μόνο μία φράση.
— Δεν αναγνωρίζω τη γυναίκα που με μεγάλωσε.
Η Ευδοξία όχι μόνο αρνήθηκε να επιτρέψει στην Κατερίνα να επιστρέψει.
Είπε στον ίδιο της τον γιο πως, αν συνέχιζε να την υποστηρίζει, μπορούσε να φύγει κι εκείνος από τη ζωή της.
Τρεις μέρες αργότερα, ο Μανώλης άρχισε να εμφανίζεται καθημερινά στο σπίτι.
Έφερνε ψώνια.
Πήγαινε την Ευδοξία στην τράπεζα.
Μία φορά τη συνόδευσε και σε λογιστή.
Η Κατερίνα το έμαθε από μια γειτόνισσα, τη θεία Σοφία, που τηλεφώνησε δήθεν για να ρωτήσει αν ήταν καλά.
— Κορίτσι μου, δεν θέλω να μπλεχτώ — είπε χαμηλόφωνα. — Αλλά κάτι δεν μου αρέσει.
— Τι;
— Χθες ήταν εδώ ένας άνθρωπος με χαρτοφύλακα.
— Ποιος;
— Δεν ξέρω. Μπήκαν μέσα όλοι μαζί. Η Ευδοξία, ο Μανώλης κι αυτός.
Η Κατερίνα ένιωσε ένα κρύο κύμα να περνά από την πλάτη της.
— Πόση ώρα έμειναν;
— Πάνω από μία ώρα.
Ο Αντώνης δεν ήθελε να το πιστέψει.
— Η μητέρα μου μπορεί να είναι θυμωμένη, αλλά δεν είναι ανόητη.
Η Κατερίνα τον κοίταξε.
— Οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να είναι ανόητοι για να χειραγωγηθούν.
Δύο ημέρες αργότερα έμαθαν την αλήθεια.
Η Ευδοξία είχε υπογράψει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στον Μανώλη.
Όχι για το σπίτι.
Για τα πάντα.
Τραπεζικούς λογαριασμούς.
Δημόσιες υπηρεσίες.
Φορολογικά θέματα.
Ακόμα και διαχείριση περιουσίας.
— Αυτό είναι τρέλα — είπε ο Αντώνης.
Η Κατερίνα, όμως, στάθηκε σε μια λεπτομέρεια.
Το πληρεξούσιο είχε συνταχθεί από συμβολαιογράφο στο Ηράκλειο.
Η οικογένεια, όμως, για δεκαετίες συνεργαζόταν με συγκεκριμένο συμβολαιογράφο στην Αθήνα.
Έναν ηλικιωμένο άνδρα, τον κύριο Λεωνίδα Παπαδάκη, φίλο του πατέρα του Αντώνη από τα χρόνια που δούλευαν μαζί στον Πειραιά.
Η Κατερίνα τον είχε συναντήσει μόνο μία φορά, στον γάμο τους.
Θυμόταν μόνο ότι ήταν αδύνατος, κομψός και μιλούσε πολύ λίγο.
Την επόμενη εβδομάδα, στις έντεκα και είκοσι το πρωί, το κινητό της χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός Αθηνών.
— Κυρία Κατερίνα Μαυρογιάννη;
— Ναι.
— Ονομάζομαι Λεωνίδας Παπαδάκης. Ίσως με θυμάστε.
Η Κατερίνα σηκώθηκε από την καρέκλα.
— Βεβαίως.
Η επόμενη πρότασή του άλλαξε ολόκληρη την ιστορία.
— Πρέπει να έρθετε στην Αθήνα — είπε ο συμβολαιογράφος. — Εσείς και ο σύζυγός σας. Και θα προτιμούσα να μην ενημερώσετε ακόμη την κυρία Ευδοξία.
Η Κατερίνα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά γρηγορότερα.
— Γιατί;
— Επειδή υπάρχει ένα έγγραφο που ο πατέρας του συζύγου σας μου ζήτησε να κρατήσω μέχρι να συμβεί κάτι πολύ συγκεκριμένο.
— Τι;
— Μέχρι κάποιος να επιχειρήσει να απομακρύνει τον Αντώνη από το οικογενειακό σπίτι.
Δύο ημέρες αργότερα, η Κατερίνα και ο Αντώνης κάθονταν απέναντι από τον ηλικιωμένο συμβολαιογράφο σε ένα γραφείο κοντά στην πλατεία Μαβίλη.
Ο κύριος Παπαδάκης είχε πλέον πάνω από ογδόντα χρόνια στην πλάτη του. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά, αλλά η φωνή του ήταν καθαρή.
Έβγαλε έναν παλιό φάκελο από μεταλλικό ντουλάπι.
