Ο σύζυγός μου παραπονιόταν χρόνια για τη θορυβώδη γειτόνισσα και απαιτούσε να πουλήσουμε το διαμέρισμα. Όταν τελικά πήγα να της ζητήσω τον λόγο, με ρώτησε: «Και σε εσάς είπε ότι δουλεύει τα βράδια;»

by Impress story
722 views

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από εκείνο το βράδυ δεν είναι η φωνή της γειτόνισσας. Είναι το πρόσωπο του άντρα μου όταν άκουσε το όνομά της.

Ο Μάριος είχε μόλις αφήσει τα κλειδιά του πάνω στον πάγκο της κουζίνας, όταν του είπα ότι είχα αποφασίσει να ανέβω στον τέταρτο όροφο και να μιλήσω επιτέλους με την κυρία που, σύμφωνα με εκείνον, είχε κάνει τη ζωή μας κόλαση.

Σταμάτησε απότομα.

—Τώρα;

—Ναι, τώρα.

—Άσ’ το, Ελένη. Δεν έχει νόημα.

Αυτό ήταν περίεργο. Για σχεδόν τρία χρόνια ο Μάριος δεν μιλούσε για τίποτε άλλο.

Το διαμέρισμά μας βρισκόταν σε μια παλιά πολυκατοικία στο Παγκράτι, λίγο πιο πάνω από την Υμηττού. Το είχαμε αγοράσει όταν γεννήθηκε η κόρη μας, η Νεφέλη. Ήταν μικρό, αλλά φωτεινό, με δύο υπνοδωμάτια, μωσαϊκό στην κουζίνα και ένα μπαλκόνι από όπου, αν έσκυβες αρκετά, έβλεπες μια λωρίδα του Λυκαβηττού.

Στην αρχή ήμασταν ευτυχισμένοι εκεί.

Μετά εμφανίστηκε η «θορυβώδης γειτόνισσα».

Τουλάχιστον έτσι την αποκαλούσε ο Μάριος.

Η γυναίκα λεγόταν Δανάη Καρρά και έμενε ακριβώς πάνω από εμάς. Ήταν γύρω στα σαράντα, ίσως λίγο μεγαλύτερη από εμένα, και δούλευε, απ’ όσο ήξερα, σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο κοντά στο Σύνταγμα.

Δεν την είχα γνωρίσει ποτέ πραγματικά.

Ένα «καλημέρα» στο ασανσέρ.

Ένα νεύμα στην είσοδο.

Τίποτε περισσότερο.

Ο Μάριος, όμως, την παρουσίαζε σχεδόν σαν εφιάλτη.

—Πάλι γύριζε έπιπλα στις δύο το πρωί.

—Πάλι άκουσα τακούνια πάνω από το κεφάλι μου.

—Χθες είχε κόσμο μέχρι τις τρεις.

—Δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να φύγουμε από εδώ.

Παράξενο ήταν ότι εγώ σχεδόν ποτέ δεν άκουγα τίποτα.

Ο Μάριος είχε έτοιμη εξήγηση.

—Εσύ κοιμάσαι σαν πέτρα.

Ίσως να είχε δίκιο. Δούλευα σε φαρμακείο στο Κουκάκι και ξυπνούσα στις έξι και μισή. Τα βράδια, αφού έβαζα τη Νεφέλη για ύπνο, συνήθως αποκοιμιόμουν στον καναπέ.

Ο Μάριος εργαζόταν ως τεχνικός συστημάτων ασφαλείας και πολλές φορές είχε νυχτερινές βάρδιες.

Τουλάχιστον έτσι πίστευα.

Τα τελευταία δύο χρόνια, οι νύχτες του είχαν γίνει όλο και περισσότερες.

—Έχουμε εγκατάσταση σε ξενοδοχείο.

—Χάλασε συναγερμός σε αποθήκη στον Ρέντη.

—Έχουμε συντήρηση μετά το κλείσιμο καταστήματος.

