Η Μαρίνα κατάλαβε ότι κάτι είχε πάει πολύ στραβά όταν είδε δύο άγνωστους άντρες να μετρούν με λέιζερ την πρόσοψη του σπιτιού της πεθεράς της.
Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Ιουνίου, λίγο έξω από το Ρέθυμνο. Το παλιό διώροφο σπίτι στεκόταν εκεί από τη δεκαετία του ’70, ανάμεσα σε ελιές, βασιλικούς σε τενεκέδες και μια κληματαριά που ο πεθερός της, ο Μανώλης, είχε φυτέψει όταν γεννήθηκε ο πρώτος του γιος.
— Συγγνώμη, ποιοι είστε; — ρώτησε η Μαρίνα, αφήνοντας τις σακούλες με τα ψώνια πάνω στο πεζούλι.
Ο ένας άντρας χαμήλωσε το όργανο.
— Από την εκτιμητική εταιρεία.
— Ποια εκτιμητική εταιρεία;
Κοίταξε τον συνάδελφό του σαν να είχε μόλις καταλάβει ότι μάλλον είχε μιλήσει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
— Θα πρέπει να απευθυνθείτε στην ιδιοκτήτρια.
Η Μαρίνα ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της.
Ιδιοκτήτρια ήταν η πεθερά της, η κυρία Καλλιόπη.
Ή τουλάχιστον αυτό πίστευε όλη η οικογένεια.
Μέχρι εκείνη τη μέρα.
Η Μαρίνα και ο άντρας της, ο Στέλιος, ζούσαν στον επάνω όροφο του ίδιου σπιτιού σχεδόν δώδεκα χρόνια. Είχαν βάλει δικά τους χρήματα για να αλλάξουν τα ηλεκτρολογικά, να μονώσουν την ταράτσα, να φτιάξουν μπάνιο και να κάνουν δύο δωμάτια για τα παιδιά τους.
Η συμφωνία ήταν απλή.
Το σπίτι θα περνούσε αργότερα στον Στέλιο και στον μικρότερο αδελφό του, τον Γιώργο.
Ο Γιώργος, όμως, δεν είχε μείνει ποτέ πραγματικά εκεί. Είχε φύγει για Ηράκλειο, είχε ανοίξει ένα μικρό κατάστημα με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, το είχε κλείσει, μετά μπήκε σε εμπόριο τροφίμων, ύστερα σε τουριστικές ενοικιάσεις και κάθε χρόνο ανακοίνωνε μια νέα «μεγάλη ευκαιρία».
Κάθε μεγάλη ευκαιρία κατέληγε με τον ίδιο τρόπο.
Χρέη.
Η Καλλιόπη πάντα τον δικαιολογούσε.
— Ο Γιώργος έχει επιχειρηματικό μυαλό, απλώς δεν του κάθεται η τύχη.
Ο Στέλιος σπάνια απαντούσε.
Η Μαρίνα, αντίθετα, είχε αρχίσει να βλέπει το μοτίβο εδώ και χρόνια.
Όταν ο Γιώργος χρειαζόταν χρήματα, η μητέρα του έβρισκε έναν τρόπο.
Πούλησε ένα μικρό χωράφι.
Μετά κάτι παλιά χρυσαφικά.
Ύστερα εξαφανίστηκαν χρήματα που ο Μανώλης είχε αφήσει για τις σπουδές των εγγονιών του.
Αλλά το σπίτι ήταν άλλο πράγμα.
Το σπίτι, όπως έλεγε η ίδια η Καλλιόπη, «δεν το αγγίζουμε».
Εκείνο το απόγευμα η Μαρίνα περίμενε να φύγουν τα παιδιά για το φροντιστήριο και μπήκε στην κουζίνα της πεθεράς της.
Η Καλλιόπη καθάριζε φασολάκια.
— Ήρθαν δύο άντρες σήμερα.
— Ποιοι άντρες;
— Μη μου κάνεις πως δεν ξέρεις.
Το μαχαίρι σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
— Α, αυτοί.
— Τι μετρούσαν;
— Κάτι τυπικά.
— Για ποιο λόγο;
Η Καλλιόπη αναστέναξε.
