Το πρωί που έφτασα στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στη Γλυφάδα, ήξερα πως η ημέρα θα ήταν δύσκολη. Αυτό που δεν περίμενα ήταν να δω δύο ιδιωτικούς φρουρούς να στέκονται στην είσοδο σαν να επρόκειτο για κάποια δεξίωση υψηλών προσώπων και όχι για την κηδεία του ίδιου μου του πατέρα.
Η θετή μου μητέρα, η Ελένη, στεκόταν λίγα μέτρα πιο πίσω, ντυμένη στα μαύρα, δεχόταν συλλυπητήρια και έκλαιγε με έναν τρόπο που έμοιαζε υπερβολικά προσεγμένος. Όταν με είδε να πλησιάζω, έκανε ένα διακριτικό νεύμα.
Οι δύο άντρες στάθηκαν μπροστά μου.
«Συγγνώμη, κύριε. Έχουμε οδηγίες.»
Τους κοίταξα απορημένος.
«Ποιες οδηγίες; Είναι η κηδεία του πατέρα μου.»
Πριν προλάβει να απαντήσει κανείς, ακούστηκε η φωνή της Ελένης.
«Δεν έχει θέση εδώ. Ο Ανδρέας εγκατέλειψε τον πατέρα του χρόνια πριν. Δεν του αξίζει να μπει στην εκκλησία.»
Όλα τα βλέμματα γύρισαν πάνω μου.
Θείοι.
Ξαδέλφια.
Παλιοί φίλοι του πατέρα μου.
Μερικοί χαμήλωσαν τα μάτια. Άλλοι έδειχναν να πιστεύουν κάθε της λέξη.
Δεν είπα τίποτα.
Ούτε φώναξα.
Ούτε προσπάθησα να περάσω.
Κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα την πόρτα της εκκλησίας και ύστερα γύρισα την πλάτη μου.
Άκουσα πίσω μου κάποιον να ψιθυρίζει:
«Τελικά είχε δίκιο η Ελένη…»
Περπάτησα αργά μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο.
Εκεί βρισκόταν το εστιατόριο όπου είχε προγραμματιστεί το τραπέζι μετά την τελετή.
Ήξερα το μέρος πολύ καλά.
Ο πατέρας μου το προτιμούσε εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
Μπήκα μέσα.
Ο υπεύθυνος με αναγνώρισε αμέσως.
«Κύριε Ανδρέα… συλλυπητήρια.»
Χαμογέλασα αδύναμα.
«Μπορούμε να μιλήσουμε δύο λεπτά ιδιαιτέρως;»
Με οδήγησε στο γραφείο του.
Έκλεισε την πόρτα.
Τον κοίταξα στα μάτια.
🔽 Η συνέχεια της ιστορίας βρίσκεται ήδη στο πρώτο σχόλιο.

«Θυμάστε ποιος υπέγραψε πριν από τέσσερις μήνες τη σύμβαση για το σημερινό τραπέζι;»
Έγνεψε καταφατικά.
«Βεβαίως. Ο πατέρας σας μαζί με εσάς.»
«Και θυμάστε επίσης ποια ήταν η τελευταία του γραπτή οδηγία σε περίπτωση που εγώ δεν παρευρισκόμουν;»
Το πρόσωπό του σοβάρεψε.
Άνοιξε αμέσως έναν φάκελο από το συρτάρι.
Διάβασε ξανά μία σελίδα.
Μετά με κοίταξε.
«Είστε σίγουρος ότι θέλετε να εφαρμοστεί;»
«Απολύτως.»
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Καταλαβαίνω.»
Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε άλλο.
Μετά από περίπου σαράντα λεπτά, άρχισαν να φτάνουν οι συγγενείς από την εκκλησία.
Η Ελένη μπήκε πρώτη.
Χαιρετούσε τον κόσμο και έδινε οδηγίες στους σερβιτόρους λες και ήταν οικοδέσποινα σε γαμήλια δεξίωση.
Ξαφνικά ο υπεύθυνος ζήτησε το μικρόφωνο.
«Συγγνώμη για τη διακοπή. Πριν ξεκινήσει το γεύμα, οφείλω να εκτελέσω μια έγγραφη εντολή του εκλιπόντος κυρίου Δημήτρη Παπαδάκη.»
Η αίθουσα πάγωσε.
Η Ελένη χαμογέλασε αμήχανα.
«Δεν είναι απαραίτητο τώρα.»
Ο υπεύθυνος συνέχισε.
«Η οδηγία αναφέρει ξεκάθαρα ότι, εάν ο γιος του, ο Ανδρέας, εμποδιστεί με οποιονδήποτε τρόπο να παραστεί στην κηδεία του, τότε η δεξίωση ακυρώνεται άμεσα. Καμία υπηρεσία δεν παρέχεται και η προκαταβολή δωρίζεται, σύμφωνα με τη γραπτή επιθυμία του εκλιπόντος, στο Ίδρυμα “Το Χαμόγελο του Παιδιού”.»
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε απολύτως τίποτα.
Η Ελένη έγινε κατάχλωμη.
«Αυτό είναι παράλογο! Εγώ πλήρωσα τα πάντα!»
Ο υπεύθυνος άνοιξε τον φάκελο.
«Με συγχωρείτε, αλλά όχι. Όλη η εξόφληση έγινε από τον ίδιο τον κύριο Παπαδάκη. Υπάρχουν επίσης οι υπογραφές του και του γιου του.»
Οι συγγενείς άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον.
Ένας θείος πλησίασε.
«Δηλαδή ο Δημήτρης το είχε προβλέψει;»
«Ναι», απάντησε ο υπεύθυνος. «Μου είπε προσωπικά ότι αν κάποιος προσπαθήσει να χωρίσει την οικογένειά του την ημέρα της κηδείας του, τότε προτιμά τα χρήματά του να βοηθήσουν παιδιά που έχουν πραγματική ανάγκη.»
Η Ελένη προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί.
Κανείς όμως δεν την άκουγε πια.
Μερικοί συγγενείς αποχώρησαν αμέσως.
Άλλοι ήρθαν έξω και με βρήκαν να κάθομαι ήσυχα σε ένα παγκάκι απέναντι.
Ο νονός μου κάθισε δίπλα μου.
«Ο πατέρας σου ήξερε πολύ καλά ποιος ήσουν… και ποιοι ήταν οι άλλοι.»
Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ο πατέρας μου δεν είχε αφήσει πίσω του μόνο μια τελευταία επιθυμία.
Είχε αφήσει την τελευταία του προστασία για τον άνθρωπο που ήθελε περισσότερο να σταθεί δίπλα του εκείνη τη μέρα.