Δεν είχα λόγο να τον αμφισβητήσω.

Ήμασταν παντρεμένοι έντεκα χρόνια.

Δεν ήταν τέλειος, αλλά ποιος είναι;

Μόνο που εκείνη την άνοιξη κάτι άλλαξε.

Ο Μάριος άρχισε να πιέζει πραγματικά να πουλήσουμε το σπίτι.

—Οι τιμές έχουν ανέβει. Είναι ευκαιρία.

—Και πού θα πάμε;

—Γλυφάδα ίσως. Ή Χαλάνδρι.

Γέλασα.

—Με τι λεφτά;

Δεν γέλασε.

Είχε ήδη καλέσει μεσίτη.

Το έμαθα όταν γύρισα ένα μεσημέρι νωρίτερα και βρήκα έναν άγνωστο άντρα να φωτογραφίζει το σαλόνι.

—Τι γίνεται εδώ;

Ο Μάριος χαμογέλασε αμήχανα.

—Απλώς θέλω να ξέρουμε πόσο πιάνει.

Εκείνο το βράδυ μαλώσαμε άσχημα.

—Δεν πουλάς ένα σπίτι επειδή μια γειτόνισσα φοράει τακούνια!

📖 Αν θέλετε να μάθετε τι κρυβόταν πραγματικά πίσω από αυτές τις νυχτερινές «βάρδιες», η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

—Δεν καταλαβαίνεις τι περνάω εδώ μέσα.

—Τότε να μιλήσουμε μαζί της.

Και τότε έγινε κάτι που μου φάνηκε περίεργο.

Ο Μάριος πανικοβλήθηκε.

—Όχι.

—Γιατί όχι;

—Γιατί είναι τρελή.

—Την έχεις αντιμετωπίσει;

—Πολλές φορές.

—Και τι σου είπε;

Κοντοστάθηκε.

—Ότι θα κάνει ό,τι θέλει μέσα στο σπίτι της.

Δεν επέμεινα.

Μέχρι εκείνο το Σάββατο.

Η Νεφέλη κοιμόταν στη μητέρα μου στον Βύρωνα κι εγώ είχα επιτέλους μια ήσυχη βραδιά. Ο Μάριος έπρεπε, φυσικά, να δουλέψει νύχτα.

Στις έντεκα παρά τέταρτο έφυγε.

Στις έντεκα και δέκα ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος από πάνω.

Ένα χτύπημα.

Μετά βήματα.

Μετά κάτι σαν καρέκλα που σύρθηκε.

Έμεινα ακίνητη στο σαλόνι.

«Άρα είχε δίκιο», σκέφτηκα.

Άκουσα πάλι βήματα.

Για πρώτη φορά ένιωσα θυμό με τη Δανάη.

Πήρα τα κλειδιά και ανέβηκα.

Χτύπησα το κουδούνι.

Δεν άνοιξε αμέσως.

Χτύπησα δεύτερη φορά.

Η πόρτα άνοιξε και η Δανάη εμφανίστηκε φορώντας γκρι φόρμα και ένα φαρδύ λευκό μπλουζάκι. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα πίσω.

—Ναι;

—Συγγνώμη που έρχομαι τέτοια ώρα, αλλά πρέπει να μιλήσουμε.

Με κοίταξε προσεκτικά.

—Είστε η γυναίκα του Μάριου.

Δεν ήταν ερώτηση.

—Ναι.

Το πρόσωπό της άλλαξε.

Δεν φάνηκε θυμωμένη.

Φάνηκε φοβισμένη.

—Περάστε.

Δεν περίμενα αυτή την αντίδραση.

Μπήκα.

Το διαμέρισμα ήταν σχεδόν άδειο. Κανένα πάρτι. Καμία μουσική. Μόνο μια τηλεόραση χαμηλωμένη και μια κούπα τσάι στο τραπεζάκι.

