Στην επέτειο η πεθερά μου σήκωσε το ποτήρι «στη μελλοντική γυναίκα του γιου μου». Καθόμουν δίπλα στον άντρα μου, όταν η κοπέλα που είχε καλέσει γύρισε προς το μέρος μου: «Και σε εσάς είπε ότι έχουμε χωρίσει εδώ και καιρό;»

by Impress story
2k views

Το ποτήρι της πεθεράς μου έμεινε σηκωμένο στον αέρα για δύο ολόκληρα δευτερόλεπτα πριν καταλάβω ότι δεν είχα ακούσει λάθος.

«Και τώρα», είπε η κυρία Ελένη, χαμογελώντας προς το μακρύ τραπέζι, «θέλω να πιούμε στην υγειά του γιου μου… και στη γυναίκα που, ελπίζω, θα είναι επιτέλους πραγματικά δίπλα του στο μέλλον.»

Κάποιος γέλασε αμήχανα.

Κάποιος άλλος κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο του.

Εγώ κοίταξα τον άντρα μου.

Ο Πέτρος είχε γίνει άσπρος.

Ήμασταν παντρεμένοι έξι χρόνια.

Και καθόμουν ακριβώς δίπλα του.

Η επέτειος των εξήντα χρόνων της πεθεράς μου γινόταν σε ένα κτήμα έξω από τη Θεσσαλονίκη, κοντά στον Χορτιάτη. Είχε καλέσει σχεδόν πενήντα άτομα: συγγενείς, παλιούς συναδέλφους, γείτονες, δύο ξαδέλφες από τη Βέροια και ανθρώπους που εγώ δεν είχα ξαναδεί ποτέ.

Ανάμεσά τους ήταν και μια γυναίκα περίπου τριάντα πέντε χρονών, με πράσινο φόρεμα και κοντά καστανά μαλλιά.

Την είχα προσέξει από τη στιγμή που μπήκαμε.

Όχι επειδή έκανε κάτι περίεργο.

Αλλά επειδή η Ελένη την είχε υποδεχτεί σαν να περίμενε μόνο εκείνη.

Την είχε φιλήσει τρεις φορές.

Την είχε πιάσει από τα δύο χέρια.

Και μετά είχε ρίξει μια γρήγορη ματιά στον Πέτρο.

«Ήρθες, κορίτσι μου», της είχε πει. «Χάρηκα τόσο πολύ.»

Όταν ρώτησα τον Πέτρο ποια ήταν, μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει:

«Μια παλιά γνωστή της μαμάς.»

Τώρα όμως, μετά το τοστ, η ίδια γυναίκα καθόταν απέναντί μας και δεν κοιτούσε την πεθερά μου.

Κοιτούσε εμένα.

Έπειτα έγειρε ελαφρά μπροστά.

«Συγγνώμη», είπε τόσο χαμηλά ώστε να την ακούσουμε μόνο εγώ και ο Πέτρος. «Εσάς… σας είπε κι εσάς ότι έχουμε χωρίσει εδώ και καιρό;»

Ο Πέτρος πετάχτηκε.

«Δανάη, όχι τώρα.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τι εννοείς “έχουμε χωρίσει”;» τη ρώτησα.

Η γυναίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια της.

Ήταν εμφανές ότι κάτι δεν καταλάβαινε ούτε εκείνη.

«Εσείς ποια είστε;»

Πριν προλάβω να απαντήσω, ο Πέτρος έσπρωξε την καρέκλα του πίσω.

«Πάμε λίγο έξω.»

«Όχι», είπα.

Δεν ύψωσα τη φωνή.

Αλλά για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ με άκουσαν και οι γύρω μας.

Η μητέρα του κατέβασε αργά το ποτήρι.

«Μαρία», είπε κοφτά, «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.»

Γύρισα προς εκείνη.

«Εσύ μόλις ευχήθηκες μπροστά σε πενήντα άτομα να βρει ο παντρεμένος γιος σου μελλοντική γυναίκα. Νομίζω ότι εσύ διάλεξες τη στιγμή.»

Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.

Ο Πέτρος έσκυψε προς το μέρος μου.

«Σε παρακαλώ. Έλα έξω. Θα σου εξηγήσω.»

Αλλά η Δανάη είχε ήδη σηκωθεί.

«Όχι, περίμενε», είπε. «Θέλω κι εγώ εξήγηση.»

Και τότε είδα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από κάθε καβγά.

Ο Πέτρος δεν έμοιαζε ένοχος μόνο απέναντι σε μένα.

Έμοιαζε ένοχος απέναντι και στις δύο.

Τον ακολούθησα έξω.

Η Δανάη ήρθε πίσω μας.

Βγήκαμε στην αυλή του κτήματος, δίπλα σε μια σειρά από ελιές φωτισμένες με μικρές λάμπες. Από μέσα ακουγόταν χαμηλά μουσική και το βουητό των καλεσμένων που προσποιούνταν ότι δεν συνέβαινε τίποτα.

Ο Πέτρος έτριψε το πρόσωπό του.

«Δεν είναι όπως φαίνεται.»

Η Δανάη γέλασε πικρά.

«Πάντα αυτό λες;»

Την κοίταξα.

«Τι σχέση έχετε;»

Δεν απάντησε αμέσως.

Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήμουν συνεργός ή θύμα.

«Εγώ τον γνώρισα πριν από εννέα μήνες.»

Ένιωσα τα γόνατά μου να αδυνατίζουν.

«Πού;»

«Σε ένα επαγγελματικό συνέδριο στην Αθήνα.»

Ο Πέτρος προσπάθησε να διακόψει.

«Δανάη—»

«Άσε με.»

Γύρισε πάλι σε μένα.

«Μου είπε ότι ήταν σε διάσταση. Ότι ο γάμος του είχε τελειώσει εδώ και σχεδόν έναν χρόνο αλλά δεν είχαν προχωρήσει ακόμη στα χαρτιά.»

Την κοιτούσα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω σωστά.

«Και εσύ τον πίστεψες;»

«Μου έδειξε πράγματα.»

«Τι πράγματα;»

Η Δανάη δάγκωσε τα χείλη της.

«Μηνύματα. Φωτογραφίες από ένα άδειο διαμέρισμα που έλεγε ότι είχε νοικιάσει. Μου είπε ότι είχε φύγει από το σπίτι σας.»

Γύρισα αργά προς τον Πέτρο.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο, πριν από εννέα μήνες, ο Πέτρος μου έλεγε ότι δούλευε τρεις μέρες την εβδομάδα στην Καβάλα για ένα καινούριο έργο.

Κάθε Τρίτη ετοίμαζε βαλίτσα.

Κάθε Πέμπτη βράδυ επέστρεφε.

Είχα πλύνει τα πουκάμισά του.

Είχα βάλει φορτιστές στη βαλίτσα του.

Μια φορά του είχα ψήσει μέχρι και τυρόπιτα για να πάρει μαζί στο αυτοκίνητο.

«Υπήρχε στ’ αλήθεια δουλειά στην Καβάλα;» τον ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Αυτό ήταν αρκετό.

📌 Η στιγμή που άλλαξε τα πάντα βρίσκεται ακριβώς μετά — συνέχισε την ιστορία στον πρώτο σχολιασμό 👇

Η Δανάη κοίταξε τον Πέτρο σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά.

«Καβάλα; Εμένα μου έλεγες ότι ερχόσουν Αθήνα από το σπίτι του πατέρα σου.»

Ο Πέτρος σήκωσε τα χέρια.

«Αφήστε με να μιλήσω.»

«Μίλα», είπα.

«Είχα μπερδευτεί.»

Η Δανάη ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο.

«Μπερδεύτηκες για εννέα μήνες;»

«Τα πράγματα με τη Μαρία δεν πήγαιναν καλά.»

Αυτό ήταν το πρώτο ψέμα που προσπάθησε να χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει τα υπόλοιπα.

Δεν είχαμε τέλειο γάμο.

Κανείς δεν έχει.

