Η Δέσποινα θυμόταν αργότερα πως, από όλους τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκείνο το απόγευμα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μόνο η πεθερά της χαμογελούσε τη στιγμή που ο πατέρας Αντώνιος σταμάτησε ξαφνικά την τελετή.
Ήταν ένα παράξενο χαμόγελο.
Όχι το συγκινημένο χαμόγελο μιας μητέρας που έβλεπε τον μοναχογιό της να παντρεύεται.
Ήταν ήρεμο, σχεδόν βέβαιο.
Σαν να περίμενε κάτι.
Η Δέσποινα στεκόταν απέναντι από τον Στέλιο με τα χέρια της παγωμένα, παρότι ήταν αρχές Ιουνίου και η μικρή εκκλησία έξω από το Ναύπλιο είχε γεμίσει ζέστη, άρωμα από λουλούδια και ψιθύρους εκατόν είκοσι καλεσμένων.
Ο Στέλιος έσκυψε προς το μέρος της.
— Είσαι καλά;
Η Δέσποινα δεν πρόλαβε να απαντήσει.
Ο πατέρας Αντώνιος κοίταξε πρώτα εκείνη, μετά τον γαμπρό και ύστερα τους γονείς τους που στέκονταν στις πρώτες σειρές.
— Πριν συνεχίσουμε, πρέπει να ρωτήσω κάτι — είπε.
Ένας ελαφρύς θόρυβος πέρασε από την εκκλησία.
Ο φωτογράφος κατέβασε για λίγο τη μηχανή του.
Η Κατερίνα, η μητέρα του Στέλιου, ίσιωσε το μεταξωτό μαντίλι στους ώμους της και συνέχισε να χαμογελά.
Η Δέσποινα τότε κατάλαβε.
Η στιγμή είχε έρθει.
Έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρή λευκή τσάντα που κρατούσε η κουμπάρα της και έβγαλε το κινητό της.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, δεν φανταζόταν ότι θα έκανε κάτι τέτοιο μέσα σε εκκλησία.
Τρεις ημέρες νωρίτερα πίστευε ακόμα πως το μεγαλύτερο πρόβλημα του γάμου της ήταν ότι η πεθερά της δεν την ήθελε.
Η αλήθεια ήταν πολύ χειρότερη.
Η Δέσποινα είχε γνωρίσει τον Στέλιο τέσσερα χρόνια πριν, σε ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο στην Αθήνα. Εκείνος ήταν πολιτικός μηχανικός, εκείνη εργαζόταν ως σχεδιάστρια εσωτερικών χώρων.
Δεν ήταν από εκείνους τους έρωτες που ξεκινούν με κεραυνούς και υπερβολές.
Ο Στέλιος της έφερνε καφέ όταν δούλευαν μέχρι αργά.
Θυμόταν πώς έπινε το τσάι της.
Της τηλεφωνούσε όταν έφτανε σπίτι.
Και όταν ο πατέρας της Δέσποινας μπήκε στο νοσοκομείο έπειτα από ένα μικρό εγκεφαλικό, ο Στέλιος ήταν εκεί κάθε βράδυ, χωρίς να του το ζητήσει κανείς.
Μέσα σε έναν χρόνο είχαν μετακομίσει μαζί.
Το μόνο σύννεφο στη σχέση τους είχε όνομα.
Κατερίνα.
Η μητέρα του Στέλιου.
Χήρα από τα σαράντα εννέα της, είχε μεγαλώσει μόνη τον Στέλιο και την κόρη της, τη Μαρίνα, σε μια κωμόπολη έξω από το Άργος. Διατηρούσε για χρόνια ένα κατάστημα με είδη γάμου και βαπτίσεων και είχε τη φήμη γυναίκας που ήξερε τα πάντα για όλους.
Στην αρχή ήταν ευγενική με τη Δέσποινα.
Υπερβολικά ευγενική.