—Ήρθα για τον θόρυβο.

Η Δανάη με κοίταξε σαν να μην κατάλαβε.

—Ποιον θόρυβο;

—Ο άντρας μου λέει ότι εδώ και χρόνια κάνετε φασαρία τις νύχτες.

Η σιωπή που ακολούθησε με έκανε να νιώσω άβολα.

—Χρόνια;

—Ναι.

Κάθισε αργά στην πολυθρόνα.

—Και σε εσάς είπε ότι δουλεύει τα βράδια;

Ένιωσα σαν κάποιος να είχε τραβήξει το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου.

—Τι εννοείτε;

Δεν απάντησε αμέσως.

—Καθίστε.

—Δεν θέλω να καθίσω. Θέλω να μου πείτε τι εννοείτε.

Η Δανάη πήρε μια βαθιά ανάσα.

—Ο Μάριος έρχεται εδώ.

Δεν κατάλαβα.

Ή μάλλον κατάλαβα, αλλά ο εγκέφαλός μου αρνήθηκε να δεχτεί τη φράση.

—Εδώ πού;

Με κοίταξε.

—Στο διαμέρισμά μου.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να μιλήσω.

Η Δανάη σηκώθηκε.

—Δεν είναι αυτό που νομίζετε.

Γέλασα χωρίς χιούμορ.

—Αυτή είναι πάντα η πρώτη πρόταση όταν είναι ακριβώς αυτό που νομίζεσαι.

—Δεν είχα σχέση με τον άντρα σας.

—Τότε γιατί ερχόταν εδώ;

Πήγε προς ένα ντουλάπι και έβγαλε έναν μπλε φάκελο.

—Καθίστε, σας παρακαλώ.

Δεν κάθισα.

Άνοιξε τον φάκελο.

Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.

Στην πρώτη ήταν ο Μάριος μαζί με έναν ηλικιωμένο άντρα που δεν είχα ξαναδεί.

Στη δεύτερη, ο ίδιος άντρας καθόταν στο τραπέζι της Δανάης.

Στην τρίτη, ο Μάριος κρατούσε ένα παλιό μεταλλικό κουτί.

—Ποιος είναι αυτός;

—Ο πατέρας μου.

—Γιατί συναντούσε τον πατέρα σας;

Η Δανάη με κοίταξε ίσια στα μάτια.

—Γιατί ο πατέρας μου γνώριζε τον δικό του.

Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο παράλογη.

—Ο πατέρας του Μάριου πέθανε όταν ήταν δεκαεννιά.

—Αυτό σας είπε;

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

—Τι εννοείτε;

Η Δανάη άνοιξε ένα συρτάρι και μου έδωσε ένα αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης θανάτου.

Το όνομα ήταν σωστό.

Στέφανος Μανιάτης.

Αλλά η ημερομηνία θανάτου ήταν πριν από μόλις οκτώ μήνες.

—Αυτό δεν γίνεται.

—Ο πεθερός σας ζούσε μέχρι πέρσι.

Έπιασα το χαρτί με τα δύο χέρια.

Ο Μάριος μού είχε διηγηθεί εκατοντάδες φορές πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Μου είχε πει ότι η μητέρα του, η κυρία Ρένα, είχε μεγαλώσει μόνη δύο παιδιά.

Είχα πάει μαζί του στο «πατρικό χωριό» έξω από τη Λαμία.

Είχα αφήσει λουλούδια στον υποτιθέμενο τάφο του πατέρα του.

—Γιατί να πει ψέματα για κάτι τέτοιο;

Η Δανάη χαμήλωσε το βλέμμα.

—Γιατί ο πατέρας του δεν ήταν νεκρός. Ήταν στη φυλακή.

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

—Για ποιο πράγμα;

—Υπεξαίρεση. Πλαστογραφία. Και αργότερα απάτη.

