Στην ανάγνωση της διαθήκης του άντρα μου, η πεθερά μου απαίτησε να μου πάρουν ακόμη και τα γαμήλια δώρα. Όμως ο συμβολαιογράφος ζήτησε ξαφνικά την ακριβή ημερομηνία της πρώτης μας γνωριμίας — και εκείνη απάντησε πριν από μένα.

by Impress story
3k views

«Και τα χρυσά βραχιόλια θα επιστραφούν. Τα έδωσε η αδελφή μου στον γάμο και δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα κρατήσει αυτή η γυναίκα!»

Η πεθερά μου χτύπησε το τραπέζι του συμβολαιογράφου τόσο δυνατά, που το ποτήρι με το νερό αναπήδησε.

Είχαν περάσει μόλις σαράντα εννιά ημέρες από την κηδεία του άντρα μου.

Κι εκείνη είχε ήδη φτιάξει κατάλογο με όσα ήθελε να μου πάρει.

Το σερβίτσιο που μας είχαν χαρίσει οι κουμπάροι μας.

Το ασημένιο καντήλι του γάμου.

Ένα χαλί από το πατρικό της.

Ακόμη και το παλιό ρολόι που ο Στέφανος μου είχε χαρίσει στην πρώτη μας επέτειο.

«Κυρία Μαυρομάτη», είπε ήρεμα ο συμβολαιογράφος, «σας παρακαλώ να μείνουμε στα ζητήματα της κληρονομιάς. Η προέλευση ενός δώρου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχετε δικαίωμα να το πάρετε πίσω».

«Εγώ ξέρω πολύ καλά τι ανήκει στην οικογένειά μου!»

Κατέβασα το βλέμμα μου.

Ονομαζόμουν Άννα. Ήμουν σαράντα επτά χρονών και είχα περάσει είκοσι χρόνια παντρεμένη με τον Στέφανο Μαυρομάτη.

Εκείνη τη στιγμή δεν με ενδιέφεραν ούτε τα κοσμήματα ούτε τα έπιπλα.

Ήθελα μόνο να γυρίσω στο σπίτι μας στην Πάτρα, να κλείσω την πόρτα και να βάλω ένα από τα παλιά του πουκάμισα πάνω στο μαξιλάρι, όπως έκανα τα βράδια που δεν άντεχα τη μοναξιά.

Ο συμβολαιογράφος, ο κύριος Λεωνίδας Παππάς, κοίταξε ένα ξεχωριστό έγγραφο.

«Πριν προχωρήσουμε, χρειάζομαι μια πληροφορία από την κυρία Άννα».

Σήκωσα το κεφάλι.

«Σας ακούω».

«Θυμάστε την ακριβή ημερομηνία που γνωρίσατε τον σύζυγό σας;»

Η ερώτηση με ξάφνιασε.

«Ήταν καλοκαίρι του 2004. Στο Αίγιο, στη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Νομίζω στα τέλη Ιουλίου…»

«Είκοσι επτά Ιουλίου!» πετάχτηκε η πεθερά μου.

Ο συμβολαιογράφος την κοίταξε.

«Είστε απολύτως βέβαιη;»

«Φυσικά».

«Πώς θυμάστε με τέτοια ακρίβεια μια συνάντηση στην οποία, σύμφωνα με τον γιο σας, δεν παρευρισκόσασταν;»

Η Ευθυμία Μαυρομάτη έμεινε ακίνητη.

Ήταν εβδομήντα τριών χρονών, χήρα και πρώην ιδιοκτήτρια καταστήματος με λευκά είδη στην Κόρινθο. Σε όλη της τη ζωή θεωρούσε πως τα οικογενειακά ζητήματα ήταν δική της υπόθεση.

Ακόμη και όταν αφορούσαν άλλους ανθρώπους.

«Μου το είχε πει ο Στέφανος», απάντησε.

Ο συμβολαιογράφος έβγαλε έναν κλειστό φάκελο.

«Ο γιος σας είχε προβλέψει ότι θα απαντούσατε ακριβώς αυτό».

Η πεθερά μου άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν μίλησε.

«Και μου άφησε οδηγία να παραδώσω ένα συγκεκριμένο έγγραφο στη σύζυγό του, αφού προηγουμένως επιβεβαιωθεί ότι η ημερομηνία σας είναι γνωστή».