— Μαρίνα μου, μην μπλέκεσαι σε πράγματα που αφορούν εμένα και τα παιδιά μου.
Η φράση χτύπησε πιο δυνατά απ’ όσο περίμενε.
Τα παιδιά μου.
Όχι εσένα.
Όχι τα εγγόνια μου.
Η Μαρίνα τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί της.
— Ζω σε αυτό το σπίτι δώδεκα χρόνια. Έχω πληρώσει για αυτό το σπίτι. Τα παιδιά μου κοιμούνται πάνω από το κεφάλι σου. Αν κάποιος το εκτιμά, με αφορά.
Η Καλλιόπη άφησε κάτω το μαχαίρι.
— Ο Γιώργος είχε μια δυσκολία.
Η Μαρίνα δεν μίλησε.
— Προσωρινή.
Πάλι σιωπή.
— Χρειαζόταν εγγύηση.
Η Μαρίνα ένιωσε το στόμα της να στεγνώνει.
— Τι έκανες;
— Δεν έγινε τίποτα τρομερό.
— Τι έκανες, Καλλιόπη;
Η ηλικιωμένη γυναίκα ύψωσε το βλέμμα της.
— Έβαλα το σπίτι για εγγύηση.
Η Μαρίνα για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβε καν τι άκουσε.
— Ποιο σπίτι;
Η Καλλιόπη την κοίταξε σχεδόν ενοχλημένη.
— Αυτό.
Η καρέκλα της Μαρίνας σύρθηκε απότομα στο πλακάκι.
— Το σπίτι όπου ζούμε;
— Μην κάνεις έτσι.
— Το σπίτι όπου μεγαλώνουν τα παιδιά μου το έβαλες εγγύηση για τον Γιώργο;
— Είναι κι εκείνου το σπίτι.
— Όχι ακόμα.
Η Καλλιόπη σηκώθηκε.
— Το σπίτι είναι στο όνομά μου. Έχω δικαίωμα.
Αυτή η τελευταία φράση ήταν η πρώτη στιγμή που η Μαρίνα κατάλαβε ότι δεν είχε απέναντί της μια φοβισμένη μητέρα που έκανε ένα λάθος.
Είχε απέναντί της μια γυναίκα που είχε ήδη αποφασίσει ότι όλοι οι υπόλοιποι έπρεπε απλώς να υποστούν τις συνέπειες.
📌 Η απόφαση που πήρε η Μαρίνα εκείνο το βράδυ άλλαξε για πάντα αυτή την οικογένεια — η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

Ο Στέλιος γύρισε από τη δουλειά λίγο πριν τις εννιά.
Δούλευε σε εταιρεία ψυκτικών εγκαταστάσεων και εκείνο το καλοκαίρι έφευγε από το σπίτι πριν χαράξει.
Η Μαρίνα τον περίμενε στη βεράντα.
— Η μάνα σου υποθήκευσε το σπίτι.
Ο Στέλιος άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι.
Δεν φάνηκε έκπληκτος.
Και αυτό ήταν χειρότερο.
— Το ήξερες;
— Όχι ακριβώς.
— Τι σημαίνει «όχι ακριβώς»;
Έτριψε το πρόσωπό του.
— Μου είχε πει ότι ίσως χρειαστεί να βοηθήσει τον Γιώργο.
— Και δεν με ενημέρωσες;
— Δεν ήξερα ότι θα βάλει όλο το σπίτι.
Η Μαρίνα τον κοίταξε αρκετή ώρα.
— Πόσα;
— Δεν ξέρω.
— Θα το μάθουμε αύριο.
Την επόμενη μέρα πήγαν σε δικηγόρο στο Ρέθυμνο.
Ο δικηγόρος, ο κύριος Δρακάκης, ήξερε την οικογένεια.
Είχε χειριστεί παλιότερα την αποδοχή κληρονομιάς του Μανώλη.
Μόλις άκουσε την ιστορία, συνοφρυώθηκε.
— Υπάρχει μια λεπτομέρεια που πρέπει πρώτα να ελέγξουμε.
Έβγαλε έναν παλιό φάκελο από το αρχείο.