— Εσύ, κορίτσι μου, είσαι πολύ μοντέρνα — της έλεγε. — Ο Στέλιος πάντα ήθελε ανθρώπους διαφορετικούς από εμάς.
Η λέξη «διαφορετικούς» ακουγόταν κάθε φορά σαν μικρή προσβολή τυλιγμένη σε χαμόγελο.
Όταν ανακοινώθηκε ο αρραβώνας, τα πράγματα έγιναν χειρότερα.
Η Κατερίνα ήθελε να επιλέξει το κτήμα.
Μετά το φαγητό.
Μετά τα λουλούδια.
Μετά τους καλεσμένους.
Ακόμη και το νυφικό.
— Δεν μπορείς να εμφανιστείς μπροστά σε όλο το σόι με γυμνούς ώμους, Δέσποινα μου.
— Δεν θα έχω γυμνούς ώμους.
— Εγώ απλώς συμβουλεύω.
Ο Στέλιος κάθε φορά γελούσε.
— Άσ’ την. Έτσι είναι η μάνα μου. Δεν το κάνει από κακία.
Η Δέσποινα προσπαθούσε να το πιστεύει.
Μέχρι που, έναν μήνα πριν από τον γάμο, άρχισαν τα ανώνυμα μηνύματα.
Το πρώτο ήρθε ένα βράδυ στις έντεκα και δεκαεπτά.
«Ρώτησε τον Στέλιο γιατί δεν σου έχει μιλήσει ποτέ για την Ιωάννα.»
Η Δέσποινα νόμιζε ότι ήταν κακόγουστη φάρσα.
Έδειξε το μήνυμα στον Στέλιο.
Το πρόσωπό του άλλαξε μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
— Ποια είναι η Ιωάννα; — ρώτησε.
— Μια κοπέλα που ήξερα πριν από χρόνια.
— Πόσο πριν;
— Πριν γνωριστούμε.
Την αγκάλιασε.
— Κάποιος θέλει να μας αναστατώσει λίγο πριν τον γάμο.
Η Δέσποινα τον πίστεψε.
Δύο ημέρες αργότερα ήρθε δεύτερο μήνυμα.
«Η μητέρα του ξέρει περισσότερα.»
Αυτή τη φορά δεν το είπε στον Στέλιο.
Δεν ήξερε γιατί.
Ίσως επειδή θυμήθηκε εκείνο το ανεπαίσθητο πάγωμα στο πρόσωπό του.
Ίσως επειδή είχε αρχίσει να κουράζεται να ακούει ότι όλα ήταν συμπτώσεις.
Έτσι, ένα Σάββατο πρωί, όταν βρέθηκαν στο σπίτι της Κατερίνας για να συζητήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες του γάμου, η Δέσποινα περίμενε μέχρι να μείνουν μόνες στην κουζίνα.
— Ποια είναι η Ιωάννα;
Η Κατερίνα σταμάτησε να κόβει λεμόνια.
Μόνο για μια στιγμή.
Ύστερα συνέχισε.
— Ιωάννα;
— Ναι.
— Δεν ξέρω καμία Ιωάννα.
Η Δέσποινα την κοίταξε.
— Μου είπαν ότι εσείς ξέρετε.
Τότε η Κατερίνα σήκωσε το βλέμμα της.
Για πρώτη φορά το χαμόγελό της χάθηκε.
— Κορίτσι μου, αν αρχίσεις να ακούς τον κάθε πικραμένο πριν καν παντρευτείς, δεν θα κρατήσει πολύ ο γάμος σας.
Ήταν η λάθος απάντηση.
Γιατί η Δέσποινα δεν είχε πει ότι επρόκειτο για παλιά σχέση του Στέλιου.
Κι όμως η Κατερίνα μιλούσε ήδη για τον γάμο τους.