Είχαμε όμως κανονική ζωή. Τα Σάββατα πηγαίναμε στη λαϊκή μαζί. Τον προηγούμενο μήνα είχαμε παραγγείλει καινούρια ντουλάπια για την κουζίνα. Δύο εβδομάδες πριν είχε κλείσει δωμάτιο στη Σκόπελο για την επέτειό μας τον Ιούνιο.

«Πόσο χάλια πήγαιναν τα πράγματα την ημέρα που διάλεγες μαζί μου πλακάκια μπάνιου;» τον ρώτησα.

Έκλεισε τα μάτια.

Η Δανάη με κοίταξε απότομα.

«Κάνατε ανακαίνιση;»

«Σχεδιάζαμε.»

Εκείνη έβαλε το χέρι στο στόμα της.

«Εμένα μου είπε ότι πουλούσατε το σπίτι.»

Το “πουλούσατε” μου τράβηξε την προσοχή.

«Πώς ήξερες για το σπίτι;»

Η Δανάη γύρισε προς τον Πέτρο.

«Μου είπε ότι ήταν δικό του.»

Ένιωσα ένα παράξενο κύμα ηρεμίας.

Ήταν τόσο μεγάλο το ψέμα που ξαφνικά ο θυμός μου έγινε καθαρή σκέψη.

Το διαμέρισμα όπου μέναμε στην Καλαμαριά δεν ήταν δικό του.

Ήταν δικό μου.

Μου το είχε αφήσει ο παππούς μου.

Ο Πέτρος δεν είχε ούτε ένα ποσοστό.

«Το σπίτι είναι στο όνομά μου», της είπα.

Η Δανάη ανοιγόκλεισε τα μάτια.

«Μου είπε ότι το είχε αγοράσει πριν σας γνωρίσει.»

Ο Πέτρος έκανε ένα βήμα πίσω.

Τότε ακούστηκε η φωνή της πεθεράς μου.

«Φτάνει.»

Είχε βγει στην αυλή.

Μαζί της ήταν η αδερφή του Πέτρου, η Βάσω.

Η Ελένη πλησίασε τη Δανάη.

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανακατεύουμε οικονομικά θέματα.»

Γύρισα προς εκείνη.

«Εσύ πόσα ήξερες;»

«Μη μου μιλάς έτσι.»

«Πόσα ήξερες;»

Η Δανάη έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Εμένα μου είπατε ότι η Μαρία είχε φύγει από τον γάμο.»

Η πεθερά μου σιώπησε.

Όλα σταμάτησαν.

Ακόμη και ο Πέτρος την κοίταξε.

«Μαμά;»

Η Δανάη άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε το κινητό.

«Τον Νοέμβριο, όταν άρχισα να αμφιβάλλω, μίλησα μαζί σας. Θυμάστε;»

Η Ελένη χλώμιασε.

Η Δανάη πάτησε στην οθόνη.

«Μου είπατε: “Η Μαρία έχει κάνει τη ζωή της. Ο Πέτρος φοβάται απλώς να βάλει τελεία.”»

Κοίταξα την πεθερά μου.

Για χρόνια ήξερα ότι δεν με συμπαθούσε ιδιαίτερα.

Πάντα θεωρούσε ότι ο γιος της “μπορούσε καλύτερα”.

Δεν είχα φανταστεί όμως ποτέ ότι θα συμμετείχε ενεργά σε ένα ψέμα.

«Γιατί;» τη ρώτησα.

Εκείνη ίσιωσε τους ώμους.

«Γιατί έβλεπα το παιδί μου δυστυχισμένο.»

«Ζούσε στο σπίτι μου, έτρωγε μαζί μου, κοιμόταν δίπλα μου και σχεδίαζε διακοπές μαζί μου.»

«Αυτά δεν σημαίνουν ευτυχία.»

Ο Πέτρος φώναξε:

«Μαμά, σταμάτα.»

Η Ελένη γύρισε προς εκείνον.

«Εγώ έκανα ό,τι δεν είχες το θάρρος να κάνεις.»

Η φράση της άλλαξε κάτι.