Ο Μανώλης είχε πεθάνει οκτώ χρόνια νωρίτερα.
Όλοι πίστευαν ότι είχε αφήσει το σπίτι ολόκληρο στη σύζυγό του.
Δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Η Καλλιόπη είχε την επικαρπία.
Η ψιλή κυριότητα είχε περάσει εξ αδιαιρέτου στους δύο γιους.
Η Μαρίνα γύρισε απότομα προς τον Στέλιο.
— Δηλαδή δεν μπορούσε να το υποθηκεύσει μόνη της;
Ο δικηγόρος σήκωσε το χέρι.
— Μπορούσε να επιβαρύνει το δικό της δικαίωμα. Αλλά για πλήρη υποθήκη πάνω στο ακίνητο θα χρειάζονταν και άλλες υπογραφές.
Ο Στέλιος χλώμιασε.
— Εγώ δεν υπέγραψα τίποτα.
Ο δικηγόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός.
— Τότε πρέπει να δούμε τι ακριβώς έχει κατατεθεί.
Δύο ημέρες αργότερα είχαν την απάντηση.
Υπήρχε δάνειο εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ.
Οφειλέτης ήταν εταιρεία που ανήκε στον Γιώργο.
Εγγυήτρια η Καλλιόπη.
Αλλά στα έγγραφα εμφανιζόταν και συναίνεση του Στέλιου.
Μόνο που η υπογραφή δεν ήταν δική του.
Η Μαρίνα τον είδε να κοιτάζει το χαρτί χωρίς να ανασαίνει.
— Δεν είναι η υπογραφή μου.
Ο δικηγόρος ακούμπησε τα γυαλιά στο γραφείο.
— Τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά.
Το ίδιο βράδυ έγινε οικογενειακό συμβούλιο.
Η Καλλιόπη κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού σαν να ήταν εκείνη το θύμα.
Ο Γιώργος είχε έρθει από το Ηράκλειο με ένα μαύρο αυτοκίνητο που κανείς δεν ήξερε πώς είχε ακόμη χρήματα να συντηρεί.
— Ποιος υπέγραψε για μένα; — ρώτησε ο Στέλιος.
Ο Γιώργος χαμογέλασε νευρικά.
— Ρε αδερφέ, κάτσε να μιλήσουμε ήρεμα.
— Ποιος υπέγραψε;
— Δεν ξέρω τι χαρτιά σου έδειξαν.
— Έγγραφο με το όνομά μου.
Η Καλλιόπη πετάχτηκε.
— Το θέμα είναι να σωθεί η επιχείρηση του παιδιού.
Η Μαρίνα χτύπησε την παλάμη στο τραπέζι.
— Ο Στέλιος είναι επίσης παιδί σου.
Η Καλλιόπη την κοίταξε με παγωμένη έκφραση.
— Εσύ μην υψώνεις τη φωνή στο σπίτι μου.
Εκείνη τη στιγμή η Μαρίνα χαμογέλασε.
Ήταν το πρώτο της χαμόγελο όλο το βράδυ.
— Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά σου, Καλλιόπη. Ακόμα νομίζεις ότι είναι μόνο δικό σου.
Ο Γιώργος σηκώθηκε.
— Τι θέλεις δηλαδή; Να πάω φυλακή;
— Αν πλαστογράφησες την υπογραφή του αδελφού σου, δεν αποφασίζω εγώ τι θα γίνει.
Η Καλλιόπη άρχισε να κλαίει.
Όχι ήσυχα.
Με εκείνο το δυνατό, θεατρικό κλάμα που έκανε πάντα όταν κάποιος έφτανε πολύ κοντά στην αλήθεια.
— Θα καταστρέψετε τον αδελφό σας για λεφτά!
Ο Στέλιος κοίταξε τη μητέρα του.
— Ποια λεφτά; Το σπίτι μας πήγατε να πάρετε.
Ο Γιώργος άρπαξε τα κλειδιά του.
— Καλά. Κάντε ό,τι θέλετε.
Η Μαρίνα τον σταμάτησε στην πόρτα.
— Θα κάνω.
Τις επόμενες εβδομάδες δεν έκανε φασαρία.