Εκείνο το βράδυ, η Δέσποινα έψαξε το όνομα «Ιωάννα» στις παλιές φωτογραφίες του Στέλιου στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν βρήκε τίποτα.
Βρήκε όμως κάτι άλλο.
Μια φωτογραφία από το 2018, ανεβασμένη από τη Μαρίνα, την αδελφή του.
Σε ένα πανηγύρι χωριού, έξι άτομα κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι.
Στο βάθος υπήρχε μια νεαρή γυναίκα με σγουρά μαλλιά.
Η λεζάντα έγραφε:
«Με την τρελή μας Ιωάννα, πριν μας φύγει για Θεσσαλονίκη.»
Η Δέσποινα μεγέθυνε τη φωτογραφία.
Το χέρι του Στέλιου ήταν ακουμπισμένο στη μέση της κοπέλας.
📌 Η αποκάλυψη που ακολούθησε άλλαξε τα πάντα — η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Το επόμενο πρωί η Δέσποινα τηλεφώνησε στη Μαρίνα.
— Θέλω να σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου πεις την αλήθεια.
Ακολούθησε σιωπή.
— Για την Ιωάννα;
Η Δέσποινα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Άρα ξέρεις.
Η Μαρίνα πήρε βαθιά ανάσα.
— Δεν είναι αυτό που νομίζεις.
Ήταν μια φράση που ποτέ δεν προμηνύει κάτι καλό.
Συναντήθηκαν σε ένα καφέ στην παραλία του Ναυπλίου, μακριά από συγγενείς.
Η Μαρίνα εμφανίστηκε χωρίς μακιγιάζ, με τα μάτια πρησμένα.
— Ο Στέλιος και η Ιωάννα ήταν μαζί σχεδόν πέντε χρόνια — είπε.
Η Δέσποινα ένιωσε ανακούφιση.
Παράλογη ανακούφιση.
— Αυτό είναι όλο;
Η Μαρίνα την κοίταξε.
— Όχι.
Η Ιωάννα είχε μείνει έγκυος στα είκοσι τέσσερά της.
Ο Στέλιος τότε ήταν είκοσι έξι.
Είχαν σκοπό να παντρευτούν.
Η Κατερίνα, όμως, δεν ενέκρινε τη σχέση.
Η οικογένεια της Ιωάννας είχε οικονομικά προβλήματα και ο πατέρας της είχε παλιότερα μπλεξίματα με χρέη.
— Η μάνα μου πίστευε ότι η Ιωάννα θα «κρεμιόταν» στον Στέλιο — είπε η Μαρίνα. — Τσακώνονταν συνέχεια.
— Και το παιδί;
Η Μαρίνα έσκυψε το κεφάλι.
— Η Ιωάννα έχασε το μωρό στον πέμπτο μήνα.
Η Δέσποινα πάγωσε.
— Και μετά;
— Μετά έφυγε.
— Γιατί;
Η Μαρίνα άρχισε να τρίβει τα δάχτυλά της.
— Αυτό δεν το ξέρω καλά. Ο Στέλιος δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτό.
Η Δέσποινα επέστρεψε στην Αθήνα με εκατό ερωτήσεις.
Το βράδυ αντιμετώπισε τον Στέλιο.
Δεν το αρνήθηκε.
Κάθισε στην άκρη του καναπέ και πέρασε τα χέρια του από το πρόσωπό του.
— Έπρεπε να σου το έχω πει.
— Γιατί δεν το έκανες;
— Γιατί ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου.
Της είπε ότι μετά την αποβολή η Ιωάννα είχε κλειστεί στον εαυτό της. Σταμάτησε να απαντά στα τηλέφωνα. Έπειτα από λίγες εβδομάδες μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη.
— Δεν την ξαναείδες;
— Όχι.
— Ούτε μία φορά;
— Όχι.
Η Δέσποινα τον παρατηρούσε.
Ήταν εμφανώς ταραγμένος.
Αλλά δεν έμοιαζε να λέει ψέματα.
