Ο Στέλιος διάλεξε να το πει την Κυριακή, ακριβώς τη στιγμή που η μητέρα μου έβαζε στο τραπέζι το ταψί με το παστίτσιο.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο έτσι», είπε και άφησε το πιρούνι του δίπλα στο πιάτο.
Η κόρη μας, η δεκαεπτάχρονη Νεφέλη, σταμάτησε να μασάει. Ο πατέρας μου σήκωσε αργά το βλέμμα από το ποτήρι του. Εγώ νόμιζα πως ο Στέλιος θα άρχιζε πάλι τα γνωστά: ότι κουράστηκε από τη δουλειά, ότι δεν του φτάνουν τα χρήματα, ότι το σπίτι είναι μικρό, ότι τον πνίγει η Αθήνα.
Αντί γι’ αυτό είπε:
«Φεύγω από το σπίτι.»
Η μητέρα μου έμεινε όρθια με την κουτάλα στο χέρι.
«Τι εννοείς φεύγεις;»
Ο Στέλιος δεν κοίταξε εκείνη. Κοίταξε εμένα.
«Υπάρχει άλλη γυναίκα.»
Για λίγα δευτερόλεπτα άκουγα μόνο το βουητό του απορροφητήρα από την κουζίνα.
«Ποια;» ρώτησα.
Δεν θυμάμαι καν αν η φωνή μου ακουγόταν δική μου.
Ο Στέλιος πήρε μια ανάσα.
«Η Άννα.»
Η Άννα έμενε ακριβώς από κάτω μας.
Έναν όροφο χαμηλότερα.
Η Άννα που μου κρατούσε τα δέματα όταν έλειπα.
Η Άννα που τον προηγούμενο χειμώνα μου είχε φέρει σούπα όταν ήμουν με πυρετό.
Η Άννα που κάθε Παρασκευή καθόταν μαζί μου για καφέ στο μικρό μπαλκόνι μας στον Νέο Κόσμο και παραπονιόταν για τον πρώην άντρα της, τα δάνεια και τη δουλειά της στο λογιστικό γραφείο.
Η ίδια Άννα.
Η Νεφέλη σηκώθηκε απότομα.
«Είσαι σοβαρός;»
«Νεφέλη, κάτσε κάτω», είπε ο Στέλιος.
«Εσύ να μη μου λες τι θα κάνω!»
«Δεν θέλω φωνές.»
Ο πατέρας μου γέλασε ξερά.
«Τότε διάλεξες λάθος Κυριακή για εξομολόγηση.»
Ο Στέλιος κοκκίνισε.
«Δεν ήθελα να γίνει έτσι.»
«Και πώς ήθελες να γίνει;» τον ρώτησα. «Να μου αφήσεις σημείωμα στο ψυγείο;»
Δεν απάντησε.
Ένιωθα παράξενα ήρεμη. Όχι επειδή δεν πονούσα. Αλλά επειδή κάτι μέσα μου είχε ήδη αρχίσει να ενώνει μικρές λεπτομέρειες που τους τελευταίους μήνες δεν μπορούσα να εξηγήσω.
Τα τηλεφωνήματα που έκλειναν μόλις έμπαινα στο δωμάτιο.
Τα δήθεν νυχτερινά ραντεβού με προμηθευτές.
Τα μετρητά που έλειπαν από το συρτάρι.
Και κυρίως, εκείνη η περίεργη αλλαγή της Άννας.
Τον τελευταίο μήνα απέφευγε να ανεβαίνει σπίτι μας.
Όταν συναντιόμασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας, κοιτούσε πάντα το πάτωμα.
«Πόσο καιρό;» ρώτησα.
Ο Στέλιος πήρε το ποτήρι του.
«Ελένη, δεν έχει σημασία.»
«Για μένα έχει.»
«Μερικούς μήνες.»
Η μητέρα μου κάθισε βαριά στην καρέκλα.
«Και έρχεσαι εδώ, στο τραπέζι μας, και το λες έτσι;»
«Προτιμώ να είμαι ειλικρινής.»
Η λέξη «ειλικρινής» παραλίγο να με κάνει να γελάσω.
