Ο συμβολαιογράφος επανέλαβε το όνομα δύο φορές, επειδή κανείς μας δεν αντέδρασε την πρώτη.
«Στον κύριο Νικόλαο Βρεττό», είπε, κοιτάζοντας πάνω από τα λεπτά γυαλιά του. «Μεταβιβάζεται η οικία στην Κηφισιά, το αγροτεμάχιο στην Εύβοια, οι τραπεζικές καταθέσεις και το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρεία.»
Η πεθερά μου, η Κατερίνα, άφησε το φλιτζάνι του καφέ να χτυπήσει πάνω στο πιατάκι.
Ο άντρας μου, ο Στέφανος, γύρισε προς τον μεγαλύτερο αδελφό του.
«Ποιος είναι αυτός;»
Ο Μάριος δεν απάντησε.
Ήμασταν επτά άνθρωποι γύρω από το μεγάλο τραπέζι του δικηγορικού γραφείου στο Σύνταγμα, κι όμως για μερικά δευτερόλεπτα ακουγόταν μόνο ο θόρυβος από την κίνηση της λεωφόρου Αμαλίας πίσω από τα κλειστά παράθυρα.
Ο πεθερός μου, ο Ανδρέας Δεληγιάννης, είχε πεθάνει δώδεκα ημέρες νωρίτερα από καρδιακή ανακοπή, μέσα στο σπίτι του στην Κηφισιά.
Ήταν εβδομήντα τεσσάρων.
Για σαράντα χρόνια είχε εισαγωγική εταιρεία οικοδομικών υλικών στον Ρέντη, δύο ακίνητα, κάποια χωράφια που κληρονόμησε από τον πατέρα του και, σύμφωνα με όσα ήξεραν όλοι, αρκετές οικονομίες.
Δεν ήταν άνθρωπος που συζητούσε για χρήματα.
Αλλά κανένας δεν περίμενε αυτό.
Η Κατερίνα σηκώθηκε απότομα.
«Υπάρχει κάποιο λάθος.»
Ο συμβολαιογράφος, ο κύριος Σταματίου, δεν φάνηκε να εκπλήσσεται.
«Η διαθήκη συντάχθηκε πριν από δεκατέσσερις μήνες παρουσία δύο μαρτύρων.»
«Ο άντρας μου είχε δύο γιους.»
«Το γνωρίζω.»
«Και γυναίκα σαράντα έξι χρόνια.»
Ο κύριος Σταματίου έγνεψε ήρεμα.
«Σας έχει αφήσει προσωπικά το διαμέρισμα στο Παλαιό Φάληρο που ήδη βρίσκεται στο όνομά σας κατά το ήμισυ και ένα ποσό για τα έξοδα διαβίωσής σας.»
Η φωνή της Κατερίνας άλλαξε.
«Και όλα τα υπόλοιπα πάνε σε έναν ξένο;»
«Ναι.»
Ο Στέφανος έσκυψε μπροστά.
«Θέλω το πλήρες όνομα.»
Ο συμβολαιογράφος κατέβασε τα μάτια στο χαρτί.
«Νικόλαος Ιωάννου Βρεττός.»
Δίπλα μου, ο Στέφανος πάγωσε.
Ήταν τόσο ανεπαίσθητο που ίσως κανένας άλλος δεν το πρόσεξε.
Εγώ όμως τον ήξερα δεκατρία χρόνια.
Το χέρι του σταμάτησε πάνω στο τραπέζι.
«Σου λέει κάτι;» τον ρώτησα ψιθυριστά.
«Όχι.»
Απάντησε πολύ γρήγορα.
Ο Μάριος άρχισε να γελάει νευρικά.
«Ωραία. Δηλαδή ο πατέρας μας τρελάθηκε στο τέλος και κανείς δεν το κατάλαβε;»
«Δεν υπήρχε καμία ένδειξη μειωμένης πνευματικής ικανότητας», είπε ο συμβολαιογράφος.