Τουλάχιστον όχι ολόκληρο ψέμα.
Το τρίτο ανώνυμο μήνυμα ήρθε δύο ημέρες πριν από τον γάμο.
Αυτή τη φορά υπήρχε μόνο ένας αριθμός τηλεφώνου.
Και από κάτω:
«Πάρε με χωρίς να είναι κανείς δίπλα σου.»
Η Δέσποινα τηλεφώνησε από το αυτοκίνητο.
Η γυναίκα που απάντησε είχε ήρεμη φωνή.
— Είμαι η Ιωάννα.
Η Δέσποινα δεν μίλησε για αρκετά δευτερόλεπτα.
— Γιατί μου στέλνεις μηνύματα;
— Γιατί παντρεύεσαι έναν άνθρωπο που δεν ξέρει τι έκανε η ίδια του η μητέρα.
Η Δέσποινα έσφιξε το τιμόνι.
— Τι εννοείς;
— Μπορούμε να συναντηθούμε;
Βρέθηκαν την ίδια ημέρα σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στην Κόρινθο.
Η Ιωάννα δεν έμοιαζε με γυναίκα που ήθελε να καταστρέψει έναν γάμο.
Ήταν ήσυχη, γύρω στα τριάντα πέντε, με απλό λινό φόρεμα και ένα βλέμμα περισσότερο κουρασμένο παρά θυμωμένο.
Έβαλε το κινητό της πάνω στο τραπέζι.
— Δεν θέλω τον Στέλιο πίσω.
— Τότε γιατί είσαι εδώ;
— Γιατί πριν τρεις εβδομάδες με πήρε τηλέφωνο η μητέρα του.
Η Δέσποινα συνοφρυώθηκε.
Η Ιωάννα άνοιξε μια ηχογράφηση.
Ακουγόταν καθαρά η φωνή της Κατερίνας.
«Δεν έχεις κανέναν λόγο να εμφανιστείς τώρα. Ο γιος μου παντρεύεται. Ό,τι έγινε τότε τελείωσε.»
Η Ιωάννα απαντούσε:
«Για σένα ίσως. Εγώ μόλις έμαθα την αλήθεια.»
Και μετά η Κατερίνα είπε τη φράση που έκανε τη Δέσποινα να σταματήσει να αναπνέει.
«Έκανα αυτό που έπρεπε για να μην καταστρέψεις τη ζωή του.»
Η ηχογράφηση συνεχιζόταν.
Η Ιωάννα αποκάλυπτε πως, χρόνια μετά, είχε βρει τυχαία μια παλιά επιστολή της κλινικής όπου παρακολουθούσε την εγκυμοσύνη της.
Η επιστολή δεν είχε φτάσει ποτέ στα χέρια της.
Είχε σταλεί στη διεύθυνση της Κατερίνας, επειδή τότε η Ιωάννα και ο Στέλιος έμεναν προσωρινά σε δικό της διαμέρισμα.
Μετά την αποβολή είχαν γίνει εργαστηριακές εξετάσεις.
Οι γιατροί ήθελαν να μιλήσουν και με τους δύο γονείς.
Η Κατερίνα είχε ανοίξει την επιστολή.
Και την είχε κρύψει.
Όμως αυτό δεν ήταν το χειρότερο.
Η Ιωάννα έβαλε να παίξει δεύτερη ηχογράφηση.
Σε αυτή, η Κατερίνα παραδεχόταν πως μετά την αποβολή είχε πει ψέματα στον Στέλιο ότι η Ιωάννα τον κατηγορούσε για όσα συνέβησαν και δεν ήθελε να τον ξαναδεί.
Στην Ιωάννα είχε πει το αντίθετο.
Ότι ο Στέλιος πίστευε πως εκείνη είχε προκαλέσει την αποβολή επειδή δεν πρόσεχε αρκετά.