Η Δανάη μου εξήγησε ότι ο δικός της πατέρας, ο Αντώνης Καρράς, είχε συνεταιριστεί πριν από δεκαετίες με τον Στέφανο Μανιάτη σε μια μικρή κατασκευαστική εταιρεία.

Η εταιρεία είχε καταρρεύσει.

Ο Στέφανος είχε καταδικαστεί επειδή είχε χρησιμοποιήσει πλαστά έγγραφα και είχε μεταφέρει χρήματα από λογαριασμούς πελατών.

Ο πατέρας της Δανάης είχε χάσει σχεδόν τα πάντα.

—Ο Μάριος εμφανίστηκε πριν από περίπου τρία χρόνια.

—Γιατί;

—Έψαχνε κάποια έγγραφα.

—Τι έγγραφα;

—Αποδείξεις ότι υπήρχε ένα ακίνητο που είχε αγοραστεί με χρήματα της παλιάς εταιρείας.

Ένιωσα τα χέρια μου να κρυώνουν.

—Τι ακίνητο;

Η Δανάη δεν απάντησε αμέσως.

Μετά κοίταξε προς το πάτωμα.

Και τότε κατάλαβα.

—Αυτό το διαμέρισμα;

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

—Όχι το δικό μου.

Έδειξε προς τα κάτω.

—Το δικό σας.

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα μικρό γέλιο.

Ήταν τόσο παράλογο που σχεδόν ήθελα να γελάσω.

Το διαμέρισμα το είχαμε αγοράσει με στεγαστικό δάνειο. Υπήρχαν συμβόλαια, τράπεζα, συμβολαιογράφος.

—Αυτό αποκλείεται.

—Το σημερινό συμβόλαιο είναι νόμιμο. Το πρόβλημα βρίσκεται στο προηγούμενο ιστορικό του ακινήτου.

Η Δανάη μου εξήγησε ότι το διαμέρισμα είχε αλλάξει ιδιοκτήτες αρκετές φορές.

Ο Στέφανος είχε αγοράσει αρχικά ολόκληρο τον τρίτο όροφο μέσω τρίτου προσώπου, χρησιμοποιώντας χρήματα που φέρονταν να είχαν αφαιρεθεί από την εταιρεία.

Χρόνια αργότερα, το ακίνητο πέρασε σε άλλους ιδιοκτήτες και τελικά κατέληξε στην αγορά.

—Ο Μάριος φοβόταν ότι ο πατέρας μου θα ξεκινούσε δικαστική διαδικασία.

—Και γι’ αυτό ήθελε να πουλήσουμε;

—Ακριβώς.

Όλα άρχισαν να αποκτούν τρομακτική λογική.

Οι νυχτερινές βάρδιες.

Η εμμονή με την πώληση.

Η απαγόρευση να μιλήσω μαζί της.

—Και οι θόρυβοι;

Η Δανάη κοίταξε προς το ταβάνι.

—Ο Μάριος ερχόταν συνήθως όταν ήξερε ότι κοιμόσασταν. Μιλούσε με τον πατέρα μου. Μερικές φορές καβγάδιζαν.

—Ο πατέρας σας ζει εδώ;

—Έμενε εδώ μέχρι πριν από τέσσερις μήνες.

—Και τώρα;

—Σε μονάδα αποκατάστασης. Έπαθε εγκεφαλικό.

Ένιωσα ξαφνικά ναυτία.

—Γιατί δεν μου είπατε τίποτα;

Η Δανάη χαμογέλασε πικρά.

—Επειδή ο άντρας σας με παρακάλεσε. Μου είπε ότι αν μάθετε την αλήθεια, θα διαλυθεί η οικογένειά σας.

—Κι εσείς τον πιστέψατε;

—Στην αρχή.

—Και μετά;

Το βλέμμα της σκοτείνιασε.

—Μετά κατάλαβα ότι δεν προσπαθούσε να προστατεύσει εσάς.

Σήκωσα το κεφάλι.