«Θα το προσβάλουμε.»
«Αυτό είναι δικαίωμά σας.»
Η Κατερίνα στράφηκε προς εκείνον.
«Ο άνθρωπος αυτός πού είναι;»
Ο κύριος Σταματίου έκλεισε αργά τον φάκελο.
📖 Αν θέλετε να μάθετε γιατί ο Ανδρέας συναντούσε κρυφά τον άνθρωπο που τελικά κληρονόμησε τα πάντα, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

«Έχει ενημερωθεί.»
«Και;»
«Δεν επιθυμεί να παρευρεθεί σήμερα.»
Αυτό έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα.
Στον δρόμο της επιστροφής, ο Στέφανος οδηγούσε χωρίς να μιλά.
Μόλις περάσαμε την Αλεξάνδρας, του είπα:
«Τον ξέρεις.»
«Ποιον;»
«Τον Βρεττό.»
«Σου είπα όχι.»
«Δεν σου είπα ότι τον ξέρεις προσωπικά. Είπα ότι το όνομα κάτι σου θύμισε.»
Έσφιξε το τιμόνι.
«Ίσως το έχω ακούσει κάπου.»
«Πού;»
«Δεν ξέρω, Ελένη.»
Η απότομη απάντηση με έκανε να σταματήσω.
Εκείνο το βράδυ, η Κατερίνα μας κάλεσε όλους στο σπίτι.
Το σαλόνι μύριζε ακόμη λιβάνι από το μνημόσυνο. Στη βιβλιοθήκη υπήρχε η φωτογραφία του Ανδρέα από τον γάμο μας, όρθιος ανάμεσα στους δύο γιους του, σοβαρός όπως πάντα.
Η Κατερίνα είχε ανοίξει παλιά συρτάρια.
Αποδείξεις.
Τραπεζικά έγγραφα.
Ατζέντες.
«Κάτι θα υπάρχει», είπε. «Δεν δίνεις όλη σου την περιουσία σε έναν άγνωστο χωρίς λόγο.»
Ο Μάριος καθόταν με το κινητό στο χέρι.
«Βρήκα τρεις Νικόλαους Βρεττούς στην Αθήνα.»
«Και;»
«Έναν λογιστή εξήντα χρονών. Έναν ορθοπεδικό. Κι έναν τύπο γύρω στα σαράντα που έχει συνεργείο στο Περιστέρι.»
Ο Στέφανος, που μέχρι τότε στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, γύρισε απότομα.
«Συνεργείο;»
Ο Μάριος τον κοίταξε.
«Ναι. Γιατί;»
«Τίποτα.»
Το πρόσεξε και η Κατερίνα.
«Στέφανε;»
«Είπα τίποτα.»
Η βραδιά τελείωσε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Στο σπίτι μας, περίμενα μέχρι να κοιμηθεί η κόρη μας και μετά έκλεισα την πόρτα της κουζίνας.
«Θα μου πεις τώρα;»
Ο Στέφανος δεν έκανε πως δεν καταλάβαινε.
Άνοιξε το ψυγείο, πήρε ένα μπουκάλι νερό και ήπιε κατευθείαν.
«Όταν ήμουν δεκαεπτά», είπε, «ο πατέρας μου είχε έναν οδηγό στην εταιρεία. Τον έλεγαν Γιάννη Βρεττό.»
Περίμενα.
«Και;»
«Τίποτα. Έφυγε ξαφνικά.»
«Αυτό είναι όλο;»
Ο Στέφανος κοίταξε το τραπέζι.
«Είχε έναν γιο.»
Ένιωσα ένα κρύο κύμα να περνάει από την πλάτη μου.
«Νικόλαο;»
«Νομίζω.»
«Νομίζεις;»
«Ήμασταν παιδιά, Ελένη. Τον είχα δει δύο ή τρεις φορές στην αποθήκη.»
«Γιατί δεν το είπες σήμερα;»
Ο Στέφανος άφησε το μπουκάλι.