Ένιωσα ένα ρίγος.

«Τι έγγραφο;» ρώτησα.

Ο κύριος Παππάς έσπρωξε τον φάκελο προς το μέρος μου.

Πάνω του υπήρχε ο γνώριμος γραφικός χαρακτήρας του Στέφανου.

«Για την Άννα. Όταν η μητέρα μου αναγκαστεί επιτέλους να πει την αλήθεια».

Η Ευθυμία σηκώθηκε απότομα.

«Αυτό είναι απαράδεκτο! Ο γιος μου ήταν βαριά άρρωστος όταν έγραφε τέτοια πράγματα!»

«Η κατάσταση της υγείας του και η νομική σημασία των εγγράφων έχουν εξεταστεί στο μέτρο που απαιτείται», απάντησε ο συμβολαιογράφος. «Αν υπάρχουν αντιρρήσεις, υπάρχουν νόμιμες διαδικασίες».

Αλλά εγώ δεν τον άκουγα πια.

Κοιτούσα τη φράση πάνω στον φάκελο.

Ο Στέφανος είχε πεθάνει γνωρίζοντας κάτι που εγώ αγνοούσα.

Και είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να το μάθω.

Με τον Στέφανο γνωριστήκαμε σε ένα πανηγύρι στο Αίγιο.

Εκείνο το βράδυ είχε πολλή ζέστη. Η πλατεία ήταν γεμάτη τραπέζια, παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στις καρέκλες και από τα μεγάφωνα ακουγόταν παλιά λαϊκή μουσική.

Εγώ είχα πάει με την ξαδέλφη μου, τη Μαρίνα.

Ο Στέφανος εμφανίστηκε όταν ένας σερβιτόρος σκόνταψε και έχυσε πορτοκαλάδα πάνω στο φόρεμά μου.

Έτρεξε να μου φέρει χαρτοπετσέτες.

Μετά μου πρόσφερε λεμονάδα.

Κι έπειτα, με ένα αμήχανο χαμόγελο, με ρώτησε αν ήθελα να χορέψουμε.

Δεν ήταν ιδιαίτερα καλός χορευτής.

Πατούσε συνεχώς στα πόδια μου.

Αλλά γελούσε με τον εαυτό του και δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κανέναν.

Αυτό μου άρεσε.

Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε.

Μέσα σε τρεις μήνες ήμασταν ζευγάρι.

Δύο χρόνια αργότερα παντρευτήκαμε στον Άγιο Ανδρέα στην Πάτρα.

Πίστευα ότι η γνωριμία μας ήταν μια όμορφη σύμπτωση.

Τώρα όμως, απέναντι από την πεθερά μου, άρχισα να αναρωτιέμαι αν κάποιος είχε φροντίσει να βρεθούμε στο ίδιο μέρος.

Η Ευθυμία δεν με συμπάθησε ποτέ ιδιαίτερα.

Εγώ ήμουν κόρη οδηγού λεωφορείου και μοδίστρας, ενώ εκείνη καυχιόταν διαρκώς για τους συγγενείς της, τους εμπόρους και τις γνωριμίες τους στην Κόρινθο.

«Ο Στέφανος μπορούσε να παντρευτεί μια κοπέλα από καλύτερη οικογένεια», είχε πει κάποτε στη θεία μου.

Το έμαθα χρόνια αργότερα.

Δεν της ζήτησα εξηγήσεις.

Είχαμε φτιάξει τη δική μας ζωή.

Ο Στέφανος εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός και εγώ διατηρούσα μικρό εργαστήριο επιδιορθώσεων ρούχων.

Δεν αποκτήσαμε παιδιά, παρόλο που το θέλαμε πολύ.

Περάσαμε από εξετάσεις, θεραπείες, απογοητεύσεις.

Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να σταματήσουμε να κυνηγάμε διαρκώς αυτό που δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε.

Μείναμε οι δυο μας.

Και ήμασταν ευτυχισμένοι.

Ώσπου ο Στέφανος αρρώστησε.

Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ήταν γεμάτα νοσοκομεία, εξετάσεις και εκείνη την εξαντλητική ελπίδα που γεννιέται κάθε φορά που ένας γιατρός λέει ότι υπάρχει ακόμη μια θεραπευτική επιλογή.

Εγώ ήμουν κοντά του καθημερινά.

Η Ευθυμία ερχόταν συχνά, αλλά σχεδόν κάθε επίσκεψη κατέληγε σε παρατήρηση.

Ότι δεν του έφτιαχνα αρκετά θρεπτικό φαγητό.

Ότι δεν διάλεγα τους σωστούς γιατρούς.

Ότι τον είχα κουράσει με τη δουλειά μου.

Ο Στέφανος πολλές φορές της ζητούσε να σταματήσει.

Εκείνη θύμωνε και έφευγε.

Όταν πέθανε, πίστευα πως τουλάχιστον θα μπορούσαμε να πενθήσουμε χωρίς άλλους καβγάδες.

Έκανα λάθος.

Βγαίνοντας από το γραφείο του συμβολαιογράφου, η Ευθυμία με πρόλαβε στο πεζοδρόμιο.

«Μην ανοίξεις τον φάκελο».

Την κοίταξα.

«Γιατί;»

«Γιατί ο Στέφανος δεν ήξερε όλη την ιστορία».

«Τότε πείτε μου εσείς».

Το πρόσωπό της σκλήρυνε.

«Υπάρχουν πράγματα που καλύτερα να μένουν θαμμένα».

«Ο άντρας μου δεν συμφωνούσε».

Για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη απάντηση.

Πήρα ένα ταξί και γύρισα σπίτι.

Άφησα τα κλειδιά στο μικρό ξύλινο μπολ δίπλα στην είσοδο.

Έφτιαξα ελληνικό καφέ, όπως μου είχε μάθει ο πατέρας μου, και κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας.

Άνοιξα τον φάκελο.

Μέσα υπήρχε μια επιστολή, μια παλιά απόδειξη τραπεζικής κατάθεσης και μια φωτογραφία από το πανηγύρι του 2004.

Στη φωτογραφία φαινόμουν εγώ με τη Μαρίνα.

Λίγα μέτρα πίσω μας στεκόταν η Ευθυμία.

Και δίπλα της ένας άντρας που αναγνώρισα αμέσως.

Ο πατέρας μου.

Το περίεργο ήταν ότι εκείνος είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν γνωρίσω τον Στέφανο.

Έφερα τη φωτογραφία κοντά στο φως.

Δεν ήταν ο πατέρας μου.

Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο θείος Απόστολος.

Έμοιαζαν τόσο πολύ, ώστε για μια στιγμή είχα μπερδευτεί.

Αλλά γιατί ο θείος μου στεκόταν δίπλα στην πεθερά μου;

Και γιατί δεν μου είχε αναφέρει ποτέ ότι την ήξερε;

Άρχισα να διαβάζω την επιστολή.

«Άννα μου, πριν από λίγους μήνες έμαθα κάτι για τη γνωριμία μας. Αρχικά θύμωσα. Μετά κατάλαβα ότι αυτό που με πονάει περισσότερο δεν είναι το πώς συναντηθήκαμε, αλλά το ότι κάποιοι άνθρωποι πίστευαν πως είχαν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τη ζωή μας για να λύσουν τα δικά τους προβλήματα».

Σταμάτησα.

Το επόμενο κομμάτι ήταν ακόμη πιο ανησυχητικό.

«Η μητέρα μου δεν προσπάθησε απλώς να μας γνωρίσει. Είχε κάνει συμφωνία με έναν άνθρωπο της οικογένειάς σου. Και το αντάλλαγμα δεν ήταν αυτό που φαντάζεσαι».

📨 Ποια συμφωνία είχε κρύψει η πεθερά και γιατί την αποκάλυψε ο Στέφανος λίγο πριν πεθάνει; Η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Διάβασα την επιστολή μέχρι το τέλος.

Ο Στέφανος εξηγούσε πως, όταν τακτοποιούσε παλιές φορολογικές υποθέσεις της μητέρας του, είχε βρει ένα τετράδιο με σημειώσεις για οικονομικές συναλλαγές από τη δεκαετία του 1990.