—Τι προσπαθούσε να προστατεύσει;

—Τα χρήματα.

Δεν είπα τίποτα.

Η Δανάη άνοιξε ξανά τον φάκελο.

Αυτή τη φορά έβγαλε φωτοτυπίες από τραπεζικές κινήσεις.

—Τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες ο Μάριος προσπάθησε να πείσει τον πατέρα μου να υπογράψει ότι δεν είχε ποτέ οικονομικές απαιτήσεις από την παλιά εταιρεία.

—Γιατί;

—Γιατί υπάρχει ένας λογαριασμός που δεν έκλεισε ποτέ.

—Τι λογαριασμός;

—Στην Ελβετία.

Κοίταξα τα χαρτιά χωρίς να καταλαβαίνω αριθμούς και κωδικούς.

—Και τι σχέση έχει ο Μάριος;

—Ο πατέρας του τού άφησε στοιχεία πρόσβασης πριν πεθάνει.

Η Δανάη σταμάτησε.

—Μιλάμε για περίπου διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ.

Ένιωσα τα πόδια μου να λυγίζουν.

Αυτή τη φορά κάθισα.

Ο άντρας μου, που γκρίνιαζε όταν έδινα τριάντα ευρώ παραπάνω στο σούπερ μάρκετ, γνώριζε ότι υπήρχαν σχεδόν τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.

Και δεν μου είχε πει τίποτα.

—Δεν μπορούσε απλώς να τα πάρει;

—Όχι. Υπήρχαν εκκρεμότητες σχετικά με την προέλευση των χρημάτων. Ο πατέρας μου είχε έγγραφα που αποδείκνυαν ότι μεγάλο μέρος τους ανήκε στην εταιρεία.

Τότε θυμήθηκα κάτι.

Δύο εβδομάδες νωρίτερα, ο Μάριος μού είχε ζητήσει να υπογράψω ένα πληρεξούσιο.

«Για το μεσιτικό», είχε πει.

Δεν είχα υπογράψει.

—Θέλει να πουλήσουμε γρήγορα το σπίτι.

Η Δανάη έγνεψε.

—Και να φύγει.

—Να φύγει πού;

Δεν πρόλαβε να απαντήσει.

Το κινητό μου χτύπησε.

Μάριος.

Κοιταχτήκαμε.

—Απαντήστε, είπε η Δανάη.

Πάτησα το πράσινο κουμπί.

—Πού είσαι;

Η φωνή του ήταν παράξενα ήρεμη.

—Στο σπίτι.

—Μην μου λες ψέματα.

Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου.

—Γιατί;

—Γιατί στέκομαι έξω από την πόρτα της Δανάης.

Ακούστηκαν τρία δυνατά χτυπήματα.

Η Δανάη χλώμιασε.

Ο Μάριος ξαναχτύπησε.

—Ελένη, άνοιξε.

Πήγα προς την πόρτα.

Η Δανάη με έπιασε από το χέρι.

—Μην ανοίξετε.

—Είναι ο άντρας μου.

—Το ξέρω.

—Δεν πρόκειται να μας κάνει τίποτα.

Η Δανάη ψιθύρισε:

—Δεν φοβάμαι ότι θα μας χτυπήσει.

—Τότε;

—Φοβάμαι ότι θα πάρει αυτό που ήρθε να πάρει.

Έδειξε τον μπλε φάκελο.

Από έξω ακούστηκε η φωνή του.

—Ξέρω ότι σου τα είπε.

Άνοιξα τελικά την πόρτα.

Ο Μάριος στεκόταν στον διάδρομο.

Δεν έμοιαζε θυμωμένος.

Έμοιαζε εξαντλημένος.

—Πάμε σπίτι.

—Γιατί μου είπες ότι ο πατέρας σου ήταν νεκρός;

Έκλεισε τα μάτια.

—Δεν θέλω να το κάνουμε εδώ.