«Γιατί ο πατέρας μου απαγόρευε να αναφέρουμε εκείνη την οικογένεια.»
Εκεί σταμάτησα.
«Γιατί;»
Για πρώτη φορά από το πρωί, ο άντρας μου φάνηκε πραγματικά φοβισμένος.
«Δεν ξέρω.»
Την επόμενη ημέρα τηλεφώνησα μόνη μου στον κύριο Σταματίου.
Δεν μου είπε πολλά.
Μου είπε όμως κάτι που δεν γνώριζε η οικογένεια.
Ο Ανδρέας είχε συναντηθεί μαζί του έντεκα φορές τον τελευταίο χρόνο.
Και στις επτά από αυτές, είχε έρθει μαζί του ο Νικόλαος Βρεττός.
Το ίδιο απόγευμα πήγα στο Περιστέρι.
Δεν είπα τίποτα στον Στέφανο.
Το συνεργείο βρισκόταν σε έναν στενό δρόμο πίσω από τη Θηβών. Μια μικρή μπλε ταμπέλα έγραφε «ΒΡΕΤΤΟΣ — Ηλεκτρολογείο Αυτοκινήτων».
Μέσα, ένας άντρας περίπου σαράντα πέντε χρονών δούλευε σκυμμένος πάνω από ένα παλιό βαν.
«Κύριος Βρεττός;»
Σήκωσε το κεφάλι.
Είχε σκούρα μαλλιά, γκρίζα στους κροτάφους, και μάτια που με έκαναν να νιώσω παράξενα.
Τα είχα ξαναδεί.
Όχι σε εκείνον.
Στον Ανδρέα.
«Ποια είστε;»
«Η νύφη του Ανδρέα Δεληγιάννη.»
Δεν έδειξε έκπληξη.
Σκούπισε τα χέρια του σε ένα πανί.
«Ελάτε.»
Στο μικρό γραφείο υπήρχαν δύο πλαστικές καρέκλες, ένας παλιός υπολογιστής και μια φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας.
«Ξέρετε γιατί ήρθα.»
«Για τη διαθήκη.»
«Ναι.»
Κάθισε απέναντί μου.
«Δεν ζήτησα τίποτα από τον κύριο Ανδρέα.»
«Τότε γιατί σας τα άφησε;»
Ο Νικόλαος χαμογέλασε πικρά.
«Αυτό πρέπει να ρωτήσετε την οικογένειά σας.»
«Τους ρώτησα. Κανείς δεν ξέρει.»
«Κάποιος ξέρει.»
Η απάντηση ήταν άμεση.
«Ποιος;»
Ο Νικόλαος κοίταξε τη φωτογραφία της γυναίκας.
«Η πεθερά σας.»
Γέλασα από αμηχανία.
«Η Κατερίνα έμαθε το όνομά σας χθες.»
«Όχι.»
Η βεβαιότητά του με αναστάτωσε.
«Σας ήξερε πριν γεννηθείτε εσείς.»
«Τότε εξηγήστε μου.»
Σιώπησε για λίγο.
Μετά άνοιξε ένα συρτάρι.
Έβγαλε έναν φθαρμένο φάκελο.
Πάνω ήταν γραμμένη μια ημερομηνία.
17 Μαΐου 1982.
«Ο πατέρας μου, ο Γιάννης, δούλευε για τον Ανδρέα σχεδόν δεκαπέντε χρόνια.»
«Το ξέρω.»
«Δεν ήταν απλώς οδηγός.»
Ο Νικόλαος έσπρωξε τον φάκελο προς το μέρος μου.
«Ήταν συνέταιρος του στην αρχή.»
Μέσα υπήρχε ένα παλιό ιδιωτικό συμφωνητικό.
Διάβασα τις πρώτες γραμμές.
Οι δύο άντρες είχαν ξεκινήσει μαζί μια μικρή επιχείρηση μεταφορών και εισαγωγών.
Πενήντα τοις εκατό ο καθένας.
