Στον γάμο, η πεθερά πρόσφερε χρήματα στον γιο της για να εγκαταλείψει τη νύφη. Η νύφη είπε το δικό της ποσό — και εξήγησε γιατί η πεθερά τής χρωστούσε ήδη χρήματα.

by Impress story
1k views

Η αίθουσα είχε παγώσει τόσο απότομα, που η Ελένη άκουσε καθαρά το κουταλάκι μιας θείας να πέφτει μέσα στο φλιτζάνι του καφέ.

Η πεθερά της, η κυρία Δέσποινα, στεκόταν στη μέση της γαμήλιας δεξίωσης με έναν λευκό φάκελο στο χέρι και κοίταζε τον γιο της σαν να μην υπήρχαν γύρω τους εκατόν είκοσι καλεσμένοι.

— Πενήντα χιλιάδες ευρώ, Αντώνη, είπε. Σήμερα. Αν φύγεις μαζί μου τώρα και δεν καταθέσεις ποτέ τα χαρτιά αυτού του γάμου.

Κάποιος στο πίσω τραπέζι γέλασε νευρικά, νομίζοντας για μια στιγμή ότι ήταν κακόγουστο αστείο.

Δεν ήταν.

Η Ελένη βρισκόταν μόλις δύο μέτρα μακριά, ακόμη με την ανθοδέσμη στα χέρια. Το νυφικό της είχε μια μικρή κηλίδα από κρασί στο τελείωμα, επειδή πριν από λίγο είχε αγκαλιάσει βιαστικά μια ξαδέλφη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημά της.

Ο Αντώνης κοίταξε τη μητέρα του σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

— Μαμά, σταμάτα.

— Δεν θα σταματήσω. Σου δίνω την τελευταία ευκαιρία.

Η Δέσποινα άφησε τον φάκελο επάνω στο τραπέζι μπροστά του.

— Πενήντα χιλιάδες. Μετρητά και τραπεζική επιταγή. Παίρνεις το αυτοκίνητό σου, έρχεσαι σπίτι και τελειώνουμε εδώ.

Ο πατέρας του Αντώνη, ο κύριος Στέλιος, κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο του.

Η Ελένη το πρόσεξε.

Αυτό ήταν χειρότερο από την προσφορά.

Γιατί ο Στέλιος δεν έδειχνε έκπληκτος.

Ήξερε.

Ο Αντώνης άνοιξε το στόμα του, αλλά η Ελένη τον σταμάτησε αγγίζοντας ελαφρά το μπράτσο του.

— Μην πεις τίποτα ακόμη.

Η φωνή της ήταν ήρεμη.

Τόσο ήρεμη που η Δέσποινα χαμογέλασε με εκείνο το μικρό, αυτάρεσκο χαμόγελο που η Ελένη είχε δει πολλές φορές τα τελευταία τρία χρόνια.

— Τουλάχιστον εσύ καταλαβαίνεις ότι εδώ μιλάμε σοβαρά, είπε η Δέσποινα.

Η Ελένη άφησε την ανθοδέσμη στο τραπέζι.

— Πολύ σοβαρά. Αλλά το ποσό είναι λάθος.

Η Δέσποινα ανασήκωσε τα φρύδια.

— Τι εννοείς;

— Αν μιλάμε για χρήματα, τότε πρέπει να βάλουμε τα σωστά νούμερα στο τραπέζι.

Ο Αντώνης γύρισε προς την Ελένη.

— Ελένη…

— Όχι. Τρία χρόνια ακούω ότι “τα οικονομικά είναι οικογενειακή υπόθεση”. Ας γίνουν λοιπόν οικογενειακή υπόθεση.

Η Δέσποινα σταύρωσε τα χέρια.

— Και ποιο είναι το δικό σου ποσό;

Η Ελένη την κοίταξε στα μάτια.

— Ογδόντα δύο χιλιάδες τετρακόσια ευρώ.

Τώρα δεν έπεσε απλώς σιωπή.

Ακόμη και ο DJ χαμήλωσε τη μουσική.

— Τι είπες; ρώτησε η Δέσποινα.

— Ογδόντα δύο χιλιάδες τετρακόσια. Τόσα μου χρωστάτε ήδη.