Επάνω ήταν γραμμένο με μπλε μελάνι:
«Για τον Αντώνη. Μόνο αν χρειαστεί.»
Ο Αντώνης έμεινε ακίνητος.
— Είναι ο γραφικός χαρακτήρας του πατέρα μου.
Ο πατέρας του, ο Στέλιος, είχε πεθάνει πριν από έντεκα χρόνια.
Όλοι πίστευαν ότι είχε αφήσει το σπίτι στην Ευδοξία.
Αλλά αυτό δεν ήταν ακριβώς αλήθεια.
Ο κύριος Παπαδάκης άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, μια συμβολαιογραφική πράξη και ένα παλιό αντίγραφο διαθήκης.
Ο Στέλιος δεν είχε αφήσει το σπίτι στην Ευδοξία ως πλήρη ιδιοκτησία.
Της είχε αφήσει την επικαρπία.
Η ψιλή κυριότητα είχε μεταβιβαστεί στον Αντώνη χρόνια πριν, με γονική παροχή.
Ο Αντώνης τον κοίταξε άφωνος.
— Δεν γίνεται.
— Γίνεται — είπε ο συμβολαιογράφος. — Η πράξη είχε γίνει όταν ήσασταν είκοσι δύο ετών.
— Γιατί δεν το θυμάμαι;
— Είχατε υπογράψει πληρεξούσιο στον πατέρα σας για συγκεκριμένες μεταβιβάσεις περιουσίας όταν σπουδάζατε στην Πάτρα. Εκείνος ολοκλήρωσε τη διαδικασία αργότερα.
— Και η μητέρα μου;
— Γνώριζε.
Η Κατερίνα ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό της.
— Τότε γιατί έλεγε σε όλους ότι το σπίτι είναι δικό της;
Ο συμβολαιογράφος χαμήλωσε τα μάτια.
— Γιατί στην πράξη μπορούσε να μένει εκεί σε όλη της τη ζωή και να το χρησιμοποιεί. Ο σύζυγός της πίστευε ότι αυτό θα ήταν αρκετό.
Ο Αντώνης έπιασε το μέτωπό του.
— Και ο Μανώλης;
— Αν επιχειρήσει πώληση, δωρεά ή μεταβίβαση του ίδιου του ακινήτου χωρίς εσάς, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί νόμιμα.
Η Κατερίνα πήρε ανάσα.
— Άρα δεν μπορεί να της πάρει το σπίτι.
— Όχι έτσι.
Αλλά ο συμβολαιογράφος δεν είχε τελειώσει.
Ο Στέλιος είχε προβλέψει κάτι ακόμη.
Στη συμβολαιογραφική πράξη υπήρχε ειδικός όρος.
Η Ευδοξία διατηρούσε την επικαρπία όσο χρησιμοποιούσε το ακίνητο ως κύρια κατοικία της.
Αν το εγκατέλειπε οικειοθελώς ή επιχειρούσε, μέσω τρίτου, να το διαθέσει σαν να ήταν αποκλειστική ιδιοκτήτρια, δημιουργούνταν λόγος δικαστικής αμφισβήτησης της επικαρπίας.
Δεν σήμαινε ότι την έχανε αυτόματα.
Αλλά σήμαινε ότι η θέση της ήταν πολύ πιο αδύναμη απ’ όσο νόμιζε.
Ο κύριος Παπαδάκης έσπρωξε προς το μέρος τους ένα ακόμη έγγραφο.
— Ο πατέρας σας μου είχε πει κάτι πριν φύγει.
Ο Αντώνης σήκωσε το βλέμμα.
— Τι;
— «Αν ποτέ το σπίτι γίνει όπλο εναντίον του παιδιού μου, δείξτε του αυτά.»
Ο Αντώνης δεν μίλησε.
Στο αεροπλάνο της επιστροφής κρατούσε τον φάκελο στα γόνατά του.
Η Κατερίνα δεν τον ρώτησε τι σκεφτόταν.
Το κατάλαβε όταν προσγειώθηκαν.
— Δεν θέλω να τη διώξω — είπε.
— Δεν χρειάζεται.
— Ακόμα κι αν προσπάθησε να διώξει εμάς.
— Δεν χρειάζεται να γίνεις σαν εκείνη.
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, είχε ήδη αρχίσει.
Ο Μανώλης, πιστεύοντας ότι είχε τον πλήρη έλεγχο, είχε προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με έναν επιχειρηματία από τα Χανιά που ήθελε να αγοράσει το ακίνητο και να το μετατρέψει σε μικρό τουριστικό κατάλυμα.
Υπήρχε ήδη προσύμφωνο.