Δεν υπερασπιζόταν έναν γιο που είχε κάνει λάθος.

Υπερασπιζόταν ένα σχέδιο.

«Τι ακριβώς δεν είχε το θάρρος να κάνει;» ρώτησα.

Κανείς δεν μίλησε.

Και τότε η Βάσω, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στεκόταν λίγο πιο πίσω, είπε:

«Να σου ζητήσει να πουλήσετε το σπίτι.»

Όλοι στράφηκαν προς εκείνη.

Η Ελένη την κοίταξε θυμωμένη.

«Βάσω, μέσα.»

«Όχι, μαμά.»

Η Βάσω είχε γίνει κατακόκκινη.

«Αρκετά.»

Πλησίασε εμένα.

«Μαρία, δεν ξέρω όλα όσα έγιναν με αυτή την κοπέλα. Αλλά ξέρω ότι πριν από μήνες η μαμά και ο Πέτρος συζητούσαν για το διαμέρισμα.»

Ο Πέτρος την κοίταξε άγρια.

«Τι λες;»

«Αυτό που άκουσα.»

Η Βάσω συνέχισε:

«Η μαμά είχε χρέη από το παλιό μαγαζί του μπαμπά. Περισσότερα απ’ όσα σου είχε πει.»

Γύρισα προς την Ελένη.

Ήξερα για κάποιες παλιές οφειλές. Όχι για κάτι σοβαρό.

«Πόσα;»

Δεν απάντησε.

Η Βάσω είπε:

«Περίπου εβδομήντα χιλιάδες.»

Ο Πέτρος έβρισε χαμηλόφωνα.

Και τότε κατάλαβα.

Όχι όλα.

Αλλά αρκετά.

«Θέλατε να πουλήσω το σπίτι.»

Ο Πέτρος κούνησε το κεφάλι.

«Όχι έτσι.»

«Πώς τότε;»

«Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε μεγαλύτερο. Να βάλουμε ένα δάνειο. Να βοηθήσουμε λίγο και τη μαμά.»

Γέλασα.

«Με τα λεφτά από δικό μου ακίνητο.»

«Είμαστε παντρεμένοι.»

«Κι αυτό σημαίνει ότι μπορείς να οργανώνεις τη ζωή μου πίσω από την πλάτη μου;»

Η Δανάη στεκόταν δίπλα μας αμίλητη.

Και ξαφνικά είπε:

«Πέτρο, σε μένα είχες πει ότι η πώληση θα χρηματοδοτούσε το καινούριο μας σπίτι.»

Αυτή τη φορά κανείς δεν μίλησε.

Ο Πέτρος κοίταξε κάτω.

Η αλήθεια εμφανίστηκε μπροστά μας χωρίς να χρειάζεται εξήγηση.

Σε μένα έλεγε ότι ίσως κάποτε πουλήσουμε για να πάρουμε μεγαλύτερο σπίτι.

Στη μητέρα του έλεγε ότι έτσι θα μπορέσει να τη βοηθήσει με τα χρέη.

Και στη Δανάη έλεγε ότι το σπίτι ήταν δικό του και ότι τα χρήματα θα γίνονταν η αρχή της καινούριας τους ζωής.

Τρεις άνθρωποι.

Τρεις διαφορετικές εκδοχές.

Και σε καθεμία ο ίδιος ήταν ο καλός.

Έβγαλα το κινητό μου.

Ο Πέτρος με κοίταξε.

«Τι κάνεις;»

«Παίρνω ταξί.»

«Μαρία, περίμενε.»

«Δεν έχουμε τίποτα να πούμε εδώ.»

«Θα γυρίσουμε μαζί.»

«Εσύ μπορείς να γυρίσεις όπου θέλεις.»

Η πεθερά μου έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

«Μην παίρνεις αποφάσεις εν θερμώ.»

Γύρισα και την κοίταξα.

«Εσύ πήρες αρκετές αποφάσεις εν ψυχρώ και για τους δυο μας.»

Το ταξί ήρθε δεκαπέντε λεπτά αργότερα.

