Δεν είχα καμία πρόθεση να πάω σε εκείνη τη γιορτή.
Για εβδομάδες ένιωθα πως κάτι είχε αλλάξει στον Νίκο. Γύριζε αργά στο σπίτι, έκρυβε συνεχώς το κινητό του και χαμογελούσε κάθε φορά που ερχόταν κάποιο μήνυμα. Όταν τον ρωτούσα τι συμβαίνει, απαντούσε πάντα με τον ίδιο εκνευρισμένο τόνο.
«Έχεις γίνει υπερβολική, Ελένη.»
Άρχισα να πιστεύω ότι ίσως πράγματι έφταιγε η φαντασία μου.
Ύστερα ήρθε η πρόσκληση.
Τα πενήντα του γενέθλια θα γίνονταν σε ένα ακριβό εστιατόριο. Θα ήταν εκεί όλοι: συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες, ακόμη και άνθρωποι που δεν είχα γνωρίσει ποτέ.
«Θέλω να είναι η πιο όμορφη βραδιά της ζωής μου», είπε.
Χαμογέλασα και συμφώνησα.
Δεν ήξερε όμως ότι δύο μέρες πριν είχα δεχτεί ένα ανώνυμο μήνυμα.
«Αν θέλεις να μάθεις ποια πραγματικά κάθεται δίπλα στον άντρα σου, έλα στη γιορτή και μην φύγεις νωρίς.»
Δεν υπήρχε αποστολέας.
Μόνο αυτή η φράση.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα.
Το εστιατόριο έλαμπε από φώτα.
Ο Νίκος στεκόταν στο κέντρο της αίθουσας σαν να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Με φίλησε στο μάγουλο μπροστά σε όλους.
«Η γυναίκα μου», είπε περήφανα.
Οι καλεσμένοι χειροκρότησαν.
Κι εγώ ένιωσα για μια στιγμή ότι ίσως όλα ήταν ένα τεράστιο λάθος.

Μέχρι που την είδα.
Μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα, πολύ νεότερή μου.
Φορούσε ένα κατακόκκινο φόρεμα και στεκόταν διαρκώς κοντά στον Νίκο.
Γελούσαν μεταξύ τους.
Ακουμπούσε το χέρι του χωρίς καν να προσπαθεί να το κρύψει.
Όταν πλησίασα, εκείνος έκανε πως δεν συνέβαινε τίποτα.
«Από εδώ η Ιωάννα. Είναι νέα συνεργάτιδα.»
Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με πρόκληση.
Όσο περνούσε η ώρα, η Ιωάννα γινόταν όλο και πιο άνετη.
Μιλούσε λες και ήταν μέλος της οικογένειας.
Ήξερε ιστορίες από τη δουλειά του Νίκου που εγώ δεν είχα ακούσει ποτέ.
Ήξερε ποιο κρασί προτιμούσε.
Ποιο τραγούδι αγαπούσε.
Ακόμη και τι δώρο ήθελε να αγοράσει τον επόμενο μήνα.
Πράγματα που μόνο ένας πολύ κοντινός άνθρωπος θα γνώριζε.
Η καρδιά μου βάρυνε.
Λίγο πριν φέρουν την τούρτα, ο παρουσιαστής πήρε το μικρόφωνο.
«Αν κάποιος θέλει να πει λίγα λόγια για τον εορτάζοντα, τώρα είναι η στιγμή.»
Περίμενα να σηκωθεί ο αδελφός του.
Ή κάποιος φίλος.
Αντί γι’ αυτό σηκώθηκε εκείνη.
Η Ιωάννα.
Πήρε το ποτήρι της σαμπάνιας και χαμογέλασε.
Η αίθουσα σώπασε.
«Θέλω να κάνω μια πρόποση στον πιο ξεχωριστό άνθρωπο που γνώρισα ποτέ…»
Ο Νίκος άσπρισε.
Της έκανε διακριτικά νόημα να καθίσει.
Εκείνη τον αγνόησε.
«Στον άντρα που μου υποσχέθηκε ότι πολύ σύντομα θα ζούσαμε επιτέλους μαζί.»
Το ποτήρι γλίστρησε από το χέρι μιας θείας και έσπασε στο πάτωμα.
Κανείς δεν μιλούσε.