«Η εταιρεία του Ανδρέα…»
«Ξεκίνησε από κοινού.»
«Τότε γιατί ο πατέρας σας δεν ήταν ιδιοκτήτης;»
Ο Νικόλαος έσκυψε πίσω.
«Επειδή το 1989 κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση.»
Το ήξερα αυτό.
Ή μάλλον είχα ακούσει μια παλιά οικογενειακή ιστορία για έναν υπάλληλο που είχε κλέψει χρήματα.
«Ο πατέρας μου δεν έκλεψε.»
«Πώς το ξέρετε;»
«Γιατί πριν πεθάνει ο Ανδρέας ήρθε εδώ και μου το είπε.»
Δεν μίλησα.
«Τα χρήματα τα είχε πάρει ο ίδιος», συνέχισε. «Η εταιρεία είχε χρέη. Έπρεπε να πληρώσει έναν προμηθευτή στην Ιταλία και χρησιμοποίησε χρήματα που είχαν δηλωθεί αλλιώς στα βιβλία.»
«Και κατηγόρησε τον πατέρα σας;»
«Ο πατέρας μου δέχτηκε να πάρει την ευθύνη προσωρινά.»
«Γιατί;»
Ο Νικόλαος κοίταξε πάλι τη φωτογραφία.
«Επειδή ο Ανδρέας του υποσχέθηκε ότι θα αποκαταστήσει το όνομά του όταν σωθεί η εταιρεία.»
«Δεν το έκανε.»
«Όχι.»
Ο Γιάννης Βρεττός καταδικάστηκε με αναστολή.
Έχασε τη δουλειά.
Έχασε το μερίδιό του.
Και μέσα σε δύο χρόνια, σύμφωνα με τον Νικόλαο, η οικογένεια είχε φύγει από την Αθήνα.
«Και η Κατερίνα;»
Ο Νικόλαος χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ήξερε.»
«Πώς;»
«Γιατί ήταν εκεί όταν συμφώνησαν τι θα κάνουν.»
Δεν ήθελα να το πιστέψω.
Η Κατερίνα ήταν σκληρή, ναι. Περήφανη. Ελεγκτική.
Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό.
«Γιατί δεν πήγατε ποτέ στα δικαστήρια;»
«Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν είκοσι δύο. Μου άφησε τα χαρτιά, αλλά μου είπε να μην καταστρέψω τη ζωή μου κυνηγώντας ανθρώπους που δεν θα παραδέχονταν τίποτα.»
«Και μετά εμφανίστηκε ο Ανδρέας.»
«Πέρυσι.»
«Γιατί τότε;»
Ο Νικόλαος πήρε βαθιά ανάσα.
«Επειδή βρήκε κάτι.»
Τον κοίταξα.
«Τι;»
«Ένα γράμμα του πατέρα μου.»
Ο Ανδρέας, τακτοποιώντας παλιά έγγραφα σε μια αποθήκη της εταιρείας, είχε βρει έναν φάκελο του 1990.
Ο Γιάννης του είχε γράψει λίγο μετά την καταδίκη.
Δεν ζητούσε χρήματα.
Ζητούσε μόνο ένα πράγμα.
Να μην αφήσει τον γιο του να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι ο πατέρας του ήταν κλέφτης.
Ο Ανδρέας δεν είχε απαντήσει ποτέ.
«Μου είπε ότι το είχε ξεχάσει», είπε ο Νικόλαος. «Δεν τον πίστεψα.»
«Και μετά σας άφησε την περιουσία του;»
«Δεν το ήξερα μέχρι πριν δύο εβδομάδες.»
«Δεν σας είχε πει τίποτα;»
«Μου είπε μόνο ότι θα προσπαθούσε να διορθώσει κάτι.»
Έφυγα από το συνεργείο με το κεφάλι βαρύ.
Όταν μπήκα στο αυτοκίνητο, είχα τρεις αναπάντητες από τον Στέφανο.
