Όταν η 27χρονη Ιωάννα εμφανίστηκε στο πλευρό του 80χρονου εφοπλιστή Αλέξανδρου Βαρδή, όλη η πόλη άρχισε να ψιθυρίζει.
«Τον παντρεύεται μόνο για τα λεφτά.»
«Δεν θα αντέξει ούτε έναν χρόνο.»
«Περιμένει απλώς να πεθάνει.»
Η Ιωάννα δεν απαντούσε ποτέ.
Χαμογελούσε ευγενικά, κρατούσε τον ηλικιωμένο άντρα της από το χέρι και συνέχιζε να παίζει τον ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου.
Ο Αλέξανδρος είχε αποκτήσει μια αμύθητη περιουσία.
Βίλες.
Ξενοδοχεία.
Μετοχές.
Επενδύσεις σε όλη την Ευρώπη.
Δεν είχε παιδιά και η πρώτη του σύζυγος είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια.
Όταν ανακοίνωσε ότι παντρεύεται μια γυναίκα πενήντα τρία χρόνια νεότερή του, ακόμη και οι πιο στενοί φίλοι του προσπάθησαν να τον μεταπείσουν.
«Σε εκμεταλλεύεται», του είπε ένας παλιός συνεργάτης.
Ο Αλέξανδρος απλώς χαμογέλασε.
«Ίσως.»
Δεν είπε τίποτε άλλο.
Μετά τον γάμο, η Ιωάννα άρχισε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν ήδη η μοναδική κληρονόμος.
Άλλαξε τη διακόσμηση της έπαυλης.
Παρήγγειλε πανάκριβα κοσμήματα.
Άρχισε να δίνει εντολές στο προσωπικό.
Μάλιστα, αρκετές φορές είπε μπροστά στους υπαλλήλους:

«Σύντομα όλα αυτά θα είναι δικά μου.»
Ο ηλικιωμένος άντρας της δεν τη διόρθωνε ποτέ.
Απλώς την παρατηρούσε.
Κάποιες φορές χαμογελούσε ανεπαίσθητα.
Οι συγγενείς του εξοργίζονταν.
Η ανιψιά του, η Ελένη, δεν άντεξε άλλο.
«Θείε, δεν βλέπεις τι κάνει;»
«Τα βλέπω όλα», απάντησε ήρεμα.
«Τότε γιατί δεν αντιδράς;»
«Γιατί κάθε άνθρωπος αποκαλύπτει μόνος του τον πραγματικό του χαρακτήρα, όταν πιστέψει ότι ήδη έχει νικήσει.»
Η Ελένη δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
Έξι μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος έφυγε ήρεμα από τη ζωή.
Η είδηση έκανε τον γύρο της χώρας.
Οι δημοσιογράφοι περίμεναν έξω από την έπαυλη.
Όλοι ήταν βέβαιοι πως η νεαρή χήρα θα γινόταν δισεκατομμυριούχος.
Η Ιωάννα εμφανίστηκε στην κηδεία φορώντας μαύρα, πανάκριβα ρούχα και μεγάλα γυαλιά ηλίου.
Έκλαψε μπροστά στις κάμερες.
Μόλις όμως έκλεισαν οι φακοί, γύρισε προς τον δικηγόρο.
«Πότε θα διαβαστεί η διαθήκη;»
«Σε τρεις ημέρες.»
Χαμογέλασε.
«Επιτέλους.»
Η ημέρα της διαθήκης έφτασε.
Στη μεγάλη αίθουσα συγκεντρώθηκαν συγγενείς, συνεργάτες, φίλοι και οι πιο παλιοί εργαζόμενοι του επιχειρηματία.
Η Ιωάννα κάθισε στην πρώτη θέση.
Ήταν σίγουρη για τη νίκη της.
Ο δικηγόρος άνοιξε τον φάκελο.
«Ο κύριος Αλέξανδρος Βαρδής άφησε προσωπική επιστολή, η οποία πρέπει να διαβαστεί πριν από τη διαθήκη.»
Η αίθουσα σώπασε.
Ο δικηγόρος άρχισε να διαβάζει.
«Αν αυτή η επιστολή διαβάζεται σήμερα, σημαίνει ότι έφυγα από τη ζωή. Επίσης σημαίνει ότι κάποιοι βρίσκονται εδώ επειδή με αγαπούσαν και κάποιοι επειδή αγαπούσαν μόνο την περιουσία μου.»
