Ο γείτονας έβαλε κάμερα απέναντι από την πόρτα μας και ο άντρας μου πήγε να τον χτυπήσει. Νόμιζα πως ήταν ένας συνηθισμένος καβγάς — μέχρι που ο γείτονας ανέφερε τις ώρες της καταγραφής που ο άντρας μου απαιτούσε να διαγράψει.

by Impress story
829 views

Το πρώτο πράγμα που άκουσα ήταν η φωνή του άντρα μου στο κλιμακοστάσιο.

Όχι απλώς δυνατή.

Αγριεμένη.

Άνοιξα την πόρτα και τον είδα να κατεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά προς τον δεύτερο όροφο, με τις γροθιές σφιγμένες και το πρόσωπό του κατακόκκινο.

— Μάριε!

Δεν γύρισε καν.

Απέναντι από το διαμέρισμα του κυρίου Στέλιου υπήρχε μια μικρή μαύρη κάμερα, στερεωμένη ψηλά στον τοίχο. Έδειχνε σχεδόν προς την πόρτα μας.

Την είχα προσέξει το πρωί, όταν έφευγα για το φαρμακείο όπου δούλευα, αλλά δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Στην πολυκατοικία μας, στα Πατήσια, είχαμε δύο κλοπές σε αποθήκες μέσα σε έναν μήνα. Ο Στέλιος, συνταξιούχος λογιστής και μόνιμα καχύποπτος, είχε ήδη παραπονεθεί τρεις φορές ότι κάποιος πείραζε το μηχανάκι του γιου του.

Όταν έφτασα στο πλατύσκαλο, ο Μάριος είχε ήδη κολλήσει τον Στέλιο στον τοίχο.

— Θα τη βγάλεις τώρα.

— Τράβα τα χέρια σου από πάνω μου.

— Σου είπα να τη βγάλεις!

Τον έπιασα από το μπράτσο.

— Τι κάνεις; Τρελάθηκες;

Ο Στέλιος ίσιωσε το πουκάμισό του.

— Η γυναίκα σου έχει περισσότερο μυαλό από σένα.

Ο Μάριος έκανε ξανά ένα βήμα μπροστά.

— Μη με προκαλείς.

— Εσύ ήρθες στην πόρτα μου.

— Έχεις κάμερα που γράφει τη δική μου πόρτα.

Ο Στέλιος έδειξε προς τα πάνω.

— Γράφει το κοινόχρηστο. Και την είσοδο της σκάλας. Αν φαίνεται η πόρτα σου στην άκρη, δεν μπορώ να εξαφανίσω τον τοίχο.

— Θα τη μετακινήσεις.

— Θα το συζητήσουμε με τον διαχειριστή.

Ο Μάριος χτύπησε με την παλάμη τον τοίχο.

— Δεν θέλω διαχειριστή. Θέλω να σβήσεις τα αρχεία.

Εκεί κοίταξα τον άντρα μου για πρώτη φορά διαφορετικά.

Όχι γιατί ζητούσε να φύγει η κάμερα.

Αλλά γιατί μίλησε για τα αρχεία.

Ο Στέλιος το πρόσεξε κι αυτό.

— Ποια αρχεία, Μάριε;

Ο άντρας μου πάγωσε για μισό δευτερόλεπτο.

— Όλα.

Ο Στέλιος χαμογέλασε χωρίς καθόλου χιούμορ.

— Παράξενο. Πριν από δέκα λεπτά δεν ήθελες όλα.

— Στέλιο, σταμάτα — είπα.

Αλλά εκείνος κοίταζε μόνο τον Μάριο.

— Μου είπες συγκεκριμένα: Τρίτη, από τις έντεκα και είκοσι μέχρι τη μία παρά τέταρτο. Και Πέμπτη, από τις έξι και δέκα μέχρι τις επτά παρά πέντε.

Ένιωσα κάτι παγωμένο να κατεβαίνει στη ράχη μου.

Ο Μάριος άρπαξε ξανά τον Στέλιο από τον γιακά.

— Θα κλείσεις το στόμα σου.

Φώναξα τόσο δυνατά που βγήκε η κυρία Ελένη από το απέναντι διαμέρισμα.

— Τι γίνεται εδώ;

Ο Στέλιος έσπρωξε τον Μάριο.

— Ρώτα τον άντρα της γιατί τον νοιάζουν ακριβώς αυτές οι ώρες.