Ανάμεσα στα ονόματα ήταν και εκείνο του θείου μου, του Απόστολου.

Δίπλα υπήρχε το ποσό των 36.000 ευρώ, σημειωμένο αρκετά χρόνια αργότερα, όταν είχαν γίνει οι τελικοί υπολογισμοί.

Στην επόμενη σελίδα είχε γραφτεί:

«Συμφωνία για το οικόπεδο. Αν γίνει ο γάμος, να μην ανοίξει ξανά το θέμα».

Δεν καταλάβαινα τίποτα.

Ο πατέρας μου δεν μας είχε αφήσει κάποιο οικόπεδο.

Ζούσαμε πάντα μετρημένα.

Η μητέρα μου, η Καλλιόπη, έραβε για γειτόνισσες για να συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα.

Όταν ο πατέρας μου πέθανε, δεν είχαμε ούτε αρκετές οικονομίες για να καλύψουμε άνετα τα έξοδα της κηδείας.

Την επόμενη μέρα τηλεφώνησα στον θείο Απόστολο.

Ήταν ογδόντα ενός χρονών και ζούσε σε ένα χωριό έξω από το Αίγιο.

Όταν του είπα για τη φωτογραφία, έμεινε σιωπηλός.

«Θείε, θέλω να μου πεις γιατί ήσουν μαζί με την Ευθυμία εκείνο το καλοκαίρι».

Αναστέναξε.

«Άννα, πέρασαν πολλά χρόνια».

«Ο Στέφανος είναι νεκρός. Δεν έχω διάθεση να ακούω άλλες δικαιολογίες».

Μου ζήτησε να πάω να τον δω.

Τον βρήκα στην αυλή του, καθισμένο κάτω από μια μεγάλη λεμονιά.

Μπροστά του υπήρχε ένα πιατάκι με λουκούμι και δύο ποτήρια νερό.

Δεν με κοίταξε αμέσως.

«Ο πατέρας σου είχε κάποτε ένα μικρό χωράφι έξω από το Διακοπτό», άρχισε.

«Τι χωράφι;»

«Το είχε κληρονομήσει από τον παππού σας. Ήταν μικρό και δύσκολο στην πρόσβαση. Αργότερα όμως άρχισε να έχει μεγαλύτερη αξία».

«Και τι απέγινε;»

Ο θείος μου χαμήλωσε το κεφάλι.

«Το πούλησα εγώ, με εξουσιοδότηση που μου είχε δώσει ο αδελφός μου για να τακτοποιήσω κάποιες υποθέσεις».

«Και τα χρήματα;»

«Δεν του τα έδωσα όλα».

Τον κοίταξα άφωνη.

Ο Απόστολος είχε χρησιμοποιήσει ένα μέρος των χρημάτων για να καλύψει χρέη από το μικρό του κατάστημα.

Ο πατέρας μου το έμαθε λίγο πριν αρρωστήσει σοβαρά.

Τσακώθηκαν.

Ο θείος μου υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα, αλλά δεν τα κατάφερε.

«Τι σχέση έχει η Ευθυμία;» ρώτησα.

«Ο αγοραστής του χωραφιού ήταν ο άντρας της. Εκείνος γνώριζε τα οικονομικά μας προβλήματα».

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι.

Ο πεθερός μου είχε πεθάνει πριν από τον γάμο μας.

Δεν είχα προλάβει να τον γνωρίσω.

Ο Απόστολος συνέχισε.

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου είχε αρχίσει να ψάχνει τα παλιά έγγραφα.

Είχε υποψίες ότι η πώληση δεν είχε αποφέρει στο σπίτι μας όλα όσα έπρεπε.

Ο Απόστολος φοβόταν πως θα ανακάλυπτε την αλήθεια.

Η Ευθυμία, που τότε είχε αναλάβει τις οικογενειακές υποθέσεις μετά τον θάνατο του άντρα της, γνώριζε την ιστορία.

«Μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να τσακώνονται δύο οικογένειες», εξήγησε ο θείος μου. «Και μια μέρα με ρώτησε αν είσαι παντρεμένη».

Έμεινα ακίνητη.

«Αυτό ήταν το σχέδιο; Να με παντρέψετε με τον γιο της για να μη ζητήσω τα χρήματα;»

Ο Απόστολος έσφιξε τα χέρια του.