Ο Αντώνης την κοίταξε αποσβολωμένος.

— Ποιος σου χρωστάει;

Η Ελένη δεν πήρε τα μάτια της από τη Δέσποινα.

📌 Αν νομίζετε ότι η προσφορά των 50.000 ευρώ ήταν το μεγαλύτερο μυστικό της βραδιάς, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

— Η μητέρα σου.

Η Δέσποινα γέλασε.

— Εγώ σου χρωστάω;

— Ναι.

— Έχεις τρελαθεί.

— Όχι. Απλώς έχω αρχίσει να κρατάω αποδείξεις.

Πριν από δυόμισι χρόνια, η Ελένη και ο Αντώνης είχαν γνωριστεί στη Θεσσαλονίκη, σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο κοντά στην Καλαμαριά. Η Ελένη δούλευε τότε ως οικονομική σύμβουλος σε μικρές επιχειρήσεις, ενώ ο Αντώνης είχε μια εταιρεία εγκαταστάσεων κλιματισμού με τον ξάδελφό του.

Δεν ήταν πλούσιοι.

Αλλά τα κατάφερναν.

Η πρώτη φορά που η Δέσποινα ζήτησε βοήθεια ήταν απλή.

«Μόνο για δύο εβδομάδες», είχε πει. «Έχω μπλοκάρει λίγο με το μαγαζί».

Η Δέσποινα διατηρούσε κατάστημα με είδη σπιτιού στην Τούμπα. Είχε παλιό όνομα στην περιοχή, αρκετούς σταθερούς πελάτες και μια μόνιμη τάση να μιλά για το κατάστημα σαν να ήταν μικρή αυτοκρατορία.

Η Ελένη της είχε δανείσει έξι χιλιάδες ευρώ.

Με έμβασμα.

Δεν επέστρεψαν ποτέ.

Όταν η Ελένη ρώτησε μετά από μήνες, η Δέσποινα είχε γελάσει.

— Οικογένεια δεν είμαστε;

Η Ελένη δεν επέμεινε.

Έπειτα ήρθε δεύτερο αίτημα.

Και τρίτο.

Και τέταρτο.

Μικρά ποσά.

Δύο χιλιάδες για προμηθευτές.

Τρεις χιλιάδες για έναν λογαριασμό.

Χίλια οκτακόσια για μια «επείγουσα επισκευή».

Κάθε φορά, ο Αντώνης μάθαινε μόνο ένα μέρος.

Η Δέσποινα ζητούσε από την Ελένη να μην του πει.

— Θα στενοχωρηθεί το παιδί.

Η Ελένη το δεχόταν.

Μέχρι που ένα απόγευμα, πριν από περίπου έναν χρόνο, είχε συμβεί κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Η Δέσποινα τής ζήτησε δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ για να μη χάσει, όπως είπε, το μαγαζί.

Η Ελένη αρνήθηκε.

Δύο ημέρες αργότερα, βρήκε στον λογαριασμό της επιχείρησής της μια παλιά εντολή πληρωμής, υπογεγραμμένη ηλεκτρονικά από την ίδια, για ποσό που δεν θυμόταν να έχει εγκρίνει.

Ήταν εννέα χιλιάδες τετρακόσια ευρώ.

Ο παραλήπτης ήταν εταιρεία προμηθευτών της Δέσποινας.

Τότε άρχισε να ψάχνει.

Και όσο έψαχνε, τόσο χειρότερα γίνονταν όλα.

Στην αίθουσα του γάμου, η Ελένη έβγαλε το κινητό της.

Η Δέσποινα χλώμιασε.

— Μη γίνεσαι γελοία μπροστά στον κόσμο.

— Ο κόσμος δεν με ενοχλεί πια.

— Αντώνη, πες της να σταματήσει.

Ο Αντώνης δεν κουνήθηκε.

— Θέλω να ακούσω.

Η Δέσποινα γύρισε απότομα προς τον γιο της.

— Εσύ τι θέλεις να ακούσεις; Ψέματα;

Η Ελένη άνοιξε έναν φάκελο στο κινητό της.