Ο Μάριος γύρισε προς εμένα.

— Μην τον ακούς. Είναι τρελός.

— Γιατί αυτές οι ώρες;

— Δανάη, πάμε πάνω.

— Γιατί αυτές οι ώρες;

Δεν απάντησε.

Και ξαφνικά, μέσα σε όλον τον θόρυβο, θυμήθηκα κάτι μικρό.

Την Τρίτη στις έντεκα και μισή το βράδυ, ο Μάριος μου είχε στείλει μήνυμα ότι βρισκόταν ακόμα στο συνεργείο του ξαδέλφου του στον Ρέντη.

Την Πέμπτη στις έξι και είκοσι, μου είχε πει ότι είχε συνάντηση με πελάτη στο Μαρούσι.

Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.

Ο Μάριος έπιασε το χέρι μου.

— Πάμε μέσα.

Το τράβηξα.

— Θέλω να δω τις καταγραφές.

Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.

— Δεν θα δεις τίποτα.

Ο Στέλιος είπε ήρεμα:

— Έλα σε δέκα λεπτά.

Ο Μάριος στράφηκε προς εκείνον σαν να επρόκειτο να τον χτυπήσει στ’ αλήθεια αυτή τη φορά.

Μπήκα ανάμεσά τους.

— Αν τον ακουμπήσεις, θα καλέσω εγώ την αστυνομία.

Ήμασταν παντρεμένοι εννιά χρόνια.

Δεν του είχα μιλήσει ποτέ έτσι.

Το κατάλαβε.

Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά ανέβηκε τα σκαλιά χωρίς να πει τίποτα.

Δεν τον ακολούθησα.

📹 Αυτό που έκρυβε η καταγραφή δεν ήταν αυτό που φανταζόμουν — η συνέχεια είναι στο πρώτο σχόλιο.

Δέκα λεπτά αργότερα καθόμουν στο μικρό σαλόνι του Στέλιου με ένα ποτήρι νερό που δεν είχα αγγίξει.

Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από τρία χρόνια. Το σπίτι μύριζε ελληνικό καφέ και έπιπλο γυαλισμένο με κερί. Στην τηλεόραση ήταν συνδεδεμένο το σύστημα της κάμερας.

— Θέλω να ξέρεις κάτι πριν το δεις — είπε.

— Τι;

— Δεν έβαλα την κάμερα για εσάς.

— Τότε γιατί ο Μάριος ήξερε ήδη τι γράφει;

Ο Στέλιος πήρε το τηλεχειριστήριο.

— Γιατί το πρωί κατέβηκε και με ρώτησε αν καταγράφει ή είναι ψεύτικη.

— Και του είπες;

— Του είπα ότι καταγράφει. Μετά από λίγο ξαναήρθε.

Έβαλε την καταγραφή της Τρίτης.

Στις 23:18 το πλατύσκαλο ήταν άδειο.

Στις 23:24 άνοιξε η πόρτα μας.

Βγήκε ο Μάριος.

Φορούσε τα ίδια ρούχα που είχε όταν έφυγα εκείνο το πρωί.

Άρα είχε γυρίσει σπίτι χωρίς να μου το πει.

Κοίταξε δεξιά κι αριστερά.

Μετά κατέβηκε έναν όροφο.

Περίμενε.

Στις 23:31 εμφανίστηκε μια γυναίκα.

Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω.

Ήταν γύρω στα σαράντα, με σκούρο παντελόνι, μπεζ καμπαρντίνα και μια μεγάλη υφασμάτινη τσάντα.

Δεν την αναγνώρισα.

Ο Μάριος της έκανε νόημα να πλησιάσει.

Δεν αγκαλιάστηκαν.

Δεν φιλήθηκαν.

Αυτό, για κάποιο λόγο, με μπέρδεψε περισσότερο.

Μπήκαν μαζί στο σπίτι μας.

Στις 00:47 βγήκε μόνη της.

Ο Μάριος στάθηκε στην πόρτα μέχρι να κατέβει.

— Ποια είναι;

— Δεν ξέρω.

— Με απατά.

Ο Στέλιος δεν απάντησε.

— Πες το.

— Δεν μπορώ να σου πω κάτι που δεν ξέρω.

Έβαλε την Πέμπτη.

Στις 18:14 εμφανίστηκε ξανά η ίδια γυναίκα.

Αυτή τη φορά κρατούσε έναν μπλε φάκελο.

Μπήκε στο σπίτι.