—Γιατί μου έλεγες ότι η Δανάη κάνει θόρυβο;

—Ελένη…

—Γιατί θέλεις τόσο πολύ να πουλήσουμε;

Με κοίταξε και για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη απάντηση.

Η Δανάη άφησε τον φάκελο στο τραπέζι.

Ο Μάριος τον είδε.

—Δεν είχες δικαίωμα, είπε.

—Ούτε εσύ είχες δικαίωμα να με χρησιμοποιείς τρία χρόνια σαν κρυψώνα, απάντησε εκείνη.

—Τι κρύβεις πραγματικά; τον ρώτησα.

Ο Μάριος κάθισε.

Και τότε άρχισε να μιλά.

Ο πατέρας του δεν ήταν απλώς ένας απατεώνας.

Ήταν ένας άνθρωπος που είχε καταστρέψει οικονομικά δεκάδες οικογένειες, ανάμεσά τους και την οικογένεια της Δανάης.

Η μητέρα του Μάριου είχε αλλάξει επίθετο στα παιδιά της μετά την καταδίκη για να μην κουβαλούν το σκάνδαλο.

Όταν γνώρισε εμένα, ο Μάριος φοβήθηκε να πει την αλήθεια.

Και μετά κάθε χρόνος έκανε το ψέμα πιο δύσκολο να διορθωθεί.

—Και τα χρήματα;

Ο Μάριος κοίταξε τα χέρια του.

—Ήθελα να τα επιστρέψω.

Η Δανάη γέλασε ειρωνικά.

—Ψέματα.

Ο Μάριος γύρισε προς εκείνη.

—Στην αρχή ναι.

—Και μετά;

Έμεινε σιωπηλός.

Η απάντηση ήταν αρκετή.

—Ήθελες τα χρήματα για σένα, είπα.

—Ήθελα να ξεκινήσουμε από την αρχή.

—Με κλεμμένα λεφτά;

—Δεν τα έκλεψα εγώ.

Η φράση αυτή ήταν χειρότερη από οποιαδήποτε ομολογία.

Τον κοίταξα και ξαφνικά ένιωσα ότι έβλεπα έναν άγνωστο.

—Και το σπίτι;

—Δεν υπάρχει κίνδυνος να το χάσουμε.

—Τότε γιατί ήθελες να το πουλήσεις;

Κατέβασε το κεφάλι.

—Επειδή είχα βρει αγοραστή.

—Και;

—Θα έπαιρνα το δικό μου μερίδιο από την πώληση.

—Το δικό σου;

Η φωνή μου ανέβηκε.

Το σπίτι ήταν στο όνομά μας από κοινού.

—Και μετά τι; Θα έφευγες;

Δεν απάντησε.

Η Δανάη γύρισε προς το παράθυρο.

—Υπάρχει κάποια άλλη; ρώτησα.

Ο Μάριος κούνησε το κεφάλι.

—Όχι.

—Τότε γιατί θα έφευγες;

Με κοίταξε.

Και τότε είπε κάτι που δεν περίμενα.

—Γιατί χρωστάω.

—Πόσα;

—Περισσότερα απ’ όσα μπορώ να πληρώσω.

Ο Μάριος είχε μπει τα τελευταία δύο χρόνια σε ηλεκτρονικό τζόγο.

Στην αρχή μικρά ποσά.

Μετά δάνεια.

Μετά χρήματα από πιστωτικές.

Μετά χρήματα που είχε δανειστεί από φίλους και συνεργάτες.

Το ποσό είχε φτάσει σχεδόν τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ.

—Γι’ αυτό ήθελες τον λογαριασμό του πατέρα σου;

Έγνεψε.

—Και αν δεν μπορούσες να πάρεις τα χρήματα;

—Θα πουλούσαμε το σπίτι.

«Θα πουλούσαμε».

Σαν να ήταν κοινή μας απόφαση.

Σηκώθηκα.

—Δεν θα πουλήσουμε τίποτα.