Δύο άνθρωποι που πενθούσαν είχαν χωρίσει επειδή μια τρίτη γυναίκα τους είχε πει διαφορετικά ψέματα.
Η Δέσποινα έκλαιγε σιωπηλά όταν τελείωσε η ηχογράφηση.
— Γιατί δεν του το είπες τότε;
— Δεν ήξερα — απάντησε η Ιωάννα. — Το έμαθα πριν έναν μήνα, όταν πέθανε η θεία του Στέλιου και βρέθηκαν παλιά πράγματα σε ένα κουτί που είχε κρατήσει για την Κατερίνα.
— Και γιατί δεν πήρες τον ίδιο;
Η Ιωάννα χαμογέλασε πικρά.
— Γιατί ήξερα ότι η μητέρα του θα του έλεγε πως προσπαθώ να τον ξανακερδίσω. Ήθελα να ξέρει πρώτα η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί.
Η Δέσποινα δεν ακύρωσε τον γάμο.
Αυτό εξέπληξε ακόμη και την ίδια.
Το βράδυ πριν από την τελετή έδειξε τις ηχογραφήσεις στον Στέλιο.
Εκείνος τις άκουσε χωρίς να μιλά.
Στο τέλος σηκώθηκε, πήγε στο μπαλκόνι και έμεινε εκεί σχεδόν μισή ώρα.
Όταν επέστρεψε, τα μάτια του ήταν κόκκινα.
— Θέλω να τη ρωτήσω μπροστά μου.
— Τη μητέρα σου;
— Ναι.
— Απόψε;
— Όχι.
Η Δέσποινα κατάλαβε.
— Αύριο;
Ο Στέλιος έγνεψε.
Δεν συμφώνησαν σε θεατρική εκδίκηση.
Ούτε σε δημόσιο εξευτελισμό.
Ο Στέλιος ήθελε μόνο ένα πράγμα.
Να ακούσει τη μητέρα του να λέει την αλήθεια χωρίς να έχει χρόνο να κατασκευάσει άλλη ιστορία.
Το πρωί του γάμου μίλησαν ιδιωτικά με τον πατέρα Αντώνιο.
Ο ιερέας αρχικά αρνήθηκε.
— Η εκκλησία δεν είναι δικαστήριο.
— Το ξέρω, πάτερ — είπε ο Στέλιος. — Αλλά εγώ δεν μπορώ να παντρευτώ χωρίς να ξέρω αν η γυναίκα που με μεγάλωσε θα συνεχίσει να κυβερνά τη ζωή μου με ψέματα.
Ο πατέρας Αντώνιος τελικά συμφώνησε να κάνει μία μόνο ερώτηση πριν συνεχίσει το μυστήριο.
Και τώρα είχαν φτάσει σε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Η Δέσποινα κρατούσε το κινητό της.
Ο Στέλιος κοιτούσε τη μητέρα του.
Ο πατέρας Αντώνιος μίλησε.
— Κυρία Κατερίνα, ο γιος σας μου ζήτησε να σας ρωτήσω κάτι πριν συνεχίσουμε. Υπήρξε ποτέ στο παρελθόν κάποια παρέμβασή σας σε μια σχέση του, την οποία ο ίδιος δεν γνώριζε;
Το χαμόγελο της Κατερίνας εξαφανίστηκε.
Η εκκλησία βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.
— Δεν καταλαβαίνω — είπε.
Ο Στέλιος γύρισε προς το μέρος της.
— Για την Ιωάννα, μάνα.
Η Κατερίνα χλώμιασε.
— Τώρα βρήκες να μιλήσεις γι’ αυτήν;
— Μου είπες ότι εκείνη δεν ήθελε να με ξαναδεί.
— Έτσι ήταν.
Η Δέσποινα πάτησε το κουμπί.
Η φωνή της Κατερίνας ακούστηκε καθαρά από το μικρό ηχείο που είχαν συνδέσει νωρίτερα.