Του τηλεφώνησα.
«Πού είσαι;»
«Θα σου πω όταν γυρίσω.»
Στο σπίτι με περίμενε στην κουζίνα.
Του τα είπα όλα.
Δεν με διέκοψε μέχρι το τέλος.
Μετά κάθισε.
«Άρα γι’ αυτό.»
«Εσύ ήξερες περισσότερα.»
Ο Στέφανος έκλεισε τα μάτια.
«Θυμάμαι τον πατέρα μου να τσακώνεται με τη μητέρα μου γι’ αυτόν τον Γιάννη. Ήμουν δεκαεπτά.»
«Τι έλεγαν;»
«Η μητέρα μου έλεγε ότι αν ο πατέρας παραδεχόταν τι είχε γίνει, θα έχανε την εταιρεία.»
«Και δεν είπες τίποτα τόσα χρόνια;»
«Δεν καταλάβαινα.»
«Στέφανε, ήσουν δεκαεπτά. Όχι επτά.»
Η σιωπή του ήταν αρκετή.
Την Κυριακή πήγαμε όλοι στο σπίτι της Κατερίνας.
Ο Μάριος είχε ήδη μιλήσει με δικηγόρο για προσβολή της διαθήκης.
Μόλις καθίσαμε, έβγαλα το αντίγραφο του παλιού συμφωνητικού.
Η Κατερίνα το αναγνώρισε πριν καν το ανοίξει.
Το πρόσωπό της άσπρισε.
Ο Μάριος την κοίταξε.
«Μαμά;»
Εκείνη δεν απάντησε.
«Τον ήξερες», είπα.
Η Κατερίνα κάθισε αργά.
Για πρώτη φορά από τότε που τη γνώριζα, έμοιαζε μεγάλη.
Πραγματικά μεγάλη.
«Ο Γιάννης ήταν καλός άνθρωπος», είπε.
Ο Μάριος σηκώθηκε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ο πατέρας σας φοβήθηκε.»
«Και τον κατέστρεψε;»
Η Κατερίνα έκλεισε τα μάτια.
«Δεν ήταν τόσο απλό.»
«Πάντα είναι η ίδια φράση όταν κάποιος έχει κάνει κάτι άσχημο», είπα.
Με κοίταξε, αλλά δεν αντέδρασε.
«Η εταιρεία χρωστούσε πολλά. Ο Ανδρέας είχε ήδη δύο παιδιά. Το σπίτι ήταν υποθηκευμένο. Αν παραδεχόταν τι έκανε, θα πήγαινε φυλακή.»
Ο Στέφανος ψιθύρισε:
«Και ο Γιάννης;»
«Ο Γιάννης πίστευε ότι θα ήταν προσωρινό.»
Ο Μάριος χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
«Και τον αφήσατε έτσι;»
Η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.
Όχι δυνατά.
Ήσυχα.
«Εγώ τον έπεισα.»
Το δωμάτιο πάγωσε.
«Τον πατέρα;» ρώτησα.
«Τον Ανδρέα. Ήθελε να πει την αλήθεια όταν η εταιρεία συνήλθε. Εγώ του είπα να μη διαλύσει την οικογένεια.»
Ο Στέφανος σηκώθηκε.
«Άρα το ήξερες όλα αυτά τα χρόνια.»
«Ναι.»
«Και όταν ο πατέρας βρήκε τον γιο του;»
Η Κατερίνα σκούπισε τα μάτια.
«Τσακωθήκαμε.»
«Για τη διαθήκη;»
«Δεν ήξερα για τη διαθήκη. Ήξερα μόνο ότι ήθελε να του δώσει χρήματα.»
«Και τι του είπες;»
Η φωνή της έσπασε.
«Ότι δεν χρωστούσαμε τίποτα πια.»
Ο Μάριος γέλασε πικρά.
«Απίστευτο.»
Δύο εβδομάδες αργότερα, έγινε η πρώτη συνάντηση των δικηγόρων.