— Έξι χιλιάδες ευρώ, 12 Νοεμβρίου. Τρεις χιλιάδες διακόσια, 8 Ιανουαρίου. Δύο χιλιάδες πεντακόσια, 23 Φεβρουαρίου. Τέσσερις χιλιάδες, 5 Μαΐου.

Η Δέσποινα σηκώθηκε πιο ίσια.

— Δάνεια ήταν.

— Συμφωνώ. Δάνεια. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα μηνύματά σας που λένε “θα στα επιστρέψω”.

Η Ελένη συνέχισε.

— Συνολικά, τα χρήματα που σας έδωσα προσωπικά είναι τριάντα μία χιλιάδες ευρώ.

Ο Αντώνης άσπρισε.

— Τριάντα μία;

— Δεν σου το είπα γιατί η μητέρα σου με παρακαλούσε κάθε φορά να μη σε φορτώνω.

— Μαμά;

Η Δέσποινα άνοιξε το στόμα της.

— Είχα δυσκολίες.

— Δεν τελείωσα, είπε η Ελένη.

Για πρώτη φορά η φωνή της έγινε πιο σκληρή.

— Υπάρχουν επίσης εννέα χιλιάδες τετρακόσια ευρώ από την επιχείρησή μου. Χρήματα που έφυγαν χωρίς να τα εγκρίνω εγώ.

Ο Στέλιος σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Τι σημαίνει αυτό;

Η Δέσποινα είπε γρήγορα:

— Είχε συμφωνήσει.

— Όχι, είπε η Ελένη.

— Είχες υπογράψει.

— Είχα υπογράψει παλιότερα ένα έντυπο εξουσιοδότησης για τη λογίστριά σας, όταν σας βοήθησα να ρυθμίσετε τις οφειλές. Δεν σας έδωσα άδεια να το χρησιμοποιήσετε έναν χρόνο αργότερα.

Ο Αντώνης έκανε ένα βήμα προς τη μητέρα του.

— Το έκανες αυτό;

— Δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργούν οι οικογενειακές επιχειρήσεις.

Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— Εργάζομαι στα οικονομικά δώδεκα χρόνια.

Μερικοί καλεσμένοι χαμήλωσαν τα μάτια.

Η Ελένη είχε ήδη καταλάβει ότι αρκετοί από την οικογένεια της Δέσποινας γνώριζαν κομμάτια της ιστορίας.

Αλλά όχι ολόκληρη.

Και σίγουρα όχι το επόμενο μέρος.

— Πώς φτάσαμε από τις σαράντα χιλιάδες στις ογδόντα δύο; ρώτησε ο Αντώνης.

Η Ελένη γύρισε προς εκείνον.

Ήταν η πρώτη φορά εκείνο το βράδυ που φοβήθηκε πραγματικά.

Όχι τη Δέσποινα.

Εκείνον.

Γιατί αυτό που θα έλεγε τώρα μπορούσε να τελειώσει τον γάμο τους πριν ακόμη φύγουν από την αίθουσα.

— Επειδή τα υπόλοιπα χρήματα δεν ήταν δικά μου.

— Τίνος ήταν;

Η Ελένη κοίταξε τον Στέλιο.

Ο ηλικιωμένος άντρας έκλεισε τα μάτια.

Η Δέσποινα ψιθύρισε:

— Μην το κάνεις.

Η Ελένη κατάλαβε πως είχε δίκιο.

Ήξερε.

— Ήταν του πατέρα σου.

Ο Αντώνης γύρισε προς τον πατέρα του.

— Μπαμπά;

Ο Στέλιος σηκώθηκε αργά από την καρέκλα.

Έδειχνε πιο κουρασμένος απ’ όσο τον είχε δει ποτέ η Ελένη.

— Πριν από τέσσερις μήνες, είπε, η Ελένη με πήρε τηλέφωνο.

Η Δέσποινα χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι.

— Στέλιο, κάτσε κάτω.

Εκείνος δεν την άκουσε.

— Μου έδειξε κάποιες μεταφορές.

Ο Αντώνης κοίταζε πότε τον έναν και πότε τον άλλον.

— Τι μεταφορές;

Ο Στέλιος κατάπιε δύσκολα.