Και προκαταβολή είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ.
Η Ευδοξία είχε υπογράψει.
Όταν ο δικηγόρος του αγοραστή έκανε τον τελικό έλεγχο τίτλων, ανακάλυψε την ψιλή κυριότητα.
Η συμφωνία σταμάτησε αμέσως.
Ο Μανώλης πανικοβλήθηκε.
Και τότε έκανε το χειρότερο λάθος του.
Προσπάθησε να πείσει την Ευδοξία ότι ο Αντώνης είχε πλαστογραφήσει τα παλιά έγγραφα.
— Σου το είπα! — της φώναζε στην αυλή, χωρίς να ξέρει ότι η θεία Σοφία άκουγε από δίπλα. — Θέλει να σου πάρει τα πάντα!
Η Ευδοξία τον πίστεψε.
Για δύο ημέρες.
Την τρίτη, πήγε μόνη της στο Κτηματολογικό Γραφείο με δικηγόρο.
Και είδε την αλήθεια.
Η γονική παροχή ήταν καταχωρισμένη εδώ και δεκαετίες.
Ο σύζυγός της δεν την είχε εξαπατήσει.
Ο γιος της επίσης όχι.
Εκείνη απλώς είχε επιλέξει να θυμάται μόνο το μέρος της ιστορίας που τη βόλευε.
Όταν γύρισε στο σπίτι, ο Μανώλης την περίμενε.
— Τι έγινε;
Η Ευδοξία άφησε την τσάντα της στο τραπέζι.
— Δώσε μου τα κλειδιά.
— Ποια;
— Όλα.
— Θεία—
— Και το πληρεξούσιο ακυρώνεται σήμερα.
Ο Μανώλης άλλαξε τόνο.
— Μετά από όσα έκανα για σένα;
Η Ευδοξία τον κοίταξε.
— Τι έκανες;
— Σε προστάτεψα.
— Από ποιον;
Δεν απάντησε.
— Από τον γιο μου; — συνέχισε. — Ή από τη στιγμή που θα μάθαινα ότι η προκαταβολή μπήκε σε λογαριασμό που ελέγχεις εσύ;
Ο Μανώλης πάγωσε.
Εκείνη είχε βρει και αυτό.
Τα είκοσι πέντε χιλιάδες ευρώ δεν είχαν καταλήξει στον λογαριασμό της.
Είχαν πάει σε εταιρικό λογαριασμό συνδεδεμένο με επιχείρηση του Μανώλη, δήθεν για «έξοδα προετοιμασίας και φορολογικές υποχρεώσεις».
Η Ευδοξία κάλεσε δικηγόρο.
Μετά την τράπεζα.
Και στο τέλος την αστυνομία.
Ο Μανώλης έφυγε από το χωριό το ίδιο βράδυ.
Η υπόθεση της προκαταβολής πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης.
Αλλά η μεγαλύτερη σύγκρουση έμενε ακόμη.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, η Ευδοξία τηλεφώνησε στον Αντώνη.
— Έλα σπίτι.
— Μόνος;
Υπήρξε παύση.
— Με την Κατερίνα.
Ήταν η πρώτη φορά που η ίδια πρόφερε το όνομά της μετά τον καβγά.
Όταν έφτασαν, η αυλόπορτα ήταν ανοιχτή.
Οι βαλίτσες δεν ήταν πια εκεί.
Η Ευδοξία καθόταν κάτω από την κληματαριά.
Μπροστά της υπήρχε καφές, νερό και ένα πιάτο με καλτσούνια που είχε φτιάξει νωρίς το πρωί.
— Καθίστε — είπε.
Η Κατερίνα δεν κουνήθηκε.
— Πριν καθίσουμε, θέλω να ξέρω γιατί μας κάλεσες.
Η Ευδοξία την κοίταξε.
Δεν υπήρχε πια η ίδια σκληρότητα στο βλέμμα της.
— Για να σου ζητήσω συγγνώμη.
Ο Αντώνης έμεινε άφωνος.
Η Ευδοξία δεν ήταν γυναίκα που ζητούσε συγγνώμη.
Ούτε από τα παιδιά της.
Ούτε από τις αδελφές της.
Ούτε από κανέναν.
— Σε έβγαλα από αυτό το σπίτι επειδή πίστεψα έναν άνθρωπο που ήξερε ακριβώς ποιον φόβο μου να χρησιμοποιήσει — είπε.
Η Κατερίνα κάθισε αργά.
— Γιατί τον πίστεψες τόσο εύκολα;
Η Ευδοξία κοίταξε προς τη λεμονιά.
— Γιατί ήθελα να τον πιστέψω.
Αυτή ήταν η πιο δύσκολη παραδοχή.