«Δεν ήταν ακριβώς έτσι».

«Τότε πώς ήταν;»

«Η Ευθυμία ήθελε ο Στέφανος να παντρευτεί. Εκείνος όλο έλεγε πως δεν είχε χρόνο για σχέσεις. Εγώ της μίλησα για σένα. Είπα ότι είσαι καλό κορίτσι. Μετά σκεφτήκαμε πως, αν γίνουμε συγγενείς, θα μπορέσουμε να λύσουμε ήρεμα το θέμα του οικοπέδου».

Γέλασα πικρά.

«Χωρίς να μας πείτε τίποτα».

Ο Απόστολος δεν μίλησε.

«Και τι ακριβώς κέρδισες εσύ;»

Έβγαλε από το συρτάρι ενός μικρού ντουλαπιού ένα παλιό σημειωματάριο.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε καταγραφή ενός ιδιωτικού διακανονισμού.

Η Ευθυμία είχε δεχτεί να μην αναζητήσει από τον Απόστολο ορισμένα παλιά ποσά που είχαν συνδεθεί με την αγορά και τις μεταγενέστερες εργασίες στο ακίνητο.

Εκείνος, από την πλευρά του, είχε υποσχεθεί να μην ξανανοίξει το ζήτημα της πραγματικής αξίας της πώλησης.

Όλα αυτά είχαν γίνει χωρίς τη γνώση της μητέρας μου.

«Και το πανηγύρι;»

«Εγώ ήξερα ότι θα πας με τη Μαρίνα. Η Ευθυμία έστειλε τον Στέφανο με έναν φίλο του».

Ένιωσα σαν κάποιος να είχε αφαιρέσει ένα κομμάτι από την πιο αγαπημένη μου ανάμνηση.

«Ο Στέφανος ήξερε;»

«Όχι», απάντησε αμέσως. «Ορκίζομαι πως δεν ήξερε».

Δεν ήμουν βέβαιη αν μπορούσα να τον πιστέψω.

Όταν έφυγα, πήρα μαζί μου αντίγραφα των σημειώσεων.

Ο θείος μου δεν προσπάθησε να με εμποδίσει.

Μόνο είπε:

«Άννα, συγγνώμη».

Δεν του απάντησα.

Στο αυτοκίνητο έμεινα σχεδόν μισή ώρα χωρίς να βάλω μπροστά.

Κοιτούσα τα χέρια μου πάνω στο τιμόνι.

Η σκέψη που με βασάνιζε δεν ήταν ότι κάποιος είχε οργανώσει τη γνωριμία μας.

Ήταν ότι είχε αντιμετωπίσει εμένα και τον Στέφανο σαν δύο πιόνια σε μια οικογενειακή συναλλαγή.

Επιστρέφοντας στην Πάτρα, πήγα κατευθείαν στη μητέρα μου.

Ζούσε μόνη της σε μικρό διαμέρισμα κοντά στην Αγία Σοφία.

Όταν της είπα όσα είχα μάθει, κάθισε στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια.

«Το ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνο το χωράφι», ψιθύρισε.

«Γιατί δεν το έψαξες τότε;»

«Γιατί είχα χάσει τον πατέρα σου. Και φοβόμουν πως, αν χάσω και τον αδελφό του, δεν θα μου μείνει κανείς να βοηθάει όταν τον χρειάζομαι».

«Μαμά, δεν ήταν δική του δουλειά να σε κάνει να φοβάσαι».

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

«Τότε ήμουν διαφορετική, παιδί μου. Πίστευα πως για να κρατήσεις την οικογένεια ενωμένη πρέπει να καταπίνεις πολλά».

Την αγκάλιασα.

«Και τελικά;»

«Τελικά τα κατάπια τόσο καλά, που νόμιζαν ότι δεν υπήρχαν».

Τις επόμενες εβδομάδες ζήτησα τη βοήθεια δικηγόρου.

Ήθελα να μάθω τι μπορούσε να αποδειχθεί από τα παλιά συμβόλαια και αν υπήρχε οποιαδήποτε δυνατότητα να εξεταστεί οικονομικά η υπόθεση.

