«Χρόνια πολλά, αγάπη μου!»
Η Ελένη χαμογέλασε, με φίλησε απαλά στο μάγουλο και πήρε την ανθοδέσμη που της είχα αγοράσει.
«Δεν χρειαζόταν να κάνεις τόσα πολλά…»
«Για σένα πάντα αξίζει», της απάντησα.
Έπαιζε τον ρόλο της τέλειας συζύγου τόσο πειστικά, που αν δεν είχα δει με τα μάτια μου όσα συνέβαιναν, ίσως να την πίστευα κι εγώ.
Ήμασταν παντρεμένοι δεκατρία χρόνια.
Είχαμε αποκτήσει μία κόρη, ένα όμορφο σπίτι και μια ζωή που όλοι ζήλευαν.
Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε προς τα έξω.
Όλα άρχισαν να αλλάζουν όταν η Ελένη ξεκίνησε να εργάζεται σε μια νέα εταιρεία.
Ξαφνικά εμφανίστηκαν οι «υπερωρίες».
Τα επαγγελματικά ταξίδια.
Τα δείπνα με πελάτες.
Και οι ατελείωτες ώρες που το κινητό της έμενε πάντα γυρισμένο ανάποδα.
Όταν τη ρωτούσα κάτι, γελούσε.
«Έχεις γίνει πολύ ζηλιάρης τελευταία.»
Άρχισα να πιστεύω πως ίσως είχε δίκιο.
Μέχρι που ένα βράδυ, καθώς επέστρεφα νωρίτερα από ένα επαγγελματικό ταξίδι, την είδα.
Δεν με είδε.
Καθόταν σε ένα μικρό ιταλικό εστιατόριο.
Απέναντί της ένας άντρας.
Του κρατούσε το χέρι.
Και χαμογελούσε όπως δεν χαμογελούσε ποτέ πια σε μένα.
Δεν έκανα σκηνή.
Έφυγα αθόρυβα.
Την επόμενη μέρα συμπεριφερόμουν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ήθελα αποδείξεις.
Όχι υποψίες.
Για τις επόμενες εβδομάδες κατέγραψα τα πάντα.
Ημερομηνίες.
Ώρες.
Ξενοδοχεία.
Εστιατόρια.
Ακόμη και φωτογραφίες.
Έμαθα και το όνομά του.
Λεγόταν Νίκος.
Ήταν παντρεμένος.
Και η γυναίκα του δεν γνώριζε απολύτως τίποτα.
Τότε γεννήθηκε μια ιδέα.
Τα γενέθλια της Ελένης πλησίαζαν.
Εκείνη επέμενε να κάνουμε μεγάλο πάρτι.
«Θέλω όλους τους φίλους μας!»
«Φυσικά», της είπα.
Έκλεισα μια όμορφη αίθουσα.
Κάλεσα συγγενείς.
Φίλους.
Συναδέλφους.
Ακόμη και το αφεντικό της.
Και έναν τελευταίο καλεσμένο.
Χωρίς να το γνωρίζει κανείς.
Το βράδυ του πάρτι η Ελένη έλαμπε.
Φορούσε ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα.
Με αγκάλιαζε μπροστά σε όλους.
«Είμαι η πιο τυχερή γυναίκα στον κόσμο», είπε σηκώνοντας το ποτήρι της.
Οι καλεσμένοι χειροκρότησαν.
Εγώ χαμογέλασα.
«Κι εγώ έχω μια μικρή έκπληξη.»
Έσβησαν τα φώτα.
Η οθόνη άναψε.
Η Ελένη με κοίταξε απορημένη.
Πριν προλάβει να μιλήσει, ακούστηκε η φωνή μου.
«Πριν κόψουμε την τούρτα, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι ήταν μέρος της ζωής της γυναίκας μου τον τελευταίο χρόνο.»
Άρχισαν να προβάλλονται φωτογραφίες.
Στην αρχή οικογενειακές.
Διακοπές.
Η κόρη μας.
Όλοι χαμογελούσαν.
Ξαφνικά όμως εμφανίστηκε άλλη φωτογραφία.
Η Ελένη και ο Νίκος έξω από ξενοδοχείο.
Μετά άλλη.
Να φιλιούνται.
Μετά άλλη.
Να κρατιούνται χέρι-χέρι.
Η αίθουσα πάγωσε.
Η Ελένη άσπρισε.
«Σταμάτα!»
Δεν σταμάτησα.
Τότε άνοιξε η πόρτα.
Μπήκε μέσα μια γυναίκα.
Κανείς δεν την αναγνώριζε.
Εκτός από δύο ανθρώπους.
Την Ελένη.
Και τον Νίκο.
Ήταν η σύζυγος του Νίκου.
Προχώρησε αργά προς το κέντρο της αίθουσας.
Κοίταξε πρώτα τον άντρα της.
Ύστερα την Ελένη.
«Επιτέλους γνωριζόμαστε από κοντά», είπε ήρεμα.
Η σιωπή ήταν εκκωφαντική.
Ο Νίκος σηκώθηκε απότομα.
«Δεν είναι όπως φαίνεται.»
Η γυναίκα του γέλασε πικρά.
«Υπάρχουν εκατοντάδες φωτογραφίες. Δεν χρειάζεται καμία εξήγηση.»
Η Ελένη άρχισε να κλαίει.
«Σε παρακαλώ… μπορούμε να μιλήσουμε σπίτι;»
Την κοίταξα ήρεμα.
«Για έναν χρόνο μιλούσες με κάποιον άλλο. Απόψε θα ακούσεις κι εσύ την αλήθεια μπροστά σε όλους.»
Οι καλεσμένοι αποχωρούσαν αμίλητοι.
Κανείς δεν πλησίασε να την παρηγορήσει.
Το πάρτι τελείωσε μέσα σε λίγα λεπτά.
Την επόμενη εβδομάδα μετακόμισα.
Η διαδικασία του διαζυγίου ξεκίνησε αμέσως.
Μερικούς μήνες αργότερα έμαθα πως ούτε ο Νίκος έμεινε με την Ελένη.
Η γυναίκα του τον χώρισε.
Και εκείνος εξαφανίστηκε από τη ζωή της.
Έχασε τον γάμο της.
Την οικογένειά της.
Και τον άνθρωπο για τον οποίο τα είχε ρισκάρει όλα.
Κάποιοι μου είπαν πως ήμουν υπερβολικά σκληρός.
Ίσως.
Όμως υπάρχει κάτι που έμαθα εκείνη τη χρονιά.
Το μεγαλύτερο ψέμα δεν είναι η απιστία.
Είναι να κοιτάζεις τον άνθρωπο που σε αγαπά στα μάτια, να του λες «σ’ αγαπώ» και αμέσως μετά να πηγαίνεις να συναντήσεις κάποιον άλλον, πιστεύοντας πως δεν θα μάθει ποτέ την αλήθεια.