Το περίεργο είναι ότι δεν έκλαψα στη διαδρομή.

Κοίταζα απλώς τα φώτα της πόλης από το παράθυρο και θυμόμουν μικρά πράγματα.

Τις Τρίτες που έφευγε για “Καβάλα”.

Τις φορές που η μητέρα του με ρωτούσε δήθεν αδιάφορα αν είχα σκεφτεί ποτέ να πουλήσω το διαμέρισμα.

Τη μέρα που ο Πέτρος μου είχε πει ότι θα ήταν πιο εύκολο “να ξεκινήσουμε από την αρχή κάπου αλλού”.

Ξαφνικά, όλα είχαν άλλη σημασία.

Μόλις μπήκα στο σπίτι, έκανα κάτι που δεν πίστευα ότι θα έκανα ποτέ.

Μάζεψα τα δικά του πράγματα από την κρεβατοκάμαρα.

Όχι όλα.

Μόνο όσα χρειαζόταν για μερικές μέρες.

Δύο παντελόνια, πουκάμισα, παπούτσια, φορτιστές και το νεσεσέρ του.

Τα έβαλα σε δύο βαλίτσες και τις άφησα δίπλα στην πόρτα.

Μετά τηλεφώνησα στην ξαδέρφη μου, που ήταν δικηγόρος.

Την επόμενη μέρα έμαθα κάτι που η πεθερά μου μάλλον δεν είχε υπολογίσει.

Το διαμέρισμα, επειδή ήταν κληρονομιά αποκλειστικά στο όνομά μου, δεν είχε καμία σχέση με την περιουσία του Πέτρου.

Δεν μπορούσε να το πουλήσει.

Δεν μπορούσε να το βάλει υποθήκη.

Δεν μπορούσε να απαιτήσει “το μισό”.

Όταν ο Πέτρος ήρθε το μεσημέρι, βρήκε τις βαλίτσες του έξω από την πόρτα.

Χτύπησε για σχεδόν δέκα λεπτά.

Στο τέλος άνοιξα.

«Μόνο πέντε λεπτά», είπα.

Καθίσαμε στην κουζίνα.

Στην ίδια κουζίνα όπου πριν από τρεις εβδομάδες είχαμε διαφωνήσει αν τα καινούρια ντουλάπια θα ήταν λευκά ή γκρι.

Ο Πέτρος έκλαιγε.

«Δεν ήθελα να σε χάσω.»

«Αλλά ήθελες τη Δανάη.»

«Ήμουν μπερδεμένος.»

«Όχι. Ήσουν οργανωμένος.»

Σκούπισε το πρόσωπό του.

«Τελείωσα μαζί της.»

«Πότε;»

Σιώπησε.

«Πότε;»

«Χθες.»

Γέλασα.

«Δεν τελείωσες μαζί της. Αποκαλύφθηκες.»

Σήκωσε το βλέμμα.

«Η μαμά μου πίεζε πολύ.»

«Η μητέρα σου δεν κοιμήθηκε με άλλη γυναίκα για σένα.»

Έμεινε ακίνητος.

Δεν το αρνήθηκε.

«Και κάτι ακόμη», είπα. «Δεν θα πουλήσω το σπίτι.»

«Δεν με νοιάζει το σπίτι.»

«Σε ένοιαζε αρκετά ώστε να το υποσχεθείς σε τρεις διαφορετικούς ανθρώπους.»

Σηκώθηκε.

Πριν φύγει, άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι.

Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα ένιωσα ότι κάτι είχε πραγματικά τελειώσει.

Δύο μήνες μετά, ενώ η διαδικασία του διαζυγίου είχε ήδη ξεκινήσει, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη Δανάη.

Δεν είχαμε μιλήσει από το βράδυ της γιορτής.

«Θέλω να σου πω κάτι», είπε.

Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στη Νέα Παραλία.

Ήταν χωρίς μακιγιάζ, με τζιν και ένα απλό πουκάμισο.

Έβγαλε από την τσάντα της έναν φάκελο.

«Δεν ήξερα αν πρέπει να στο δώσω.»