Όλοι κοιτούσαν τον Νίκο.
Εγώ δεν έκλαψα.
Απλώς περίμενα.
Γιατί κάτι στο βλέμμα της Ιωάννας έδειχνε πως δεν είχε τελειώσει.
Και πράγματι.
Δεν είχε.
Έβγαλε από την τσάντα της έναν φάκελο.
«Μου είπε ότι είσαι ήδη χωρισμένη στα χαρτιά. Ότι μένατε μαζί μόνο για τα παιδιά. Ότι το σπίτι ήταν αποκλειστικά δικό του.»
Ο Νίκος προσπάθησε να της πάρει τον φάκελο.
Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω.
«Χθες έμαθα την αλήθεια.»
Άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.
Μηνύματα.
Αποδείξεις.
Όχι μόνο της σχέσης τους.
Υπήρχαν αντίστοιχοι φάκελοι για άλλες δύο γυναίκες.
Η Ιωάννα γύρισε προς το μέρος μου.
«Δεν ήξερα ότι ήσουν ακόμη η σύζυγός του. Με κορόιδευε κι εμένα.»
Η αίθουσα άρχισε να βουίζει.
Οι καλεσμένοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον αποσβολωμένοι.
Κι όμως…
Η μεγαλύτερη έκπληξη δεν είχε έρθει ακόμη.
Η Ιωάννα έβγαλε ένα μικρό κουτί.
«Αυτό είναι το δαχτυλίδι που μου έδωσε πριν από δύο εβδομάδες.»
Το άνοιξε.
Το πρόσωπό μου πάγωσε.
Ήταν το δαχτυλίδι της δικής μου μητέρας.
Το οικογενειακό μας κειμήλιο.
Εκείνο που ο Νίκος μου είχε πει ότι είχε χαθεί στη μετακόμιση.
Δεν είχε χαθεί ποτέ.
Το είχε χαρίσει στην ερωμένη του.
Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια.
Ο Νίκος άρχισε να φωνάζει.
«Όλα αυτά είναι παρεξήγηση!»
Κανείς δεν τον πίστεψε.
Ένας συνεργάτης του σηκώθηκε αθόρυβα και έφυγε.
Μετά ένας δεύτερος.
Ύστερα ένας τρίτος.
Οι συγγενείς του απέστρεφαν το βλέμμα.
Η ίδια του η μητέρα έκλαιγε.
Πλησίασα την Ιωάννα.
Για λίγα δευτερόλεπτα με κοιτούσε φοβισμένη, σαν να περίμενε ότι θα τη χτυπήσω.
Αντί γι’ αυτό άπλωσα το χέρι μου.
Πήρα το δαχτυλίδι.
«Σε ευχαριστώ που μου το επέστρεψες.»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Συγγνώμη… Αν ήξερα την αλήθεια, δεν θα είχα μπει ποτέ στη ζωή σας.»
Την πίστεψα.
Γιατί εκείνη τη στιγμή είχε χάσει κι εκείνη ό,τι νόμιζε πως είχε χτίσει.
Πήρα την τσάντα μου.
Πριν φύγω, κοίταξα για τελευταία φορά τον Νίκο.
«Σήμερα νόμιζες ότι όλοι θα γιορτάζαμε τη ζωή σου.»
Χαμογέλασα ήρεμα.
«Τελικά, όλοι έγιναν μάρτυρες του τέλους της.»
Γύρισα την πλάτη και έφυγα.
Κανείς δεν προσπάθησε να με σταματήσει.
Τρεις μήνες αργότερα, υπέγραψα τα χαρτιά του διαζυγίου.
Έμαθα ότι είχε χάσει σημαντικούς πελάτες.
Η εταιρεία του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα.
Οι περισσότερες σχέσεις του είχαν διαλυθεί.
Εγώ, αντίθετα, ένιωθα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια πραγματικά ελεύθερη.
Κάποιες φορές οι μεγαλύτερες προδοσίες αποκαλύπτονται εκεί που οι άνθρωποι πιστεύουν πως είναι απολύτως ασφαλείς.
Κι εκείνο το βράδυ, μια πρόποση που προοριζόταν να γιορτάσει έναν άντρα, έγινε η αρχή της πτώσης του μπροστά στα μάτια όλων.