— Από τον λογαριασμό που είχα ανοίξει για σένα όταν γεννήθηκες.

Ο Αντώνης έμεινε ακίνητος.

Υπήρχε ένας παλιός λογαριασμός στο όνομά του, τον οποίο ο πατέρας του τροφοδοτούσε επί χρόνια. Ο Αντώνης γνώριζε την ύπαρξή του αλλά δεν είχε ποτέ ασχοληθεί σοβαρά. Ο Στέλιος πάντα έλεγε ότι ήταν «για ώρα ανάγκης ή για σπίτι».

— Πόσα;

Ο πατέρας του απάντησε:

— Σαράντα δύο χιλιάδες.

Η Δέσποινα έσπρωξε την καρέκλα της πίσω.

— Ήταν κοινά οικογενειακά χρήματα.

— Όχι, είπε ο Στέλιος. Ήταν χρήματα του παιδιού.

— Του παιδιού μου!

— Και δικού μου.

Η φωνή του Στέλιου ακούστηκε για πρώτη φορά δυνατά.

— Γιατί τα πήρες;

Η Δέσποινα κοίταξε γύρω της.

Όλοι περίμεναν.

Και τότε είπε αυτό που τελικά άλλαξε όλο το νόημα της βραδιάς.

— Γιατί δεν είχα επιλογή.

Η Ελένη έμεινε σιωπηλή.

Αυτή ήταν η φράση που περίμενε μήνες.

Όχι επειδή ήθελε να εκδικηθεί.

Αλλά επειδή ήθελε επιτέλους την αλήθεια.

Η Δέσποινα κάθισε.

Τα χέρια της έτρεμαν.

— Το μαγαζί δεν πάει άσχημα έναν χρόνο, είπε. Πάει άσχημα έξι χρόνια.

Ο Στέλιος την κοίταξε σαν να τον χτύπησε.

— Έξι;

— Έξι.

Έπειτα άρχισε να μιλά γρήγορα.

Για δάνεια.

Για πιστωτικές κάρτες.

Για προμηθευτές.

Για δύο αποτυχημένες προσπάθειες να ανοίξει δεύτερο κατάστημα χωρίς να το πει στον άντρα της.

Για χρήματα που δανείστηκε από φίλους.

Για ένα ιδιωτικό δάνειο με τεράστιο επιτόκιο.

Και, τελικά, για τη μεταφορά από τον λογαριασμό του Αντώνη.

— Πίστευα ότι θα τα βάλω πίσω, είπε.

Ο Αντώνης χαμογέλασε πικρά.

— Όπως θα έβαζες πίσω και τα λεφτά της Ελένης;

Η Δέσποινα δεν απάντησε.

Η Ελένη έβγαλε από την τσάντα της έναν μικρό χάρτινο φάκελο.

— Γι’ αυτό είπα ογδόντα δύο χιλιάδες τετρακόσια.

Ο Αντώνης υπολόγισε σιωπηλά.

— Τριάντα μία δικά σου… εννέα τετρακόσια από την εταιρεία… σαράντα δύο δικά μου.

— Ακριβώς.

Η Δέσποινα την κοίταξε με μίσος.

— Και τώρα τι θέλεις; Να με ξεφτιλίσεις;

— Όχι.

— Τότε γιατί το κάνεις εδώ;

Η Ελένη πήρε μια ανάσα.

— Γιατί εσείς το ξεκινήσατε εδώ.

Κανείς δεν μίλησε.

— Αν μου το είχατε πει πριν από έναν μήνα, θα μιλούσαμε ιδιωτικά. Αν μου το είχατε πει χθες, πάλι ιδιωτικά. Αλλά σήμερα μπήκατε στη δεξίωσή μας με πενήντα χιλιάδες ευρώ και προσπαθήσατε να αγοράσετε τον άνθρωπο που μόλις παντρεύτηκα.

Η Δέσποινα ψιθύρισε:

— Ήθελα να τον προστατέψω.

— Από ποιον;

— Από σένα.

Η Ελένη γέλασε πρώτη φορά.

— Εγώ πλήρωνα τα χρέη σας για να μην τα μάθει.

Η Δέσποινα δεν είχε απάντηση.