Μέσα υπήρχαν εκτυπωμένα μηνύματα.

Όχι μεταξύ εκείνης και του Πέτρου.

Μεταξύ εκείνης και της Ελένης.

Η πεθερά μου δεν είχε απλώς επιβεβαιώσει στην Δανάη ότι δήθεν ήμασταν χωρισμένοι.

Της έγραφε επί μήνες.

Της έστελνε φωτογραφίες του Πέτρου από οικογενειακά τραπέζια όπου εγώ είχα κοπεί από το κάδρο.

Της έλεγε ότι ήθελε “να δει επιτέλους τον γιο της με μια γυναίκα που να τον εκτιμά”.

Και σε ένα μήνυμα, τρεις εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της, είχε γράψει:

«Στη γιορτή μου θα το τελειώσουμε αυτό. Θα είναι και η Μαρία εκεί. Ίσως επιτέλους καταλάβει.»

Σήκωσα το βλέμμα.

«Άρα το τοστ δεν ήταν αυθόρμητο.»

Η Δανάη κούνησε το κεφάλι.

«Όχι.»

«Ήθελε να με εξευτελίσει μπροστά σε όλους.»

«Νομίζω ότι ήθελε να σε αναγκάσει να φύγεις.»

Έμεινα για λίγο αμίλητη.

Τότε η Δανάη έβγαλε άλλο ένα χαρτί.

Ήταν μια φωτογραφία από μήνυμα του Πέτρου προς εκείνη.

«Αυτό είναι το τελευταίο που θέλω να δεις.»

Το διάβασα.

Ο Πέτρος της είχε γράψει τρεις μέρες πριν από τη γιορτή:

«Αν η Μαρία θυμώσει αρκετά και φύγει μόνη της, όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Απλώς μην πεις τίποτα εκείνο το βράδυ.»

Κοίταξα τη Δανάη.

«Κι όμως είπες.»

Χαμογέλασε θλιμμένα.

«Επειδή μέχρι τότε πίστευα ότι εσύ ήσουν η γυναίκα που αρνιόταν να δεχτεί ότι ο γάμος είχε τελειώσει. Όταν σε είδα δίπλα του, όταν είδα πώς σου κρατούσε το χέρι πριν αρχίσει το φαγητό… κατάλαβα ότι δεν ήξερες τίποτα.»

Δίπλωσα τα χαρτιά.

«Γιατί μου τα δίνεις;»

Με κοίταξε κατευθείαν.

«Γιατί κι εγώ πίστεψα έναν άνθρωπο που έφτιαχνε διαφορετική πραγματικότητα για τον καθένα μας.»

Πληρώσαμε τους καφέδες και βγήκαμε στη λεωφόρο Νίκης.

Δεν γίναμε φίλες.

Δεν υπήρχε λόγος.

Αλλά πριν χωρίσουμε, η Δανάη είπε:

«Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Η μητέρα του πίστευε ότι εκείνο το τοστ θα ήταν η στιγμή που θα σε έδιωχνε.»

Κοίταξα τη θάλασσα.

«Και τελικά;»

Η Δανάη χαμογέλασε.

«Έδιωξε τον γιο της από το μόνο σπίτι που νόμιζε πως του ανήκε.»

Δεν απάντησα.

Γιατί τότε κατάλαβα κάτι πολύ πιο σημαντικό.

Εκείνο το βράδυ η πεθερά μου είχε σηκώσει το ποτήρι της για τη “μελλοντική γυναίκα” του γιου της.

Δεν ήξερε ότι, μέσα σε λίγα λεπτά, δύο γυναίκες που θεωρούσε αντιπάλους θα κοιτάζαμε η μία την άλλη και θα καταλαβαίναμε πως το μόνο κοινό μας πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η μία η άλλη.

Ήταν ο άντρας που μας είχε πείσει ότι καθεμία ζούσε σε διαφορετική ιστορία.

Και όταν επιτέλους οι ιστορίες μας συναντήθηκαν στο ίδιο τραπέζι, δεν έμεινε κανένα ψέμα όρθιο.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More