«Του είπα ό,τι χρειαζόταν για να σε ξεχάσει. Και σε σένα είπα ό,τι χρειαζόταν για να φύγεις.»
Κανείς δεν κουνήθηκε.
Η Μαρίνα άφησε έναν πνιχτό ήχο.
Ο Στέλιος έκλεισε τα μάτια.
Η Κατερίνα έκανε ένα βήμα μπροστά.
— Κλείσ’ το.
Η Δέσποινα δεν το έκλεισε.
Ακούστηκε η συνέχεια.
«Είχες ήδη χάσει το παιδί. Δεν υπήρχε λόγος να καταστραφεί και ο Στέλιος.»
Τότε ο αδελφός της Κατερίνας, ο θείος Μανώλης, σηκώθηκε από το κάθισμά του.
— Κατερίνα, τι λες εκεί;
Η ηχογράφηση τελείωσε.
Η Κατερίνα κοίταζε γύρω της σαν να έβλεπε για πρώτη φορά τους ανθρώπους που γνώριζε όλη της τη ζωή.
— Εγώ έσωσα τον γιο μου.
Ο Στέλιος την κοίταξε με τέτοια θλίψη που η Δέσποινα δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
— Από τι;
Η Κατερίνα άνοιξε το στόμα της αλλά δεν απάντησε.
— Από μια γυναίκα που αγαπούσα; Από ένα παιδί που χάσαμε; Από το δικαίωμα να πενθήσω μαζί της;
— Ήσουν νέος.
— Ήμουν είκοσι έξι.
— Δεν καταλάβαινες.
— Και εσύ αποφάσισες ότι θα καταλάβαινες για μένα;
Η φωνή του δεν ανέβαινε.
Αυτό έκανε τη σκηνή ακόμη πιο βαριά.
Η Κατερίνα έδειξε τη Δέσποινα.
— Αυτή σε έβαλε να το κάνεις αυτό.
Η Δέσποινα περίμενε πως ο Στέλιος θα δίσταζε.
Δεν το έκανε.
— Όχι. Η Δέσποινα ήθελε να φύγουμε και να το λύσουμε μόνοι μας. Εγώ ήθελα να σε ρωτήσω εδώ.
— Μπροστά σε όλους;
— Μπροστά στους ίδιους ανθρώπους στους οποίους είπες για χρόνια ότι η Ιωάννα με εγκατέλειψε.
Τότε συνέβη κάτι που κανείς δεν περίμενε.
Η Μαρίνα σηκώθηκε.
— Και σε μένα είπες ψέματα.
Η Κατερίνα στράφηκε προς την κόρη της.
— Μην ανακατεύεσαι.
— Μου έλεγες ότι η Ιωάννα δεν άντεξε την οικογένειά μας και έφυγε. Με έβαλες να τη μισώ.
— Ήσουν παιδί.
— Ήμουν είκοσι δύο.
Η Κατερίνα έχασε επιτέλους τη σιγουριά της.
Έκανε ένα βήμα προς την έξοδο.
Ο αδελφός της την σταμάτησε.
— Υπάρχει κάτι άλλο;
Η Δέσποινα δεν κατάλαβε.
Ο Μανώλης κοίταζε την αδελφή του με τρόμο.
— Τι εννοείς; — ρώτησε ο Στέλιος.
Ο Μανώλης κατάπιε.
— Όταν πέθανε ο πατέρας σας… θυμάσαι που υπήρχε εκείνη η διαφωνία για το σπίτι στο Τολό;
Η Κατερίνα φώναξε:
— Μανώλη, όχι.
Αλλά ήταν αργά.
Ο Μανώλης αποκάλυψε ότι χρόνια πριν η Κατερίνα είχε πείσει τα παιδιά πως ο πατέρας τους είχε αφήσει το εξοχικό αποκλειστικά σε εκείνη.