Και ακριβώς αυτό τρόμαξε περισσότερο την οικογένεια.
Δεν τηλεφωνούσε σε θείες.
Δεν ανέβαζε ιστορίες στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν έβριζε.
Μίλησε μόνο με δικηγόρο, λογιστή και συμβολαιογράφο.
Έμαθε ότι η εταιρεία του Γιώργου δεν είχε απλώς «μια δύσκολη περίοδο».
Χρωστούσε σε προμηθευτές.
Χρωστούσε στην εφορία.
Χρωστούσε σε ιδιώτες.
Είχε πάρει προκαταβολές για τουριστικές κατοικίες που δεν είχε ποτέ δικαίωμα να διαχειριστεί.
Το δάνειο των εκατόν ογδόντα χιλιάδων δεν προοριζόταν για να σώσει μια επιχείρηση.
Προοριζόταν για να καλύψει προηγούμενες τρύπες.
Και το χειρότερο;
Από τραπεζικές κινήσεις φάνηκε ότι η Καλλιόπη είχε ήδη δώσει στον Γιώργο δεκάδες χιλιάδες ευρώ τα προηγούμενα χρόνια.
Χρήματα που ο Μανώλης είχε αφήσει στην άκρη.
Χρήματα από πώληση χωραφιού.
Χρήματα που προέρχονταν από ενοίκια ενός μικρού διαμερίσματος στο Ρέθυμνο.
Η Μαρίνα δεν είπε τίποτα.
Μέχρι που μια Κυριακή η Καλλιόπη κάλεσε όλη τη συγγένεια για τραπέζι.
Είχε φτιάξει αρνί με σταμναγκάθι, πατάτες στον φούρνο και μυζηθρόπιτες.
Ήταν εκεί δύο αδελφές της, ένας ξάδελφος από τα Χανιά, η νονά του Γιώργου και τρεις ακόμη συγγενείς.
Η Μαρίνα κατάλαβε αμέσως γιατί.
Η Καλλιόπη ήθελε κοινό.
— Εγώ, — άρχισε μετά το φαγητό, — μια ζωή θυσιάστηκα για τα παιδιά μου. Και τώρα μια ξένη γυναίκα θέλει να μας βάλει να σφαχτούμε.
Κάποιοι κατέβασαν τα μάτια.
Η Μαρίνα συνέχισε να τρώει ήρεμα.
— Μαρίνα, — είπε η θεία Ευγενία, — οικογένεια είστε. Λύστε το χωρίς δικαστήρια.
— Συμφωνώ, — απάντησε η Μαρίνα.
Η Καλλιόπη έδειξε ανακουφισμένη.
— Το ήξερα ότι θα βάλεις μυαλό.
— Έχω ήδη βάλει.
Η Μαρίνα άνοιξε την τσάντα της.
Έβγαλε έναν φάκελο.
Ο Γιώργος σταμάτησε να μασάει.
— Τι είναι αυτό;
— Πρόταση συμφωνίας.
Η Καλλιόπη γέλασε ειρωνικά.
— Τώρα θα μας βάλεις και όρους;
— Τρεις.
Η Μαρίνα ακούμπησε το χαρτί μπροστά τους.
— Πρώτον, αναγνωρίζεται γραπτώς ότι η υπογραφή του Στέλιου χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συναίνεσή του.
Ο Γιώργος τινάχτηκε.
— Δεν υπογράφω τέτοιο πράγμα.
— Τότε προχωράει η καταγγελία.
Η σιωπή έπεσε βαριά.
— Δεύτερον, ο Γιώργος μεταβιβάζει το ποσοστό του στο σπίτι στον Στέλιο έναντι των χρημάτων που έχουμε ήδη επενδύσει στην ανακαίνιση και των χρεών που καλύψαμε για λογαριασμό της οικογένειας.
Η Καλλιόπη σηκώθηκε όρθια.
— Πας να κλέψεις το παιδί μου!
— Το παιδί σου πήγε να βάλει το δικό μου σπίτι σε πλειστηριασμό.