«Πού θα πας;»
«Θα μείνω προσωρινά αλλού.»
Τότε κατάλαβα.
«Στην Άννα;»
Ο Στέλιος δεν απάντησε.
Η Νεφέλη βούρκωσε.
«Μπαμπά…»
Για πρώτη φορά εκείνος φάνηκε να λυγίζει.
«Μικρή μου, αυτό δεν αλλάζει τίποτα ανάμεσά μας.»
📌 Η αποκάλυψη που άλλαξε όλη την ιστορία έρχεται αμέσως παρακάτω — συνέχισε στον πρώτο σχολιασμό. 👇

«Μη με λες μικρή σου.»
Πήγε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα.
Η μητέρα μου ήθελε να την ακολουθήσει, αλλά της έκανα νόημα να μείνει.
«Θέλω να τελειώσουμε αυτή τη συζήτηση», είπα.
Ο Στέλιος ίσιωσε την πλάτη του.
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
«Αυτό το λες τώρα επειδή σε κάνει να νιώθεις καλύτερα;»
«Ελένη…»
«Η Άννα ξέρει ότι μου το λες σήμερα;»
Εκείνος δίστασε.
Για πρώτη φορά.
Μόνο για ένα δευτερόλεπτο, αλλά το είδα.
«Ναι.»
«Και περιμένει κάτω;»
«Όχι.»
«Τότε πάρε την τηλέφωνο.»
Ο Στέλιος πάγωσε.
«Τι;»
«Πάρε την.»
«Δεν υπάρχει λόγος.»
«Υπάρχει. Θέλω να ακούσω από την ίδια ότι αυτό που λες είναι αλήθεια.»
Ο πατέρας μου με κοίταξε εξεταστικά. Ήξερε πως δεν ήμουν γυναίκα που έκανε σκηνές. Δούλευα δεκαεννέα χρόνια σε φαρμακείο, είχα μάθει να αντιμετωπίζω ανθρώπους που ούρλιαζαν, έκλαιγαν ή πανικοβάλλονταν. Όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα, εγώ συνήθως γινόμουν πιο ψύχραιμη.
Ο Στέλιος σηκώθηκε.
«Δεν θα τη σύρω σε αυτό.»
«Την έσυρες ήδη.»
«Ελένη, σε παρακαλώ.»
«Τότε θα κατέβω εγώ.»
Πριν προλάβω να σηκωθώ, χτύπησε το κουδούνι.
Κανείς δεν μίλησε.
Το κουδούνι χτύπησε ξανά.
Η μητέρα μου ψιθύρισε:
«Μην ανοίξεις.»
Αλλά εγώ πήγα στην πόρτα.
Η Άννα στεκόταν έξω.
Δεν ήταν βαμμένη. Δεν φορούσε κάτι εντυπωσιακό. Ένα λευκό πουκάμισο, τζιν παντελόνι και τα μαλλιά της πιασμένα πρόχειρα.
Κρατούσε έναν μπλε φάκελο.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα.
«Μπορώ να μπω;»
Ο Στέλιος πετάχτηκε από την καρέκλα.
«Άννα, φύγε.»
Εκείνη τον αγνόησε.
Πέρασε δίπλα μου, πήγε στο τραπέζι και κάθισε στην άδεια καρέκλα δίπλα στη δική μου.
Άφησε τον φάκελο μπροστά της.
Έπειτα κοίταξε τον Στέλιο.
«Αφού αποφάσισες να τα πεις όλα σήμερα, πες τα σωστά.»
Ο Στέλιος έγινε άσπρος.
«Δεν ξέρεις τι κάνεις.»
Η Άννα γύρισε προς εμένα.
«Δεν έχω σχέση με τον άντρα σου.»
Για μια στιγμή νόμιζα πως είχα ακούσει λάθος.
Ο Στέλιος χτύπησε την παλάμη στο τραπέζι.
«Σταμάτα.»
Η Άννα ούτε που κουνήθηκε.
«Τώρα», είπε, «πες της τι έκανες με τα λεφτά μας.»
Η μητέρα μου σταύρωσε τα χέρια της.
«Ποια λεφτά;»
Κοίταξα τον Στέλιο.
