Τα τριακοστά πέμπτα γενέθλιά μου έμοιαζαν με το πιο όμορφο βράδυ της ζωής μου.
Το σπίτι ήταν γεμάτο φίλους, συγγενείς και συναδέλφους του συζύγου μου. Παντού υπήρχαν λουλούδια, μουσική και γέλια. Εγώ πίστευα πως ο Δημήτρης είχε οργανώσει αυτή τη γιορτή για να μου δείξει πόσο με αγαπούσε, μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου.
Όταν όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω από την τούρτα, εκείνος πήρε το μικρόφωνο.
«Θέλω να κάνω ένα ξεχωριστό δώρο στη γυναίκα μου», είπε χαμογελώντας.
Το δωμάτιο γέμισε χειροκροτήματα.
Μου έδωσε έναν λευκό φάκελο.
Χαμογέλασα, πιστεύοντας πως ήταν κάποιο ταξίδι ή μια έκπληξη.
Άνοιξα τον φάκελο.
Τα χέρια μου πάγωσαν.
Ήταν τα χαρτιά του διαζυγίου.
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
«Τι… είναι αυτό;» ψιθύρισα.
Ο Δημήτρης χαμογέλασε ψυχρά.
«Το καλύτερο δώρο είναι η ελευθερία. Για τους δυο μας.»
Κάποιοι γέλασαν αμήχανα, νομίζοντας πως ήταν αστείο.
Δεν ήταν.
Δίπλα του στεκόταν μια νεότερη γυναίκα. Ήταν η νέα διευθύντρια της εταιρείας του. Εκείνη πέρασε διακριτικά το χέρι της στον ώμο του.
«Ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε όλοι μπροστά», είπε εκείνος.

Η καρδιά μου διαλύθηκε.
Δεκαπέντε χρόνια.
Άφησα τη δική μου καριέρα για να στηρίξω τη δική του. Δούλευα νύχτες για να πληρώσουμε το πρώτο μας σπίτι. Στάθηκα δίπλα του όταν η επιχείρησή του χρεοκόπησε.
Και τώρα με διέγραφε από τη ζωή του μπροστά σε όλους.
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Απλώς υπέγραψε. Έτσι θα γλιτώσουμε χρόνο.»
Το σπίτι είχε βυθιστεί στη σιωπή.
Και τότε…
Ακούστηκε το κουδούνι.
Κανείς δεν περίμενε επισκέπτη.
Ο Δημήτρης εκνευρίστηκε.
«Ποιος είναι τέτοια ώρα;»
Η οικονόμος άνοιξε την πόρτα.
Στο κατώφλι στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος με σκούρο κοστούμι και μια δερμάτινη χαρτοφύλακα.
«Καλησπέρα. Ζητώ συγγνώμη για τη διακοπή. Αναζητώ την κυρία Ελένη Παπαδοπούλου.»
«Εγώ είμαι», απάντησα απορημένη.
Ο άντρας πλησίασε.
«Ονομάζομαι Ανδρέας Μανιάτης. Είμαι ο προσωπικός δικηγόρος του κυρίου Νικολάου Παπαδοπούλου, του πατέρα σας.»
Πάγωσα.
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν από τρεις μήνες.
Ο Δημήτρης αναστέναξε ενοχλημένος.
«Μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο;»
Ο δικηγόρος γύρισε και τον κοίταξε ήρεμα.
«Φοβάμαι πως όχι. Ο εκλιπών είχε δώσει ρητή εντολή να παραδώσω αυτά τα έγγραφα μόνο παρουσία όλων των μελών της οικογένειας, αν συνέβαινε αυτό που μόλις είδα.»
Ο Δημήτρης συνοφρυώθηκε.
«Τι εννοείτε;»
Ο δικηγόρος άνοιξε τον χαρτοφύλακα.
«Ο κύριος Παπαδόπουλος γνώριζε ότι η κόρη του κινδύνευε να προδοθεί. Για τον λόγο αυτό δημιούργησε μια ειδική διαθήκη.»
Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους.
«Η κυρία Ελένη κληρονομεί σήμερα το σύνολο της οικογενειακής εταιρείας, τρεις πολυκατοικίες, επενδυτικά κεφάλαια και το εξήντα τοις εκατό των μετοχών της εταιρείας όπου εργάζεται ο κύριος Δημήτρης.»
Ο Δημήτρης γέλασε.
«Αποκλείεται.»
Ο δικηγόρος του έδωσε έναν φάκελο.
«Υπάρχει και μία ακόμη λεπτομέρεια.»
Ο Δημήτρης τον άνοιξε.
Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
Η εταιρεία του είχε χρηματοδοτηθεί πριν από χρόνια από τον πατέρα μου.
Υπήρχε συμφωνία που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση διαζυγίου που θα ξεκινούσε ο ίδιος χωρίς αποδεδειγμένη αιτία, το μεγαλύτερο πακέτο μετοχών θα επέστρεφε αυτόματα στην οικογένειά μου.
Ουσιαστικά…
Είχε μόλις παραδώσει ο ίδιος τον έλεγχο της επιχείρησής του.
Η νεότερη σύντροφός του έκανε δύο βήματα πίσω.
«Δημήτρη… δεν μου το είχες πει αυτό.»
Εκείνος έμεινε άφωνος.
Γύρισε προς το μέρος μου.
«Ελένη… μπορούμε να το συζητήσουμε.»
Τον κοίταξα ήρεμα.
«Όχι. Εσύ διάλεξες να με ταπεινώσεις μπροστά σε όλους. Εγώ επιλέγω να φύγω με την αξιοπρέπειά μου.»
Πήρα τα χαρτιά του διαζυγίου.
Τα υπέγραψα χωρίς να διστάσω.
Έπειτα έκλεισα απαλά τον φάκελο με την κληρονομιά.
«Χρόνια πολλά σε μένα», είπα χαμογελώντας για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ.
Κανείς δεν μίλησε.
Γιατί όλοι είχαν καταλάβει πως η πιο ακριβή απώλεια του Δημήτρη δεν ήταν τα χρήματα.
Ήταν η γυναίκα που τον είχε στηρίξει όταν δεν είχε τίποτα.