— Και τρίτον, — συνέχισε η Μαρίνα, — η υπόθεση της υποθήκης ακυρώνεται δικαστικά και αναλαμβάνουμε εμείς να ρυθμίσουμε ό,τι πραγματικά αφορά το ακίνητο. Όχι τις επιχειρήσεις του Γιώργου.
Η θεία Ευγενία ψιθύρισε:
— Και αν δεν δεχτούν;
Η Μαρίνα κοίταξε τον Γιώργο.
— Τότε αύριο κατατίθεται μήνυση για πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου.
Η Καλλιόπη άρχισε να τρέμει.
— Θα στείλεις τον αδελφό του άντρα σου φυλακή;
Η Μαρίνα απάντησε:
— Όχι. Ο ίδιος αποφάσισε πού θα οδηγήσουν οι πράξεις του.
Για πρώτη φορά, κανείς στο τραπέζι δεν υπερασπίστηκε τον Γιώργο.
Τρεις ημέρες αργότερα υπέγραψε.
Όχι επειδή μετάνιωσε.
Αλλά επειδή ο δικηγόρος του του εξήγησε τι κινδύνευε να αντιμετωπίσει.
Η Καλλιόπη δεν μιλούσε στη Μαρίνα για μήνες.
Κυκλοφορούσε στο χωριό λέγοντας ότι η νύφη της «πήρε το σπίτι με χαρτιά».
Μερικοί τη λυπόντουσαν.
Μερικοί όχι.
Αλλά η πραγματική έκπληξη ήρθε σχεδόν έναν χρόνο αργότερα.
Η Μαρίνα κάλεσε την Καλλιόπη στο γραφείο του συμβολαιογράφου.
— Δεν έχω τίποτα να υπογράψω μαζί σου, — είπε εκείνη.
— Έχεις.
Ο Στέλιος καθόταν ήδη μέσα.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν έγγραφα.
Η Καλλιόπη κοίταξε καχύποπτα.
— Τι είναι αυτά;
Ο συμβολαιογράφος εξήγησε ότι ο Στέλιος είχε πλέον ολόκληρη την ψιλή κυριότητα του σπιτιού.
Και ότι ήθελε να παραχωρήσει στη μητέρα του δικαίωμα ισόβιας κατοίκησης στο ισόγειο, με ρητή απαγόρευση οποιασδήποτε νέας επιβάρυνσης χωρίς τη συναίνεσή του.
Η Καλλιόπη κοίταξε τη Μαρίνα.
— Με πετάτε κάτω;
— Όχι.
— Τότε τι κάνετε;
Η Μαρίνα πήρε μια ανάσα.
— Σου εξασφαλίζουμε ότι κανένας δεν θα μπορέσει να σε πετάξει ποτέ από εδώ. Ούτε τράπεζα, ούτε ο Γιώργος, ούτε εμείς.
Η Καλλιόπη έμεινε ακίνητη.
— Μετά από όλα αυτά;
— Δεν το κάνω για σένα μόνο.
Η φωνή της Μαρίνας μαλάκωσε.
— Το κάνω για τα παιδιά μου. Δεν θέλω να μεγαλώσουν μαθαίνοντας ότι προστατεύεις την οικογένεια μόνο όταν όλοι σου φέρονται σωστά. Αλλά επίσης δεν θέλω να μάθουν ότι αγάπη σημαίνει να αφήνεις κάποιον να σε καταστρέφει χωρίς συνέπειες.
Η Καλλιόπη χαμήλωσε το κεφάλι.
Για πρώτη φορά δεν έκλαψε.
Δεν φώναξε.
Δεν κατηγόρησε κανέναν.
Υπέγραψε.
Μερικούς μήνες αργότερα ο Γιώργος έφυγε από την Κρήτη και πήγε στην Αθήνα για δουλειά σε εταιρεία logistics. Πούλησε το ακριβό αυτοκίνητο, έκλεισε ό,τι είχε απομείνει από την εταιρεία του και μπήκε σε ρύθμιση χρεών.
Για πολύ καιρό δεν επισκεπτόταν το σπίτι.
Ώσπου τον Δεκαπενταύγουστο εμφανίστηκε ξαφνικά στο οικογενειακό τραπέζι.
Έφερε μόνο ένα καρπούζι και ένα μπουκάλι κρασί.