Εκείνος είχε αρχίσει να ιδρώνει.
«Άννα, σήκω και φύγε.»
«Όχι.»
«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα.»
«Έχω πολύ περισσότερο δικαίωμα απ’ όσο νομίζει η Ελένη.»
Η Άννα άνοιξε τον μπλε φάκελο.
Έβγαλε μέσα φωτοτυπίες από τραπεζικές κινήσεις, αποδείξεις και δύο συμβόλαια.
Εγώ δεν άγγιξα τίποτα.
«Τι είναι αυτά;»
Η Άννα έδειξε τον πρώτο λογαριασμό.
«Πριν από οκτώ μήνες, ο Στέλιος μου πρότεινε να βάλω χρήματα σε μια επένδυση.»
«Τι επένδυση;»
«Ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα. Υποτίθεται ότι θα το αγοράζαμε σε πλειστηριασμό, θα το ανακαινίζαμε και θα το πουλούσαμε.»
Ο Στέλιος γέλασε νευρικά.
«Ανοησίες.»
Η Άννα συνέχισε:
«Του έδωσα τριάντα δύο χιλιάδες ευρώ.»
Η μητέρα μου αναφώνησε.
Εγώ ακόμα κοιτούσα τον άντρα μου.
Ο Στέλιος εργαζόταν ως τεχνικός εγκαταστάσεων και τα τελευταία δύο χρόνια έλεγε συνεχώς ότι οι δουλειές είχαν πέσει. Είχαμε κόψει διακοπές. Είχα σταματήσει να πηγαίνω τη Νεφέλη στα ιδιαίτερα αγγλικών και βρήκαμε φθηνότερο φροντιστήριο. Είχαμε αναβάλει την αλλαγή του παλιού αυτοκινήτου μας.
«Πού βρήκες εσύ χρήματα για επένδυση;» τον ρώτησα.
Δεν μίλησε.
Η Άννα άπλωσε δεύτερο χαρτί.
«Δεν έβαλε δικά του.»
Κοίταξα τον αριθμό λογαριασμού.
Τον αναγνώρισα.
Ήταν ο κοινός λογαριασμός που είχαμε ανοίξει για τις σπουδές της Νεφέλης.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Εκεί υπήρχαν χρήματα που βάζαμε από τότε που γεννήθηκε.
Χρήματα από δώρα των παππούδων.
Από οικονομίες.
Από ένα μικρό ποσό που μου είχε αφήσει η γιαγιά μου.
«Πόσα πήρες;»
Ο Στέλιος κατέβασε το βλέμμα.
«Ελένη, άκουσέ με πρώτα.»
«Πόσα;»
«Δεν είναι όπως φαίνεται.»
Η Άννα απάντησε αντί γι’ αυτόν.
«Είκοσι οκτώ χιλιάδες.»
Ο πατέρας μου σηκώθηκε τόσο απότομα που η καρέκλα του έπεσε πίσω.
«Από τα λεφτά του παιδιού;»
«Μπαμπά, κάτσε.»
«Να κάτσω;»
«Σε παρακαλώ.»
Δεν ήθελα να αγγίξει τον Στέλιο. Όχι επειδή τον προστάτευα. Αλλά επειδή ξαφνικά ένιωθα ότι η ιστορία ήταν μεγαλύτερη από μια κλοπή.
«Άρα εξήντα χιλιάδες συνολικά», είπα.
Η Άννα έγνεψε.
«Σχεδόν.»
«Πού είναι το διαμέρισμα;»
Σιωπή.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατότερα.
«Υπάρχει διαμέρισμα;»
Η Άννα κοίταξε τον Στέλιο.
«Όχι.»
Ο Στέλιος πετάχτηκε.
«Δεν μπορείς να αποδείξεις τίποτα.»
Η Άννα έβγαλε το κινητό της.
«Μπορώ.»
Άνοιξε μια συνομιλία.
«Μου έλεγε ότι η αγορά καθυστερεί λόγω νομικού προβλήματος. Μετά ότι εμφανίστηκε άλλος κληρονόμος. Μετά ότι τα χρήματα είχαν δεσμευτεί.»
«Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
Η Άννα με κοίταξε με ντροπή.
«Επειδή μου είπε ότι δεν ήξερες για την επένδυση και ότι θα θύμωνες επειδή είχε χρησιμοποιήσει ένα μέρος από κοινές οικονομίες. Μου έλεγε συνεχώς ότι μόλις πουληθεί το ακίνητο, θα επιστρέψει τα χρήματα πριν το καταλάβεις.»
«Κι εσύ τον πίστεψες;»
«Στην αρχή.»
«Μετά;»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μετά κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά.»
Ο Στέλιος άρχισε να περπατάει μέσα στο σαλόνι.
«Η γυναίκα αυτή είναι τρελή. Με εκβιάζει εδώ και εβδομάδες.»
«Με τι σε εκβιάζει;» ρώτησα.
«Θέλει τα λεφτά της. Δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργούν αυτές οι δουλειές.»
Η Άννα χαμογέλασε πικρά.
«Δεν υπήρξε καμία δουλειά, Στέλιο.»
Άνοιξε ένα ακόμα έγγραφο.
«Έβαλα λογιστή να ψάξει την εταιρεία που μου έδειχνες.»
Ο Στέλιος σταμάτησε.
«Δεν έπρεπε.»
«Η εταιρεία υπάρχει», συνέχισε εκείνη, «αλλά δεν ασχολείται με ακίνητα.»
Κοίταξα τα χαρτιά.
Το όνομα της εταιρείας κάτι μου θύμιζε.
Blue Axis ΙΚΕ.
Το είχα δει μήνες πριν σε ένα μήνυμα στο κινητό του Στέλιου. Τότε μου είχε πει ότι ήταν προμηθευτής ηλεκτρολογικού υλικού.
«Τι κάνει;»
Η Άννα πήρε μια ανάσα.
«Διαχείριση ηλεκτρονικών συναλλαγών και διαφημιστικών υπηρεσιών.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Ούτε εγώ καταλάβαινα. Μέχρι που βρήκα ποιος είναι ο διαχειριστής.»
Ο Στέλιος πλησίασε.
«Φτάνει.»
Η Άννα κοίταξε εμένα.
«Ο αδερφός του.»
Ο Δημήτρης.
Ο μικρότερος αδερφός του Στέλιου.
Εκείνος που είχε φύγει για Θεσσαλονίκη πριν από τρία χρόνια μετά από αποτυχημένη επιχείρηση.
Εκείνος που όλοι θεωρούσαμε χρεωμένο.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τα χρήματα πήγαν στον Δημήτρη;»
Ο Στέλιος κάθισε.
Ξαφνικά φαινόταν μεγαλύτερος.
«Ήθελα να τα επιστρέψω.»
«Αυτό δεν ήταν η ερώτηση.»
«Ναι.»
Η μητέρα μου έπιασε το κεφάλι της.
«Θεέ μου…»
Ο Στέλιος άρχισε να μιλά γρήγορα.
Ο Δημήτρης, είπε, είχε μπλέξει με μια επιχείρηση ηλεκτρονικών πωλήσεων. Χρειαζόταν κεφάλαιο. Υπήρχε μεγάλη παραγγελία, μεγάλη ευκαιρία, γρήγορη απόδοση.
«Μου είπε ότι σε τρεις μήνες θα παίρναμε πίσω τα διπλά.»
«Και του έδωσες τις οικονομίες της κόρης σου;»
«Δεν θα χάνονταν.»
«Χάθηκαν;»
Δεν απάντησε.
Η Άννα είπε:
«Τα περισσότερα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του διαδρόμου.
Η Νεφέλη στεκόταν εκεί.
Είχε ακούσει τα πάντα.
«Τα λεφτά για τη σχολή μου;»
Ο Στέλιος σηκώθηκε.
«Νεφέλη, θα τα βάλω πίσω.»
«Πότε;»
«Θα το διορθώσω.»
«Πότε;»
Η φωνή της έσπασε.
Ο Στέλιος δεν είχε απάντηση.
Η κόρη μου κοίταξε την Άννα.