— Πάντα φοβόμουν ότι, όταν πεθάνει ο πατέρας του Αντώνη, θα χάσω τον έλεγχο. Μετά φοβόμουν ότι όταν παντρευτεί, θα χάσω τον γιο μου. Και μετά εμφανίστηκες εσύ.
Η Κατερίνα δεν μίλησε.
— Δεν έκανες τίποτα — συνέχισε η Ευδοξία. — Αλλά εγώ έβλεπα εχθρό σε καθετί που άλλαζε.
Ο Αντώνης έσφιξε τα χείλη.
— Μας έδιωξες.
— Το ξέρω.
— Εμένα ήσουν έτοιμη να με βγάλεις από τη ζωή σου.
— Το ξέρω.
— Για ένα σπίτι που δεν ήταν καν δικό σου.
Η Ευδοξία κατέβασε το βλέμμα.
— Αυτό είναι το χειρότερο.
Ο Αντώνης σηκώθηκε.
Η Κατερίνα νόμιζε ότι θα φύγει.
Αλλά εκείνος περπάτησε μέχρι το παλιό πατητήρι, στάθηκε για λίγο και μετά γύρισε.
— Δεν πρόκειται να σου πάρω την επικαρπία.
Η Ευδοξία τον κοίταξε απότομα.
— Τι;
— Μίλησα με δικηγόρο. Θα μπορούσα να το κυνηγήσω. Δεν θα το κάνω.
— Γιατί;
— Επειδή ο πατέρας μου ήθελε να έχεις σπίτι όσο ζεις.
Η φωνή του έσπασε ελαφρά.
— Και επειδή δεν θέλω το τελευταίο πράγμα που θα με συνδέει μαζί σου να είναι μια δίκη.
Τα μάτια της Ευδοξίας γέμισαν δάκρυα.
Αλλά υπήρχε ακόμη μία έκπληξη.
Η Κατερίνα έβγαλε από την τσάντα της ένα σετ κλειδιά.
Τα άφησε στο τραπέζι.
Ήταν τα παλιά κλειδιά του σπιτιού.
— Δεν θα ξαναμείνουμε εδώ — είπε.
Η Ευδοξία την κοίταξε.
— Μα—
— Το διαμέρισμά μας είναι σχεδόν έτοιμο.
— Έχετε δικαίωμα να μείνετε.
— Δεν είναι θέμα δικαιώματος.
Η Κατερίνα χαμογέλασε αχνά.
— Κάποια σπίτια είναι πιο ήσυχα όταν οι άνθρωποι αγαπιούνται από απόσταση.
Η Ευδοξία γέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
Έναν μήνα αργότερα, ο Αντώνης και η Κατερίνα μετακόμισαν στο μικρό τους διαμέρισμα στο Ρέθυμνο.
Δεν είχε αυλή.
Δεν είχε παλιές πέτρες.
Δεν είχε κληματαριά.
Αλλά ήταν δικό τους.
Η Ευδοξία έμεινε στο χωριό.
Στην αρχή τηλεφωνούσε μόνο στον γιο της.
Ύστερα, δειλά, άρχισε να τηλεφωνεί και στην Κατερίνα.
Όχι για να ελέγχει.
Για να ρωτήσει μια συνταγή.
Για να πει ότι βρήκε καλές ντομάτες στη λαϊκή.
Για να ρωτήσει αν θα περάσουν την Κυριακή.
Ένα απόγευμα, μήνες αργότερα, η Κατερίνα κάθισε ξανά κάτω από την ίδια κληματαριά.
Η Ευδοξία της έφερε καφέ.
— Χωρίς ζάχαρη, έτσι;
Η Κατερίνα την κοίταξε έκπληκτη.
— Το θυμήθηκες.
— Θυμάμαι περισσότερα απ’ όσα δείχνω.
— Αυτό το ξέρω.
Έμειναν για λίγο σιωπηλές.
Μετά η Ευδοξία είπε:
— Εκείνο το πρωί που έβγαλα τις βαλίτσες σου έξω… ήμουν σίγουρη ότι σε έδιωχνα από το σπίτι μου.
Η Κατερίνα περίμενε.
— Τελικά, κόντεψα να διώξω όλους τους δικούς μου ανθρώπους από τη ζωή μου.
Η Κατερίνα ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι.
— Τουλάχιστον το κατάλαβες πριν να είναι αργά.
Η Ευδοξία κοίταξε προς την αυλόπορτα.
Εκεί όπου μήνες νωρίτερα είχαν σταθεί δύο βαλίτσες.
— Ναι — είπε. — Και αυτό ήταν το μόνο πράγμα που πραγματικά κινδύνευα να χάσω.