Ο Αντώνης πήρε τον λευκό φάκελο με τα πενήντα χιλιάδες ευρώ.

Για μια στιγμή, πολλοί πίστεψαν ότι θα τον κρατήσει.

Η Δέσποινα σηκώθηκε με ελπίδα.

— Αντώνη…

Εκείνος άνοιξε τον φάκελο.

Έβγαλε την τραπεζική επιταγή.

Την κοίταξε.

Ύστερα την έδωσε στην Ελένη.

— Είναι δική σου.

Η Ελένη δεν την πήρε.

— Όχι.

— Σου χρωστάει.

— Ναι. Αλλά όχι έτσι.

Γύρισε προς τη Δέσποινα.

— Θέλω να πουληθεί το μαγαζί.

Η πεθερά της πετάχτηκε όρθια.

— Τι;

— Όχι για να τιμωρηθείτε. Για να σταματήσει αυτό.

— Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω με την περιουσία μου.

— Δεν σας λέω. Σας λέω ποια είναι η μόνη λύση στην οποία θα συμφωνήσω να μη σας ζητήσω τα πάντα νομικά.

Η αίθουσα άρχισε πάλι να ψιθυρίζει.

Η Ελένη συνέχισε:

— Πουλάτε το κατάστημα. Εξοφλείτε όσα χρωστάτε σε προμηθευτές. Επιστρέφετε τα χρήματα του Αντώνη. Μου επιστρέφετε ό,τι μπορείτε από τα δικά μου. Και το υπόλοιπο το βάζουμε γραπτώς σε δόσεις.

Η Δέσποινα την κοιτούσε.

— Και αν αρνηθώ;

Η Ελένη έδειξε τον χάρτινο φάκελο.

— Μέσα εδώ υπάρχουν όλα τα έγγραφα που χρειάζεται ο δικηγόρος μου.

Ο Αντώνης γύρισε ξαφνικά προς εκείνη.

— Έχεις ήδη δικηγόρο;

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

— Ναι.

Η απάντηση τον πλήγωσε.

Το είδε.

— Γιατί δεν μου είπες τίποτα;

Εκείνη δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

— Γιατί φοβόμουν ότι θα μου ζητούσες άλλη μία φορά να κάνω υπομονή με τη μητέρα σου.

Ο Αντώνης δεν είπε τίποτα.

Και αυτή η σιωπή ήταν η μόνη στιγμή όλης της βραδιάς που η Ελένη ένιωσε ότι μπορεί πράγματι να χάσει τον άντρα που αγαπούσε.

Εκείνος έφυγε από την αίθουσα.

Μόνος.

Η Ελένη δεν τον ακολούθησε.

Η μουσική είχε σταματήσει εντελώς.

Οι συγγενείς απέφευγαν να κοιτάζονται.

Η Δέσποινα κάθισε ξανά στην καρέκλα της και για πρώτη φορά δεν έμοιαζε θυμωμένη.

Έμοιαζε γριά.

Δέκα λεπτά αργότερα, ο Αντώνης επέστρεψε.

Κρατούσε δύο καφέδες από το μικρό μπαρ του κτήματος.

Έδωσε τον έναν στην Ελένη.

— Χωρίς ζάχαρη.

Ήταν ακριβώς όπως τον έπινε.

Η Ελένη δάγκωσε τα χείλη της.

— Συγγνώμη που δεν σου το είπα.

— Είμαι θυμωμένος μαζί σου.

— Το καταλαβαίνω.

— Πολύ θυμωμένος.

— Το ξέρω.

— Αλλά περισσότερο είμαι θυμωμένος με μένα.

Κοίταξε τη μητέρα του.

— Γιατί κάθε φορά που μου έλεγες ότι κάτι δεν πάει καλά, εγώ σου έλεγα “έτσι είναι η μαμά”.

Η Δέσποινα άρχισε να κλαίει.

Όχι θεατρικά.

Ήσυχα.

Ο Στέλιος πλησίασε.

— Το μαγαζί θα πουληθεί, είπε.

Η γυναίκα του τον κοίταξε.