«Και γιατί είπε ότι θα φύγει μαζί σου;»
Αυτό ήταν και το δικό μου ερώτημα.
Η Άννα κοίταξε για λίγο τα χέρια της.
«Επειδή πριν από τρεις εβδομάδες του είπα ότι θα μιλήσω στην Ελένη και στην αστυνομία.»
Ο Στέλιος αναστέναξε.
«Μην το παρουσιάζεις έτσι.»
«Πώς να το παρουσιάσω;»
Η Άννα σηκώθηκε.
«Μου ζήτησε χρόνο. Του έδωσα μέχρι σήμερα.»
Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Χθες βράδυ μου είπε ότι θα πει στην Ελένη πως έχουμε σχέση.»
Κανείς μας δεν μίλησε.
Η Άννα συνέχισε:
«Σκέφτηκε ότι αν το πιστέψει, θα φύγει από το σπίτι, θα γίνει χαμός, θα ασχολείστε όλοι με την απιστία και όχι με τα λεφτά.»
Αισθάνθηκα σαν να είχε ανοίξει το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου.
«Γιατί να θέλει να φύγω εγώ;»
Αυτή τη φορά απάντησε ο Στέλιος.
«Γιατί το σπίτι πρέπει να πουληθεί.»
Η μητέρα μου πετάχτηκε.
«Ποιο σπίτι; Αυτό;»
«Υπάρχει υποθήκη.»
Για πρώτη φορά εκείνο το απόγευμα ένιωσα πραγματικό φόβο.
Το διαμέρισμα ήταν δικό μας. Είχαμε τελειώσει το στεγαστικό πριν από πέντε χρόνια.
«Δεν υπάρχει υποθήκη.»
Ο Στέλιος κοίταξε το πάτωμα.
«Υπάρχει τώρα.»
Δεν θυμάμαι να σηκώθηκα.
Θυμάμαι μόνο ότι ξαφνικά βρέθηκα απέναντί του.
«Τι έκανες;»
«Χρειάστηκε εγγύηση.»
«Με ποια υπογραφή;»
Σιωπή.
Τότε κατάλαβα.
«Με τη δική μου;»
Ο Στέλιος δεν με κοίταζε.
Η Άννα είπε πολύ χαμηλά:
«Νομίζω ότι πλαστογράφησε την υπογραφή σου.»
Ο πατέρας μου κινήθηκε προς το μέρος του.
Τον έπιασα από το χέρι.
«Όχι.»
Η φωνή μου ήταν τόσο ήρεμη που τρόμαξα κι εγώ.
Πήρα το κινητό μου.
«Τι κάνεις;» ρώτησε ο Στέλιος.
«Παίρνω τον ξάδερφό μου τον Πέτρο.»
Ο Πέτρος ήταν δικηγόρος.
Ο Στέλιος σηκώθηκε.
«Δεν χρειάζεται να μπλέξουμε τρίτους.»
Τον κοίταξα.
«Έβαλες υποθήκη στο σπίτι μου, άδειασες τον λογαριασμό της κόρης μας, πήρες χρήματα από τη γειτόνισσά μας και έφτιαξες ψεύτικη ιστορία ότι την ερωτεύτηκες. Και πιστεύεις ότι το πρόβλημα είναι πως θα μπλέξω τρίτους;»
Για πρώτη φορά δεν είπε τίποτα.
Ο Πέτρος ήρθε σε λιγότερο από μία ώρα.
Διάβαζε τα χαρτιά χωρίς να μιλά.
Μετά κοίταξε τον Στέλιο.
«Έχεις αντίγραφο της σύμβασης του δανείου;»
«Όχι εδώ.»
«Πού;»
«Στη δουλειά.»
«Θα τη χρειαστούμε.»
«Γιατί;»
Ο Πέτρος έκλεισε τον φάκελο.
«Γιατί αν υπάρχει πλαστή υπογραφή, δεν μιλάμε πια για οικογενειακό καβγά.»
Ο Στέλιος σηκώθηκε και έφυγε στο μπαλκόνι.
Έμεινε εκεί με ένα τσιγάρο στο χέρι, ενώ είχε κόψει το κάπνισμα έξι χρόνια πριν.