Ο δικηγόρος ήταν σαφής.

Οι πράξεις είχαν γίνει πολλές δεκαετίες πριν. Υπήρχαν σοβαρά ζητήματα αποδείξεων και πιθανής παραγραφής.

Δεν μου υποσχέθηκε πως θα μπορούσα να ανακτήσω χρήματα.

Αλλά με βοήθησε να συγκεντρώσω τα στοιχεία και να καταλάβω τι πραγματικά είχε συμβεί.

Στο μεταξύ ολοκληρώνονταν οι διαδικασίες για την κληρονομιά του Στέφανου.

Η διαθήκη του άφηνε σε εμένα το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων που μπορούσε νόμιμα να διαθέσει, με σεβασμό στα τυχόν δικαιώματα των νόμιμων μεριδούχων.

Η Ευθυμία ενημερώθηκε για τα δικά της νόμιμα δικαιώματα και τις διαδικασίες που μπορούσε να ακολουθήσει.

Όμως ο κατάλογος με τα γαμήλια δώρα δεν αποτελούσε απόδειξη ότι τα αντικείμενα της ανήκαν.

Δεν με ξαναενόχλησε γι’ αυτά.

Ένα απόγευμα με πήρε τηλέφωνο.

«Άννα, θέλω να σου μιλήσω».

«Για ποιο πράγμα;»

«Για τον Στέφανο».

Συμφώνησα να συναντηθούμε σε ένα καφέ κοντά στο λιμάνι.

Ήρθε νωρίς.

Φορούσε σκούρο μπλε ταγέρ και κρατούσε μικρή τσάντα.

Δεν είχε το αυστηρό ύφος που θυμόμουν.

Φαινόταν κουρασμένη.

«Έμαθα ότι πήγες στον Απόστολο», είπε.

«Ναι».

«Σου είπε την ιστορία όπως τον βόλευε».

«Τότε πείτε μου τη δική σας».

Αναστέναξε.

«Ήθελα πραγματικά να γνωριστείτε με τον Στέφανο. Ήξερα ότι ήσουν καλή κοπέλα. Δεν ήταν όλα για τα χρήματα».

«Αλλά τα χρήματα έπαιξαν ρόλο».

«Ναι».

«Και γιατί δεν μου είπατε ποτέ την αλήθεια;»

Η Ευθυμία κοίταξε έξω από το παράθυρο.

«Γιατί φοβόμουν ότι θα μισήσεις τον γιο μου για κάτι που δεν είχε κάνει».

«Αν μου είχατε πει την αλήθεια, ίσως να σας είχα θυμώσει. Όχι όμως εκείνον».

«Δεν ήμουν σίγουρη».

«Αυτό δεν σας έδινε δικαίωμα να αποφασίζετε για μένα».

Η πεθερά μου έμεινε σιωπηλή.

Έπειτα είπε:

«Όταν αρρώστησε ο Στέφανος, άρχισε να ψάχνει παλιά χαρτιά. Μια μέρα με ρώτησε γιατί κρατούσα φωτογραφία από το πανηγύρι. Του είπα ότι ήταν τυχαίο».

«Κι εκείνος;»

«Δεν με πίστεψε».

Η φωνή της έσπασε.

«Μου είπε ότι όλη του τη ζωή προσπαθούσα να του φτιάξω το μέλλον χωρίς να τον ρωτάω».

Την κοίταξα.

«Είχε δίκιο;»

Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.

«Ναι».

Δεν περίμενα αυτή την απάντηση.

«Άννα», συνέχισε, «όταν είδα πως σου άφησε την περιουσία του, θύμωσα. Όχι γιατί χρειαζόμουν τα πράγματα. Αλλά γιατί κατάλαβα ότι εκείνος είχε αποφασίσει πως εσύ είσαι ο άνθρωπος που πρέπει να προστατεύσει».

«Δεν ήμασταν αντίπαλες, Ευθυμία».

«Το ξέρω τώρα».

Έμεινα για λίγο σιωπηλή.

«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σας συγχωρήσω για όλα».

Έγνεψε.

«Δεν σου ζητάω να το κάνεις σήμερα».

Πριν φύγουμε, έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό κουτί.