— Στέλιο…

— Θα πουληθεί. Και τη Δευτέρα θα πάμε μαζί στον λογιστή. Θα μου δείξεις τα πάντα.

Η Δέσποινα σκούπισε το πρόσωπό της.

— Θα με αφήσεις;

Ο Στέλιος άργησε να απαντήσει.

— Δεν ξέρω.

Αυτή η απάντηση ήταν πιο σκληρή από ένα «ναι».

Έξι μήνες αργότερα, το κατάστημα της Δέσποινας είχε πουληθεί σε έναν νεότερο επιχειρηματία που το μετέτρεψε σε κατάστημα φωτιστικών.

Τα χρέη αποδείχθηκαν μεγαλύτερα απ’ όσο γνώριζε ακόμη και η Ελένη.

Δεν επέστρεψαν όλα τα χρήματα.

Ούτε καν τα μισά.

Αλλά ο λογαριασμός του Αντώνη αποκαταστάθηκε σχεδόν πλήρως μετά την πώληση ενός μικρού οικοπέδου που είχε η Δέσποινα στη Χαλκιδική.

Η Ελένη πήρε πίσω μόνο ένα μέρος από τα δικά της.

Δεν μήνυσε ποτέ την πεθερά της.

Ο Στέλιος δεν χώρισε τελικά.

Έμειναν μαζί, αλλά όχι όπως πριν. Για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια γάμου, είχαν ξεχωριστούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Η πιο παράξενη αλλαγή, όμως, ήρθε σχεδόν έναν χρόνο μετά τον γάμο.

Ένα απόγευμα η Δέσποινα εμφανίστηκε στο σπίτι του Αντώνη και της Ελένης.

Δεν κρατούσε γλυκά.

Δεν κρατούσε δώρα.

Κρατούσε έναν φάκελο.

Η Ελένη τον κοίταξε και χαμογέλασε αμήχανα.

— Ελπίζω να μην έχει πάλι επιταγή για να φύγει ο Αντώνης.

Η Δέσποινα χαμογέλασε για πρώτη φορά χωρίς ειρωνεία.

— Όχι.

Άφησε τον φάκελο στο τραπέζι.

Μέσα ήταν διακόσια ευρώ.

— Είναι λίγα, είπε. Αλλά είναι η πρώτη δόση αυτού του μήνα.

Η Ελένη την κοίταξε.

— Θα μπορούσατε απλώς να τα βάλετε στην τράπεζα.

— Ήθελα να σου τα δώσω εγώ.

Έμεινε λίγο σιωπηλή.

— Εκείνο το βράδυ πίστευα ότι με ξεφτίλισες μπροστά σε όλους.

Η Ελένη δεν απάντησε.

— Μετά κατάλαβα ότι εγώ είχα φτάσει εκεί μόνη μου.

Πριν φύγει, η Δέσποινα σταμάτησε στην πόρτα.

— Και εκείνα τα πενήντα χιλιάδες;

Η Ελένη χαμογέλασε.

— Ποια;

— Αυτά που πρόσφερα στον Αντώνη για να σε αφήσει.

— Τι απέγιναν;

Η Δέσποινα χαμογέλασε αμήχανα.

— Δεν ήταν πενήντα.

Η Ελένη την κοίταξε.

— Τι εννοείτε;

— Η επιταγή ήταν ακάλυπτη.

Για δύο δευτερόλεπτα, η Ελένη δεν μπόρεσε να μιλήσει.

Μετά άρχισε να γελά.

Η Δέσποινα γέλασε κι εκείνη.

— Δηλαδή προσπαθήσατε να αγοράσετε τον γιο σας με χρήματα που δεν είχατε;

— Ναι.

— Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πράγμα που έχετε κάνει ποτέ.

Από το σαλόνι ακούστηκε η φωνή του Αντώνη:

— Τι έγινε;

Η Ελένη κοίταξε τη Δέσποινα.

Εκείνη σήκωσε τον δείκτη στα χείλη.

— Άσ’ το αυτό μεταξύ μας.

Η Ελένη χαμογέλασε.

— Με έναν όρο.

— Ποιον;

— Αυτή τη φορά, το μυστικό δεν θα κοστίσει σε κανέναν ούτε ένα ευρώ.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More