Η Άννα ετοιμάστηκε να φύγει.
Την ακολούθησα μέχρι την πόρτα.
«Γιατί ήρθες τελικά;»
Έσκυψε το βλέμμα.
«Γιατί άκουσα τη φωνή του από το κλιμακοστάσιο.»
«Και;»
«Κατάλαβα τι έκανε.»
«Θα μπορούσες να μην μπλέξεις.»
Με κοίταξε.
«Το έκανα ήδη όταν του έδωσα τα λεφτά. Και έπρεπε να σου είχα μιλήσει νωρίτερα.»
Δεν τη συγχώρησα εκείνη τη στιγμή.
Αλλά δεν τη μίσησα κιόλας.
Τις επόμενες ημέρες έμαθα πράγματα που με έκαναν να νιώθω πως είχα ζήσει είκοσι χρόνια με έναν άνθρωπο που γνώριζα μόνο κατά το ήμισυ.
Ο Στέλιος είχε χρηματοδοτήσει την επιχείρηση του αδερφού του τρεις φορές.
Την πρώτη με δέκα χιλιάδες ευρώ από δικές μας αποταμιεύσεις.
Τη δεύτερη με τα χρήματα της Άννας.
Την τρίτη με δάνειο στο οποίο είχε εμφανίσει πλαστή συναίνεσή μου.
Ο Δημήτρης δεν είχε στήσει ακριβώς απάτη.
Η επιχείρηση ήταν πραγματική.
Αλλά είχε τεράστιες ζημιές.
Ο Στέλιος συνέχιζε να ρίχνει χρήματα μέσα της επειδή πίστευε ότι μία τελευταία χρηματοδότηση θα έσωζε τις προηγούμενες.
Κάθε φορά που έχανε περισσότερα, ένιωθε ότι δεν μπορούσε πια να μας πει την αλήθεια.
Μέχρι που δεν του είχε απομείνει τίποτα να κρύψει εκτός από την ίδια την καταστροφή.
Το σχέδιο με την υποτιθέμενη σχέση με την Άννα ήταν απελπισμένο.
Ήλπιζε ότι εγώ, θυμωμένη και πληγωμένη, θα δεχόμουν γρήγορα έναν χωρισμό και ίσως την πώληση του σπιτιού χωρίς να ψάξω τα οικονομικά μας.
Δεν ήξερε ότι η Άννα είχε ήδη αντιγράψει τα έγγραφα.
Η υπόθεση πήρε μήνες.
Η τράπεζα πάγωσε τη διαδικασία όταν ο δικηγόρος μας αμφισβήτησε επίσημα την υπογραφή.
Ο Στέλιος παραδέχθηκε τελικά τι είχε κάνει.
Δεν πήγε φυλακή, όπως φοβόταν η μητέρα μου, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με δικαστικές διαδικασίες, χρέη και έναν γάμο που δεν υπήρχε πια.
Έφυγε από το σπίτι ένα βροχερό πρωινό του Νοεμβρίου.
Όχι για την Άννα.
Για ένα μικρό νοικιασμένο δυάρι στον Βύρωνα.
Πριν κλείσει την πόρτα, με κοίταξε.
«Ξέρω ότι δεν θα με πιστέψεις, αλλά δεν ήθελα ποτέ να σας κάνω κακό.»
Τον κοίταξα για πολλή ώρα.
«Αυτό είναι το χειρότερο, Στέλιο.»
«Τι;»
«Ότι μάλλον το πιστεύεις.»
Έφυγε χωρίς να απαντήσει.
Η Νεφέλη δεν του μιλούσε για εβδομάδες.
Μετά άρχισε να τον βλέπει μία φορά τον μήνα.
Δεν την πίεσα ούτε να τον συγχωρήσει ούτε να τον απορρίψει.
Ήταν πατέρας της. Το τι θα έμενε ανάμεσά τους έπρεπε να το αποφασίσει η ίδια.
Η Άννα πούλησε το αυτοκίνητό της και έπιασε δεύτερη δουλειά για να καλύψει μέρος της ζημιάς της. Κατάφερε αργότερα να πάρει πίσω ένα μέρος των χρημάτων μέσω συμφωνίας με τον Δημήτρη.