Χωρίς μεγάλα λόγια.
Χωρίς επιχειρηματικά σχέδια.
Η Καλλιόπη τον αγκάλιασε και άρχισε πάλι να κλαίει.
Αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε παράσταση στο κλάμα της.
Μετά το φαγητό, ο Γιώργος βρήκε τη Μαρίνα μόνη στην αυλή, να μαζεύει πιάτα.
— Σε μίσησα, — της είπε.
Η Μαρίνα χαμογέλασε κουρασμένα.
— Το ξέρω.
— Έλεγα σε όλους ότι ήθελες να μου πάρεις το σπίτι.
— Κι αυτό το ξέρω.
Έμεινε λίγο σιωπηλός.
— Αν δεν είχες κάνει αυτό που έκανες, θα είχα πάρει κι άλλα λεφτά.
Η Μαρίνα γύρισε και τον κοίταξε.
— Επίσης το ξέρω.
Ο Γιώργος γέλασε πικρά.
— Έχεις απάντηση για όλα;
— Όχι. Αλλά για σένα είχα χρόνο να προετοιμαστώ.
Για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια γέλασαν και οι δύο.
Στο μπαλκόνι, η Καλλιόπη τους κοιτούσε χωρίς να μιλά.
Αργότερα εκείνο το βράδυ, όταν όλοι είχαν φύγει, ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε την πόρτα της Μαρίνας.
Στο χέρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο κουτί.
— Αυτό ήταν του Μανώλη.
Μέσα υπήρχαν δύο παλιά κλειδιά, μερικές φωτογραφίες και ένα χειρόγραφο σημείωμα.
Ο Μανώλης το είχε γράψει χρόνια πριν από τον θάνατό του.
«Το σπίτι δεν αξίζει επειδή έχει πέτρες και τοίχους. Αξίζει μόνο όσο υπάρχει κάποιος που κρατά την οικογένεια μέσα του».
Η Καλλιόπη κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας.
— Νόμιζα ότι αν έσωζα συνέχεια τον Γιώργο, ήμουν καλή μάνα.
Η Μαρίνα δεν απάντησε.
— Τελικά τον έμαθα ότι πάντα κάποιος άλλος θα πληρώνει.
Σήκωσε τα μάτια της.
— Κι εσύ έκανες αυτό που εγώ δεν μπορούσα.
Η Μαρίνα πήρε το σημείωμα και το δίπλωσε προσεκτικά.
— Δεν ήταν εκδίκηση.
Η Καλλιόπη χαμογέλασε αχνά.
— Για μένα τότε έτσι έμοιαζε.
Η Μαρίνα κοίταξε από το παράθυρο την αυλή, την κληματαριά και τον παλιό πέτρινο τοίχο που ο Στέλιος είχε επισκευάσει την προηγούμενη άνοιξη.
— Ήταν όριο.
Η Καλλιόπη έμεινε σιωπηλή.
Και ίσως αυτή ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που κατάλαβε ότι ανάμεσα στην αγάπη και στη θυσία υπάρχει μια γραμμή που, αν τη διασχίζεις ξανά και ξανά, παύεις να σώζεις έναν άνθρωπο.
Αρχίζεις να τον βοηθάς να καταστρέφεται.
Την επόμενη άνοιξη, η οικογένεια βάφτισε τη μικρή κόρη του Γιώργου στο παλιό εκκλησάκι του χωριού.
Μετά το μυστήριο, γύρισαν όλοι στο ίδιο σπίτι.
Τα τραπέζια στήθηκαν στην αυλή.
Υπήρχε αντικριστό, ντολμαδάκια, καλτσούνια και δυνατές φωνές μέχρι αργά.
Κάποια στιγμή μια μακρινή θεία, που δεν ήξερε καλά όλη την ιστορία, κοίταξε το σπίτι και είπε:
— Ευτυχώς που έμεινε στην οικογένεια.
Η Καλλιόπη γύρισε προς τη Μαρίνα.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα.
Και τότε η Καλλιόπη απάντησε ήσυχα:
— Όχι. Ευτυχώς που κάποιος είχε το κουράγιο να μην το αφήσει να χαθεί.