Στις 18:52 βγήκε.

Πίσω της στεκόταν ο Μάριος.

Και πριν κλείσει η πόρτα, η γυναίκα του είπε κάτι.

Δεν υπήρχε ήχος.

Όμως εκείνος ακούμπησε για λίγο το μέτωπό του στον τοίχο.

Σαν άνθρωπος εξαντλημένος.

Γύρισα σπίτι λίγο πριν τις οκτώ.

Ο Μάριος καθόταν στην κουζίνα.

Μπροστά του είχε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ.

— Το είδες;

— Ναι.

Έκλεισε τα μάτια.

— Ποια είναι;

— Δεν είναι αυτό που νομίζεις.

— Αυτή η φράση πρέπει να έχει καταστρέψει περισσότερους γάμους από την απιστία.

— Δεν σε απατάω.

— Τότε μίλα.

Σηκώθηκε.

— Δεν μπορώ ακόμα.

Γέλασα νευρικά.

— Μια άγνωστη γυναίκα μπαίνει στο σπίτι μας κρυφά δύο φορές, ενώ μου λες ότι βρίσκεσαι αλλού, και δεν μπορείς να μου πεις ποια είναι;

— Δεν είναι άγνωστη.

— Σε μένα είναι.

Σιώπησε.

— Τη γνωρίζω;

— Όχι.

— Ποια είναι;

Ο Μάριος πέρασε τα χέρια του από το πρόσωπό του.

— Δικηγόρος.

Αυτό δεν περίμενα να το ακούσω.

— Δικηγόρος;

— Ναι.

— Για ποιο πράγμα;

Πάλι σιωπή.

Και τότε φοβήθηκα αληθινά.

— Έκανες κάτι;

— Όχι.

— Χρωστάς;

— Όχι.

— Υπάρχει μήνυση;

— Όχι.

— Τότε γιατί έρχεται κρυφά στο σπίτι μας;

Ο Μάριος σηκώθηκε και πήγε στο υπνοδωμάτιο.

Γύρισε με έναν φάκελο.

Τον έβαλε μπροστά μου.

Επάνω έγραφε το όνομα του πατέρα του.

Νικόλαος Βέργης.

Ο πεθερός μου είχε πεθάνει πριν από έξι μήνες.

Ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Αυστηρός, απότομος, πεισματάρης. Είχε ένα μικρό μαγαζί με ανταλλακτικά αυτοκινήτων στον Κολωνό, το οποίο είχε κλείσει πριν πεθάνει.

Ο Μάριος δεν είχε καλή σχέση μαζί του τα τελευταία χρόνια.

— Τι είναι αυτό;

— Έγγραφα.

— Τι έγγραφα;

— Για τον πατέρα μου.

Άνοιξα τον φάκελο.

Υπήρχαν φωτοτυπίες, συμβολαιογραφικά έγγραφα, παλιές αποδείξεις, ένα χειρόγραφο σημείωμα.

Και ένα όνομα.

Εύα Παπαδάκη.

— Ποια είναι η Εύα;

Ο Μάριος κάθισε απέναντί μου.

— Η αδελφή μου.

Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.

— Δεν έχεις αδελφή.

— Έχω.

Ο πατέρας του, πολλά χρόνια πριν γνωρίσει τη μητέρα του Μάριου, είχε σχέση με μια γυναίκα από την Κρήτη που ζούσε τότε στην Αθήνα.

Η γυναίκα έμεινε έγκυος.

Ο Νίκος δεν παντρεύτηκε ποτέ τη μητέρα του παιδιού.

Η κόρη μεγάλωσε στο Ηράκλειο.

Ο Μάριος το είχε μάθει μόλις μετά τον θάνατο του πατέρα του, όταν ένας συμβολαιογράφος επικοινώνησε μαζί του.

— Γιατί δεν μου το είπες;

— Γιατί δεν ήξερα πώς.

— Εδώ και έξι μήνες;

— Όχι. Το έμαθα πριν από τρεις εβδομάδες.

Η δικηγόρος είχε αναλάβει να ελέγξει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό και κάποια χρήματα που ο πατέρας του είχε αφήσει σε λογαριασμό για την Εύα.

— Και γιατί στο σπίτι;

— Δεν ήθελα να το μάθει η μάνα μου.

Η πεθερά μου, η κυρία Κατερίνα, λάτρευε τον νεκρό σύζυγό της με έναν τρόπο σχεδόν θρησκευτικό.