Για μήνες δεν ξαναήπιαμε καφέ μαζί.
Αλλά ένα απόγευμα της επόμενης άνοιξης τη συνάντησα στην είσοδο.
Κρατούσε δύο σακούλες από το σούπερ μάρκετ.
«Πώς είναι η Νεφέλη;» με ρώτησε.
«Δίνει πανελλήνιες.»
«Θέλει ακόμα Ψυχολογία;»
Χαμογέλασα.
«Τώρα θέλει Νομική. Νομίζω ότι επηρεάστηκε από όλη αυτή την ιστορία.»
Η Άννα γέλασε.
Μετά έγινε σοβαρή.
«Ελένη…»
«Ξέρω.»
«Όχι, δεν ξέρεις τι θέλω να πω.»
Περίμενα.
«Εκείνη την Κυριακή φοβόμουν πολύ να ανέβω.»
«Κι όμως ανέβηκες.»
«Γιατί πριν μπω, άκουσα τη Νεφέλη να φωνάζει από μέσα.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Και σκέφτηκα τη δική μου κόρη. Αν κάποιος ήξερε ότι της είχαν πάρει κάτι που της ανήκε, θα ήθελα να της το πει.»
Έγνεψα.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πραγματικά γιατί είχε χτυπήσει το κουδούνι.
Έναν χρόνο μετά, η Νεφέλη πέρασε στη Νομική Θεσσαλονίκης.
Τα χρήματα για τις σπουδές της δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ πλήρως.
Δούλεψα περισσότερες ώρες.
Οι γονείς μου βοήθησαν.
Η ίδια έπιασε δουλειά τα καλοκαίρια.
Δεν ήταν το μέλλον που της είχαμε σχεδιάσει όταν ανοίγαμε εκείνον τον λογαριασμό δεκαεπτά χρόνια νωρίτερα.
Αλλά ήταν δικό της.
Την ημέρα που έφυγε για Θεσσαλονίκη, ο Στέλιος ήρθε στον σταθμό Λαρίσης.
Στεκόταν λίγο πιο πέρα, κρατώντας έναν φάκελο.
Τον έδωσε στη Νεφέλη.
Εκείνη τον άνοιξε μέσα στο τρένο.
Είχε μέσα πέντε χιλιάδες ευρώ.
Ό,τι είχε καταφέρει να μαζέψει πουλώντας το μερίδιό του από ένα μικρό χωράφι του πατέρα του στην Εύβοια.
Υπήρχε και ένα χαρτί.
Η Νεφέλη το διάβασε χωρίς να μιλά.
Μετά μου το έδωσε.
Έγραφε μόνο:
«Δεν μπορώ να σου επιστρέψω την εμπιστοσύνη που πήρα. Μπορώ μόνο να σταματήσω να σου χρωστάω ψέματα.»
Κοίταξα τον Στέλιο από το παράθυρο.
Δεν περίμενε συγχώρεση.
Δεν κουνούσε το χέρι.
Απλώς στεκόταν στην αποβάθρα.
Η Νεφέλη δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στην τσάντα της.
«Θα τον συγχωρήσεις;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Όχι σήμερα.»
Το τρένο άρχισε να κινείται.
Και τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα καταλάβει εκείνη την Κυριακή, όταν ο άντρας μου είχε ανακοινώσει μπροστά σε όλους ότι με άφηνε για τη γειτόνισσα.
Η προδοσία δεν ήταν ότι ήθελε κάποια άλλη.
Δεν υπήρχε άλλη.
Η πραγματική προδοσία ήταν ότι, για να σώσει τα λάθη του, είχε αποφασίσει πως μπορούσε να θυσιάσει πρώτα τις οικονομίες μας, μετά το σπίτι μας, ύστερα την αξιοπρέπειά μου και στο τέλος ακόμη και το όνομα μιας αθώας γυναίκας.
Κι όμως, το πιο παράξενο ήταν πως εκείνη που θεωρούσα για λίγα λεπτά εχθρό μου ήταν τελικά ο άνθρωπος που ανέβηκε έναν όροφο για να μου πει την αλήθεια.