Η Ιωάννα χαμογέλασε ειρωνικά.
Ο δικηγόρος συνέχισε.
«Η τελευταία μου σύζυγος πίστευε ότι δεν καταλάβαινα τις πραγματικές της προθέσεις.»
Το χαμόγελό της πάγωσε.
«Την άκουγα να μιλάει στο τηλέφωνο. Διάβαζα τα μηνύματά της που άφηνε ανοιχτά. Γνώριζα ακόμη και τις συναντήσεις της με τους φίλους που ήδη μοίραζαν την περιουσία μου πριν ακόμη πεθάνω.»
Στην αίθουσα ακούστηκαν ψίθυροι.
Η Ιωάννα άρχισε να χάνει το χρώμα της.
Ο δικηγόρος συνέχισε ατάραχος.
«Για τον λόγο αυτό, πριν από τον γάμο, μετέφερα σχεδόν ολόκληρη την περιουσία μου σε ένα ίδρυμα που δημιούργησα μυστικά πριν από τρία χρόνια.»
Η Ιωάννα πετάχτηκε όρθια.
«Αυτό είναι αδύνατον!»
Ο δικηγόρος την αγνόησε.
«Οι επιχειρήσεις μου ανήκουν πλέον στο Ίδρυμα Βαρδή, το οποίο θα χρηματοδοτεί παιδιά χωρίς οικογένεια και νέους επιστήμονες.»
Η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Η Ιωάννα κοιτούσε αποσβολωμένη.
Αλλά δεν είχε τελειώσει ακόμη.
«Στη σύζυγό μου αφήνω ακριβώς ό,τι επιδίωκε να αποκτήσει μέσα από τον γάμο μας.»
Ο δικηγόρος άνοιξε έναν μικρότερο φάκελο.
Μέσα υπήρχε μόνο ένα κλειδί.
Και μία κάρτα.
«Το κλειδί ανοίγει το πρώτο μικρό διαμέρισμα στο οποίο έζησα όταν δεν είχα ούτε ένα ευρώ στην τσέπη μου. Αν πραγματικά με αγάπησες, θα σου θυμίσει ότι η ευτυχία δεν αγοράζεται. Αν παντρεύτηκες μόνο τα χρήματά μου… τότε αυτό είναι το μόνο που σου ανήκει.»
Η Ιωάννα φώναξε ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια.
Ο δικηγόρος χαμογέλασε ήρεμα.
«Υπάρχει ακόμη ένα τελευταίο σημείωμα.»
Διάβασε αργά.
«Όλες οι κινήσεις μεταφοράς της περιουσίας έγιναν πριν από τον γάμο και είναι απολύτως νόμιμες. Αν κάποιος επιχειρήσει να αμφισβητήσει τη διαθήκη, έχω αφήσει βιντεοσκοπημένες εξηγήσεις και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.»
Η Ιωάννα κάθισε ξανά χωρίς να πει λέξη.
Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι ο ηλικιωμένος άντρας που θεωρούσε αφελή είχε προβλέψει κάθε της κίνηση.
Τους επόμενους μήνες έχασε όλες τις δικαστικές προσπάθειες.
Το ίδρυμα άρχισε να λειτουργεί.
Εκατοντάδες παιδιά απέκτησαν υποτροφίες.
Νέα νοσοκομεία χρηματοδοτήθηκαν.
Κέντρα έρευνας δημιουργήθηκαν με τα χρήματα που όλοι πίστευαν ότι θα κατέληγαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της νεαρής χήρας.
Κάποιος δημοσιογράφος ρώτησε αργότερα τον δικηγόρο:
«Πότε κατάλαβε ο κύριος Βαρδής ότι η Ιωάννα ενδιαφερόταν μόνο για την περιουσία του;»
Ο ηλικιωμένος δικηγόρος χαμογέλασε.
«Την πρώτη ημέρα που γνωρίστηκαν.»
«Τότε γιατί την παντρεύτηκε;»
«Γιατί ήθελε να της δώσει μία ευκαιρία να αλλάξει. Μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζε ότι θα αγαπούσε τον άνθρωπο και όχι τα χρήματα.»
Δυστυχώς…
Εκείνη δεν άλλαξε ποτέ.
Αλλά ο ίδιος κατάφερε, ακόμη και μετά τον θάνατό του, να μετατρέψει την απληστία της στο μεγαλύτερο δώρο για χιλιάδες ανθρώπους.