Μέσα υπήρχε ένα παλιό αντρικό ρολόι.

«Ήταν του πατέρα του Στέφανου. Ο γιος μου το είχε ζητήσει πριν από χρόνια, αλλά εγώ δεν του το έδωσα. Του είχα θυμώσει για κάποιο ασήμαντο πράγμα».

Το ακούμπησε μπροστά μου.

«Θέλω να το κρατήσεις».

Δεν το πήρα αμέσως.

«Γιατί τώρα;»

«Επειδή κουράστηκα να χρησιμοποιώ τα πράγματα για να κρατάω τους ανθρώπους κοντά μου».

Τελικά το δέχτηκα.

Όχι ως αντάλλαγμα για συγχώρεση.

Αλλά ως ένα μικρό σημάδι ότι ίσως είχε αρχίσει να καταλαβαίνει.

Πέρασαν μήνες.

Ο δικηγόρος συγκέντρωσε όσα στοιχεία μπορούσε για την παλιά πώληση, αλλά η υπόθεση δεν είχε εύκολη δικαστική λύση.

Ο θείος Απόστολος, ύστερα από πολλές συζητήσεις, αποφάσισε να επιστρέψει στη μητέρα μου ένα ποσό από προσωπικές οικονομίες, αναγνωρίζοντας εγγράφως πως επρόκειτο για μέρος χρημάτων που είχε παρακρατήσει.

Δεν ήταν ολόκληρο το ποσό.

Αλλά για τη μητέρα μου είχε μεγαλύτερη σημασία ότι επιτέλους το παραδέχτηκε.

«Δεν θέλω να πεθάνω με αυτή την ιστορία στο στήθος μου», μου είπε.

Την καταλάβαινα.

Κι εγώ προσπαθούσα να μάθω να ζω με την απουσία του Στέφανου και με μια αλήθεια που είχε αλλάξει τον τρόπο που θυμόμουν την αρχή της κοινής μας ζωής.

Ένα πρωινό του Ιουνίου αποφάσισα να τακτοποιήσω το παλιό του γραφείο.

Στο κάτω συρτάρι βρήκα ένα μικρό κουτί από παπούτσια.

Μέσα υπήρχαν εισιτήρια από ταξίδια, αποδείξεις από εστιατόρια και φωτογραφίες.

Στο βάθος βρήκα μια χαρτοπετσέτα από εκείνο το πανηγύρι στο Αίγιο.

Πάνω της ο Στέφανος είχε γράψει έναν αριθμό τηλεφώνου.

Τον δικό μου.

Και δίπλα, με μικρά γράμματα:

«Άννα. Να της τηλεφωνήσω αύριο. Οπωσδήποτε».

Κάθισα στο πάτωμα και γέλασα μέσα από τα δάκρυά μου.

Αυτό δεν το είχε οργανώσει η Ευθυμία.

Ούτε ο θείος Απόστολος.

Ήταν μια απόφαση που είχε πάρει ο Στέφανος μόνος του.

Να με ξαναδεί.

Βρήκα ακόμη ένα γράμμα, το τελευταίο που μου είχε αφήσει.

Δεν αναφερόταν σε χωράφια, συμφωνίες ή κληρονομιές.

Έγραφε:

«Άννα μου, όταν έμαθα πώς βρεθήκαμε στην ίδια πλατεία, φοβήθηκα ότι θα θυμώσεις με ολόκληρη τη ζωή μας. Ύστερα σκέφτηκα πόσες φορές μπορούσαμε να χωρίσουμε και δεν το κάναμε. Πόσες φορές μπορούσαμε να γυρίσουμε την πλάτη ο ένας στον άλλον, αλλά προτιμήσαμε να μιλήσουμε. Κανείς δεν αποφάσισε εκείνα τα πράγματα για εμάς. Εσύ κι εγώ τα αποφασίσαμε».

Στο τέλος υπήρχε μια φράση:

«Αν με ρωτούσαν ξανά εκείνο το βράδυ αν θέλω να χορέψω μαζί σου, θα απαντούσα ναι, ακόμη κι αν ήξερα όλα όσα ξέρω σήμερα».

Έκλεισα τα μάτια.

Μπορούσα σχεδόν να ακούσω τη φωνή του.