Ο Μάριος ήθελε να συνεχίσει δικαστικά.
Ο Στέφανος όχι.
Η Κατερίνα είχε σταματήσει να μιλά σχεδόν με όλους.
Και τότε ήρθε άλλη μία έκπληξη.
Ο Νικόλαος Βρεττός αρνήθηκε την κληρονομιά.
Όχι ολόκληρη.
Αρνήθηκε το σπίτι της Κηφισιάς, τις περισσότερες καταθέσεις και τα χωράφια.
Κράτησε μόνο το ποσοστό της εταιρείας που, σύμφωνα με τα παλιά έγγραφα, θα έπρεπε να ανήκει στον πατέρα του.
Και ένα μικρό ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στην αξία εκείνου του μεριδίου όπως θα είχε εξελιχθεί όλα αυτά τα χρόνια.
Ο συμβολαιογράφος μάς διάβασε την έγγραφη δήλωσή του.
«Δεν θέλω την περιουσία μιας άλλης οικογένειας. Θέλω μόνο να διορθωθεί, όσο γίνεται, αυτό που αφαιρέθηκε από τη δική μου.»
Ο Μάριος δεν είπε τίποτα.
Ο Στέφανος χαμήλωσε το κεφάλι.
Η Κατερίνα έκλαψε.
Τρεις μήνες αργότερα, ο Νικόλαος ήρθε για πρώτη φορά στην εταιρεία ως μέτοχος.
Ο Στέφανος με πήρε μαζί του.
Περίμενα αμηχανία.
Αντί γι’ αυτό, είδα τον Νικόλαο να στέκεται μπροστά σε μια παλιά φωτογραφία που είχε κρεμαστεί στον διάδρομο.
Ήταν ασπρόμαυρη.
Δύο νέοι άντρες, γύρω στα τριάντα, στέκονταν μπροστά σε ένα μικρό φορτηγό.
Ο Ανδρέας και ο Γιάννης.
Κάτω από τη φωτογραφία είχε τοποθετηθεί μια μικρή πινακίδα:
«Οι ιδρυτές — 1978».
Ο Νικόλαος την κοίταζε σιωπηλός.
«Ο Στέφανος το έκανε», του είπα.
Εκείνος έγνεψε.
«Ο πατέρας μου θα το εκτιμούσε περισσότερο από τα χρήματα.»
Λίγο αργότερα, καθώς φεύγαμε, τον είδα να βγάζει από την τσέπη του ένα παλιό διπλωμένο χαρτί.
Ήταν το γράμμα του πατέρα του.
«Ξέρετε κάτι περίεργο;» μου είπε.
«Τι;»
«Ο κύριος Ανδρέας το είχε πάνω στο γραφείο του την ημέρα που πέθανε.»
Τον κοίταξα.
«Πώς το ξέρετε;»
«Μου τηλεφώνησε εκείνο το πρωί.»
Η καρδιά μου χτύπησε πιο δυνατά.
«Τι σας είπε;»
Ο Νικόλαος χαμογέλασε λυπημένα.
«Ότι πέρασε τριάντα έξι χρόνια φοβούμενος πως, αν πει την αλήθεια, θα χάσει την οικογένειά του.»
Έκανε μια παύση.
«Και στο τέλος κατάλαβε ότι κινδύνευε να πεθάνει χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ πραγματικά ειλικρινής μαζί της.»
Κοίταξα τον Στέφανο που στεκόταν λίγα μέτρα μακριά.
Τότε κατάλαβα πως η διαθήκη του Ανδρέα δεν ήταν τιμωρία για τους γιους του.
Ούτε δώρο σε έναν άγνωστο.
Ήταν η τελευταία, καθυστερημένη ομολογία ενός ανθρώπου που δεν είχε βρει ποτέ το θάρρος να πει τη μία πρόταση που θα μπορούσε να είχε αλλάξει τη ζωή δύο οικογενειών:
«Έφταιξα εγώ.»