Ο ίδιος όμως είχε δει ένα παλιότερο χειρόγραφο σημείωμα του γαμπρού του, όπου έλεγε ότι το σπίτι προοριζόταν για τα δύο παιδιά.
— Νόμιζα ότι άλλαξε τη διαθήκη μετά — είπε. — Δεν έψαξα ποτέ.
Ο Στέλιος γύρισε αργά προς τη μητέρα του.
— Άλλαξε;
Η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.
Αλλά κανείς δεν ήξερε πια αν τα δάκρυα ήταν μετάνοια ή πανικός.
Ο γάμος δεν ακυρώθηκε.
Ο πατέρας Αντώνιος ζήτησε από όλους δέκα λεπτά ησυχίας.
Η Δέσποινα και ο Στέλιος βγήκαν στο πίσω προαύλιο της εκκλησίας, κάτω από μια μεγάλη μουριά.
— Θέλεις να φύγουμε; — τον ρώτησε.
Ο Στέλιος κοίταζε το έδαφος.
— Αν φύγουμε, θα σημαίνει ότι εκείνη κατάφερε πάλι να αποφασίσει για τη ζωή μου.
— Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του.
— Δεν αποδεικνύω. Επιλέγω.
Της έπιασε το χέρι.
— Εσένα.
Επέστρεψαν στην εκκλησία.
Η Κατερίνα δεν βρισκόταν πια στην πρώτη σειρά.
Είχε φύγει.
Η καρέκλα της ήταν άδεια.
Η τελετή συνεχίστηκε πολύ πιο ήσυχα από όσο είχε ξεκινήσει.
Κανείς δεν χειροκρότησε όταν τελείωσε.
Αλλά όταν ο Στέλιος φίλησε τη Δέσποινα έξω από την εκκλησία, εκείνη ένιωσε για πρώτη φορά όλη την ημέρα ότι μπορούσε να αναπνεύσει.
Στο γλέντι που ακολούθησε, δεν συζητούσαν όλοι για το νυφικό ή το φαγητό.
Συζητούσαν για την Κατερίνα.
Η Δέσποινα όμως απαγόρευσε στον DJ να γίνει οποιαδήποτε αναφορά.
— Σήμερα παντρευτήκαμε — είπε. — Δεν θα γίνει η μέρα μας μνημείο για το λάθος κάποιου άλλου.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Στέλιος συναντήθηκε με την Ιωάννα.
Μόνος.
Η Δέσποινα τού το πρότεινε.
Όταν γύρισε σπίτι, ήταν ήρεμος.
— Πώς ήταν;
— Δύσκολο.
— Υπάρχει κάτι ανάμεσά σας;
Εκείνος χαμογέλασε θλιμμένα.
— Υπάρχει κάτι που έπρεπε να είχε τελειώσει σωστά πριν πολλά χρόνια. Τώρα τελείωσε.
Η Ιωάννα τού είχε δώσει αντίγραφα από όλα όσα είχε βρει.
Μέσα υπήρχε και η επιστολή της κλινικής.
Το περιεχόμενό της έκανε την ιστορία ακόμη πιο τραγική.
Οι γιατροί δεν είχαν διαπιστώσει τίποτα που να δείχνει ευθύνη της Ιωάννας για την αποβολή.
Το πιθανότερο ήταν μια σπάνια γενετική επιπλοκή.
Αν ο Στέλιος είχε διαβάσει εκείνη την επιστολή, ίσως να μην είχε πιστέψει ποτέ τα ψέματα που ακολούθησαν.
Για το σπίτι στο Τολό χρειάστηκε δικηγόρος.
Η επίσημη διαθήκη αποδείχθηκε τελικά διαφορετική από όσα τους είχε πει η Κατερίνα.
Ο πατέρας τους είχε αφήσει την ψιλή κυριότητα στα δύο παιδιά και την επικαρπία στη σύζυγό του.