—Ελένη…

—Και αύριο θα μου δείξεις όλους τους λογαριασμούς σου.

—Μπορούμε να το λύσουμε.

—Όχι. Εσύ θα το λύσεις.

Γύρισα προς τη Δανάη.

—Συγγνώμη.

Με κοίταξε έκπληκτη.

—Για τι;

—Γιατί ανέβηκα εδώ πιστεύοντας ότι εσύ είσαι το πρόβλημά μας.

Χαμογέλασε λυπημένα.

—Ακούγεται συχνά πιο εύκολα ο θόρυβος από το διπλανό σπίτι παρά αυτός που γίνεται μέσα στο δικό μας.

Την επόμενη εβδομάδα άρχισε μια διαδικασία που κράτησε μήνες.

Ο Μάριος παραδέχτηκε τα χρέη στην οικογένειά του.

Πούλησε το αυτοκίνητό του.

Έκλεισε τους λογαριασμούς στις στοιχηματικές πλατφόρμες.

Ξεκίνησε θεραπεία για τον εθισμό στον τζόγο.

Εγώ δεν τον συγχώρησα.

Τουλάχιστον όχι τότε.

Έφυγε από το σπίτι και πήγε προσωρινά στη μητέρα του.

Το διαμέρισμα δεν πουλήθηκε.

Με τη βοήθεια δικηγόρων, η υπόθεση των παλιών χρημάτων της εταιρείας εξετάστηκε ξανά. Αποδείχθηκε τελικά ότι μεγάλο μέρος του ποσού μπορούσε να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους και στους κληρονόμους τους.

Ο Μάριος δεν πήρε τίποτα.

Δεν το αμφισβήτησε.

Έναν χρόνο αργότερα βρέθηκα τυχαία με τη Δανάη στο ασανσέρ.

Κρατούσε δύο σακούλες από το σούπερ μάρκετ.

—Ακόμα κάνω πολύ θόρυβο; με ρώτησε χαμογελώντας.

Γέλασα.

—Τελικά μάλλον εγώ κοιμόμουν σαν πέτρα.

Μου είπε ότι ο πατέρας της είχε βελτιωθεί και είχε επιστρέψει σπίτι.

Όταν βγήκαμε στην είσοδο, είδαμε τον Μάριο απέναντι από τον δρόμο.

Είχε έρθει να πάρει τη Νεφέλη για το Σαββατοκύριακο.

Είχε αλλάξει πολύ.

Πιο αδύνατος.

Πιο ήσυχος.

Δεν είχαμε ξαναγίνει ζευγάρι.

Αλλά είχε μείνει εννέα μήνες χωρίς να παίξει ούτε ένα ευρώ.

Δούλευε κανονικά και πλήρωνε τα χρέη του κάθε μήνα.

Δεν ήξερα αν κάποτε θα μπορούσα να τον εμπιστευτώ ξανά.

Ήξερα όμως κάτι άλλο.

Εκείνο το βράδυ είχα ανέβει έναν όροφο έτοιμη να κατηγορήσω μια άγνωστη γυναίκα για όλους τους θορύβους που πίστευα ότι κατέστρεφαν το σπίτι μου.

Και τελικά ανακάλυψα ότι η πιο επικίνδυνη σιωπή βρισκόταν για χρόνια δίπλα μου, στο ίδιο κρεβάτι.

Το παράξενο είναι ότι σήμερα ακούω πράγματι καμιά φορά τη Δανάη να μετακινεί μια καρέκλα αργά το βράδυ.

Δεν με ενοχλεί.

Αντίθετα, κάθε φορά που ακούγεται εκείνο το μικρό τρίξιμο πάνω από το κεφάλι μου, θυμάμαι πόσο εύκολα μπορούμε να ψάχνουμε τον ένοχο πίσω από τον τοίχο, όταν η αλήθεια κάθεται ήδη στο ίδιο τραπέζι μαζί μας.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More