Μετά τον θάνατό του μιλούσε συνεχώς για το πόσο «τίμιος άνθρωπος» ήταν.

— Και γιατί δεν ήθελες να το μάθω εγώ;

Ο Μάριος χαμήλωσε το βλέμμα.

— Γιατί υπήρχε κι άλλο.

Στο χειρόγραφο σημείωμα ο πεθερός μου είχε γράψει ότι ήθελε τα δύο παιδιά του να γνωριστούν.

Και υπήρχε κάτι ακόμα.

Ένα μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι.

Αξίας αρκετών χρημάτων.

Ο Νίκος το είχε αγοράσει χρόνια πριν στο όνομα μιας εταιρείας και τελικά το άφηνε στην Εύα.

Όχι στον Μάριο.

— Γι’ αυτό θύμωσες;

— Στην αρχή, ναι.

— Και μετά;

— Ντράπηκα που θύμωσα.

Για πρώτη φορά ο Μάριος έμοιαζε να καταρρέει.

— Εγώ είχα πατέρα. Εκείνη είχε έναν άντρα που της έστελνε λεφτά κρυφά και δεν πήγε ούτε μία φορά σε σχολική γιορτή. Και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι μου πήρε ένα διαμέρισμα.

Δεν ήξερα τι να πω.

— Τότε γιατί οι ώρες;

Ο Μάριος με κοίταξε.

— Η δικηγόρος έφερε εκείνες τις ώρες έγγραφα που αποδείκνυαν ότι η Εύα είναι παιδί του.

— Και;

— Είχα κανονίσει να έρθει η μάνα μου αύριο.

Κατάλαβα.

Φοβόταν μήπως η κάμερα είχε καταγράψει την Εύα.

— Δεν ήταν η δικηγόρος στην καταγραφή;

Ο Μάριος έμεινε σιωπηλός.

Και τότε κατάλαβα ότι ακόμα δεν μου είχε πει όλη την αλήθεια.

— Ποια ήταν η γυναίκα;

Το πρόσωπό του λύγισε.

— Η Εύα.

Έμεινα να τον κοιτάζω.

— Μου είπες ότι ήταν δικηγόρος.

— Η δικηγόρος ήρθε άλλη μέρα.

Σηκώθηκα απότομα.

— Άρα μου λες ψέματα ακόμα.

— Προσπαθούσα να προστατέψω τη μάνα μου.

— Όχι. Προσπαθούσες να ελέγξεις ποιος ξέρει τι.

Δεν κοιμηθήκαμε μαζί εκείνο το βράδυ.

Την επόμενη μέρα ήρθε η Κατερίνα.

Δεν της είπα τίποτα.

Ο Μάριος είχε αποφασίσει να μιλήσει.

Έβαλε μπροστά της τον φάκελο.

Η πεθερά μου διάβασε για αρκετά λεπτά.

Δεν έκλαψε.

Δεν φώναξε.

Απλώς είπε:

— Το ήξερα.

Ο Μάριος σηκώθηκε σχεδόν από την καρέκλα.

— Τι;

— Ήξερα για το παιδί.

Εγώ κι εκείνος την κοιτούσαμε άφωνοι.

— Από πότε;

— Από πριν γεννηθείς.

Ο Νίκος της είχε πει την αλήθεια πριν τον γάμο τους.

Της είχε πει ότι είχε μια κόρη στην Κρήτη και ότι θα τη βοηθούσε οικονομικά.

Η Κατερίνα είχε δεχτεί.

Με έναν όρο.

Να μην τη φέρει ποτέ στη δική τους οικογένεια.

Ο Μάριος άσπρισε.

— Δηλαδή ήξερες ότι έχω αδελφή;

— Ναι.

— Και δεν μου είπες ποτέ;

— Ήθελα να σε προστατέψω.

Ο Μάριος γέλασε πικρά.

— Όλοι σε αυτή την οικογένεια προστατεύουν τους άλλους με ψέματα.

Η Κατερίνα χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.

— Δεν ξέρεις τι λες.

Τότε της είπα για την Εύα.

Ότι είχε ήδη έρθει.

Ότι ο Μάριος την είχε γνωρίσει.

Η Κατερίνα γύρισε προς τον γιο της.

— Τη συνάντησες;

— Δύο φορές.

— Και δεν μου το είπες;

— Εσύ δεν μου το είπες σαράντα χρόνια.