Εκείνο το καλοκαίρι πήγα μόνη μου στο Αίγιο.

Ήταν πάλι 27 Ιουλίου.

Η πλατεία είχε αλλάξει.

Κάποια καταστήματα είχαν κλείσει, άλλα είχαν ανοίξει.

Στα τραπέζια κάθονταν οικογένειες, παιδιά έτρεχαν και μια παρέα ηλικιωμένων συζητούσε δυνατά για τις τιμές στα σούπερ μάρκετ.

Κάθισα σε ένα τραπέζι κοντά στο σημείο όπου είχα γνωρίσει τον Στέφανο.

Παρήγγειλα λεμονάδα.

Όπως τότε.

Ο σερβιτόρος έφερε το ποτήρι και χαμογέλασε.

«Περιμένετε παρέα;»

Κοίταξα την άδεια καρέκλα απέναντί μου.

«Όχι», απάντησα. «Απλώς ήρθα να θυμηθώ κάποιον».

Δεν ένιωσα την ανάγκη να εξηγήσω περισσότερα.

Έμεινα εκεί μέχρι που άρχισε να δύει ο ήλιος.

Σκεφτόμουν τον Στέφανο.

Όχι τον άρρωστο άνθρωπο των τελευταίων μηνών.

Αλλά τον νεαρό άντρα με το λευκό πουκάμισο που είχε πατήσει τρεις φορές τα πόδια μου προσπαθώντας να χορέψει.

Και που στο τέλος είχε σκύψει και μου είχε ψιθυρίσει:

«Δεν είμαι καλός στον χορό. Αλλά αν μου δώσεις άλλη μία ευκαιρία, υπόσχομαι να προσπαθήσω».

Του είχα δώσει εκείνη την ευκαιρία.

Κι ύστερα του είχα δώσει άλλες χιλιάδες.

Όπως κι εκείνος σε μένα.

Όταν σηκώθηκα να φύγω, τηλεφώνησα στη μητέρα μου.

«Μαμά, είμαι στο Αίγιο».

«Εκεί που γνωριστήκατε;»

«Ναι».

«Είσαι καλά, παιδί μου;»

Κοίταξα τον ουρανό που είχε αρχίσει να γίνεται ροζ.

«Νομίζω πως είμαι».

Στο σπίτι με περίμενε μήνυμα από την Ευθυμία.

Δεν ζητούσε τίποτα.

Δεν ανέφερε τη διαθήκη.

Έγραφε μόνο:

«Σήμερα είναι η μέρα που γνωριστήκατε. Εύχομαι να θυμάσαι τα όμορφα. Ο Στέφανος σε αγαπούσε πολύ».

Το διάβασα δύο φορές.

Για πρώτη φορά δεν ένιωσα θυμό.

Απάντησα:

«Το ξέρω. Κι εγώ τον αγαπούσα».

Ύστερα άφησα το κινητό και κοίταξα τη φωτογραφία του πάνω στο κομοδίνο.

Η ημερομηνία της πρώτης μας συνάντησης μπορεί να είχε επιλεγεί από άλλους.

Η πρώτη μας κουβέντα, όμως, ήταν δική μας.

Το πρώτο φιλί ήταν δικό μας.

Οι δυσκολίες, οι συμφιλιώσεις, τα μικρά ταξίδια, τα βράδια στο μπαλκόνι, οι Κυριακές με καφέ και εφημερίδα — όλα δικά μας.

Η πεθερά μου πίστευε ότι γνώριζε την αρχή της ιστορίας καλύτερα από μένα.

Ίσως πράγματι να γνώριζε την ημερομηνία.

Αλλά δεν γνώριζε αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία.

Γιατί μπορεί κάποιος να κανονίσει πού θα συναντηθούν δύο άνθρωποι.

Δεν μπορεί όμως να κανονίσει να αγαπηθούν.

Και κυρίως δεν μπορεί να αποφασίσει αν θα συνεχίσουν να επιλέγουν ο ένας τον άλλον κάθε μέρα, για είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Αυτό ήταν το πραγματικό δώρο που μου είχε αφήσει ο Στέφανος.

Και ήταν το μοναδικό που κανείς δεν μπορούσε να απαιτήσει να του επιστρέψω.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More