Η Κατερίνα δεν είχε πλαστογραφήσει τίποτα.
Απλώς είχε αποκρύψει την αλήθεια.
Όπως έκανε πάντα.
Τρεις μήνες μετά τον γάμο, ζήτησε να συναντήσει τον Στέλιο και τη Μαρίνα.
Βρέθηκαν στο παλιό οικογενειακό σπίτι.
Η Δέσποινα δεν πήγε.
Εκείνη η συζήτηση ανήκε στα παιδιά της.
Η Κατερίνα δεν ζήτησε συγχώρεση αμέσως.
Στην αρχή προσπάθησε να εξηγήσει.
Ότι είχε χάσει τον άντρα της νωρίς.
Ότι φοβόταν να χάσει και τα παιδιά της.
Ότι πίστευε πως αν έλεγχε τα πάντα θα τους προστάτευε.
Η Μαρίνα της απάντησε κάτι που ο Στέλιος μετέφερε αργότερα στη Δέσποινα.
— Μαμά, όποιος προστατεύει κάποιον δεν του κλέβει τη ζωή για να τη ζήσει αντί γι’ αυτόν.
Για πρώτη φορά η Κατερίνα δεν είχε απάντηση.
Η σχέση τους δεν αποκαταστάθηκε μαγικά.
Δεν υπάρχουν πάντα τέτοια θαύματα.
Για μήνες ο Στέλιος δεν της μιλούσε.
Η Μαρίνα κρατούσε μόνο τυπική επαφή.
Σταδιακά, και μόνο αφού η Κατερίνα άρχισε να βλέπει ψυχολόγο, άνοιξε ένας μικρός δρόμος επικοινωνίας.
Όχι εμπιστοσύνης.
Όχι ακόμη.
Έναν χρόνο αργότερα, στην επέτειο του γάμου τους, η Δέσποινα και ο Στέλιος επέστρεψαν στο Ναύπλιο.
Κάθισαν σε ένα ταβερνάκι κοντά στο λιμάνι, με θέα τα φώτα του Παλαμηδίου.
Ο Στέλιος σήκωσε το ποτήρι του.
— Ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά;
— Τι;
— Ότι η χειρότερη στιγμή του γάμου μας συνέβη πριν καν παντρευτούμε.
Η Δέσποινα χαμογέλασε.
— Άρα από εκεί και πέρα είχαμε μόνο περιθώριο βελτίωσης.
Γέλασαν.
Ύστερα ο Στέλιος σοβάρεψε.
— Φοβάσαι ποτέ ότι θα γίνω σαν εκείνη;
Η Δέσποινα σκέφτηκε πριν απαντήσει.
— Όλοι κουβαλάμε κάτι από τους γονείς μας.
— Δεν απάντησες.
— Όχι. Δεν φοβάμαι.
— Γιατί;
Τον κοίταξε.
— Επειδή εσύ ρωτάς αν μπορεί να κάνεις λάθος. Η μητέρα σου πέρασε τη μισή ζωή της πιστεύοντας ότι μόνο εκείνη μπορούσε να έχει δίκιο.
Ο Στέλιος κατέβασε το βλέμμα στο ποτήρι του.
Εκείνο το βράδυ, καθώς περπατούσαν προς το ξενοδοχείο, χτύπησε το κινητό του.
Ήταν μήνυμα από την Κατερίνα.
Δεν έγραφε πολλά.
Μόνο:
«Δεν ζητώ να ξεχάσεις. Προσπαθώ να γίνω άνθρωπος που κάποτε ίσως μπορέσεις πάλι να πιστέψεις.»
Ο Στέλιος έδειξε το μήνυμα στη Δέσποινα.
— Τι να της απαντήσω;
Η Δέσποινα τον φίλησε στο μάγουλο.
— Αυτή τη φορά, αποφάσισε μόνος σου.
Και για πρώτη φορά στη ζωή του, αυτό ακριβώς έκανε.