Δεν είχε απάντηση.

Τρεις μέρες αργότερα, η Εύα ήρθε ξανά.

Αυτή τη φορά από την μπροστινή πόρτα.

Η Κατερίνα ήταν ήδη στο σαλόνι.

Όταν άνοιξα, είδα μια γυναίκα που έμοιαζε παράξενα με τον Μάριο γύρω από τα μάτια.

Μπήκε αργά.

Κρατούσε μόνο μια τσάντα.

Κανείς δεν ήξερε τι να πει.

Τελικά η Εύα κοίταξε την Κατερίνα.

— Δεν ήρθα για το σπίτι.

Η πεθερά μου απάντησε:

— Το ξέρω.

— Ούτε για λεφτά.

— Το ξέρω.

— Ήρθα γιατί ο πατέρας μου πέθανε και άφησε πίσω ανθρώπους που ξέρουν πράγματα για εκείνον που εγώ δεν θα μάθω ποτέ.

Η Κατερίνα κατέβασε τα μάτια.

Μετά είπε κάτι που δεν περίμενα.

— Κι εγώ έζησα μαζί του σαράντα δύο χρόνια και πάλι δεν ήξερα τα πάντα.

Εκείνο το απόγευμα δεν υπήρξαν αγκαλιές.

Δεν υπήρξε μαγική συμφιλίωση.

Υπήρξαν καφέδες που κρύωσαν, δύσκολες ερωτήσεις και μεγάλα διαστήματα σιωπής.

Η Εύα έφυγε μετά από δύο ώρες.

Πριν φύγει, η Κατερίνα της είπε:

— Αν ξανάρθεις στην Αθήνα, μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο.

Η Εύα απάντησε μόνο:

— Ίσως.

Για εκείνη την οικογένεια, το «ίσως» ήταν τεράστια πρόοδος.

Το ίδιο βράδυ ο Μάριος κατέβηκε στον Στέλιο.

Πήγα μαζί του.

Ο γείτονας άνοιξε την πόρτα και τον κοίταξε δύσπιστα.

— Ήρθες να με ξαναδείρεις;

— Όχι.

Ο Μάριος πήρε ανάσα.

— Ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη.

Ο Στέλιος σταύρωσε τα χέρια.

— Και για την κάμερα;

— Βάλ’ την λίγο πιο δεξιά.

Ο Στέλιος γέλασε.

— Αυτό μπορούσες να το ζητήσεις από την αρχή.

Η κάμερα μετακινήθηκε την επόμενη μέρα.

Οι επίμαχες καταγραφές διαγράφηκαν μπροστά μας.

Όχι επειδή ο Μάριος το απαίτησε.

Αλλά επειδή πλέον δεν υπήρχε τίποτα να κρύψει.

Μερικούς μήνες αργότερα, η Εύα ήρθε ξανά στην Αθήνα.

Αυτή τη φορά με την κόρη της.

Φάγαμε όλοι μαζί σε ένα μικρό μαγειρείο κοντά στην πλατεία Βικτωρίας.

Η Κατερίνα δεν ήταν άνετη.

Ο Μάριος επίσης όχι.

Αλλά κάθισαν στο ίδιο τραπέζι.

Καθώς επιστρέφαμε σπίτι, περάσαμε μπροστά από την κάμερα του Στέλιου.

Ο Μάριος κοίταξε ψηλά.

— Τελικά αυτή η χαζή κάμερα έκανε περισσότερα από όσα ήθελε ο Στέλιος.

— Παραλίγο να σου στοιχίσει μια μήνυση.

Χαμογέλασε.

Μετά σοβάρεψε.

— Και τον γάμο μας.

Δεν απάντησα αμέσως.

— Όχι η κάμερα.

Με κοίταξε.

— Τα ψέματα.

Σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα μας.

Για πρώτη φορά μετά από πολλές εβδομάδες, ο Μάριος δεν έψαξε να δει αν κάποιος μας παρακολουθούσε.

Και τότε κατάλαβα κάτι που κανένα σύστημα ασφαλείας δεν μπορούσε να καταγράψει: οι άνθρωποι δεν φοβούνται πάντα τις κάμερες επειδή έκαναν κάτι κακό.

Μερικές φορές τις φοβούνται επειδή μια μικρή, ψυχρή εικόνα μπορεί να δείξει ακριβώς τη στιγμή που ένα μυστικό παύει να τους ανήκει.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More