Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα από το πρωί της κηδείας. Στεκόμουν μπροστά στον φρεσκοσκαμμένο τάφο κρατώντας ένα λευκό τριαντάφυλλο, ανίκανη να πιστέψω ότι ο Ανδρέας είχε φύγει για πάντα. Ήμασταν παντρεμένοι δεκατρία χρόνια. Δεν αποκτήσαμε παιδιά, αλλά χτίσαμε μαζί μια ζωή που πολλοί ζήλευαν.
Οι συγγενείς του έκλαιγαν δυνατά. Κάποιοι έμοιαζαν ειλικρινά συντετριμμένοι. Άλλοι κοιτούσαν διαρκώς το μεγάλο μας σπίτι, λες και υπολόγιζαν ήδη ποιος θα πάρει τι.
Δεν έδωσα σημασία.
Μέχρι που επέστρεψα σπίτι.
Δεν είχα προλάβει να βγάλω ούτε το μαύρο παλτό μου όταν η πεθερά μου στάθηκε μπροστά στην εξώπορτα με σταυρωμένα χέρια.
— Δεν έχεις καμία θέση εδώ πια.
Πίστεψα πως δεν άκουσα καλά.
— Συγγνώμη;
Ο κουνιάδος μου έκανε ένα βήμα μπροστά.
— Το σπίτι είναι της οικογένειας του Ανδρέα. Εσύ ήσουν απλώς η γυναίκα του. Πάρε τα πράγματά σου και φύγε.
Ένιωσα το αίμα να παγώνει.
— Μόλις θάψαμε τον άντρα μου…
— Αυτό δεν αλλάζει τίποτα, είπε ψυχρά η πεθερά μου. Δεν θα πάρεις ούτε ένα ευρώ από όσα άφησε πίσω του.
Δύο ξαδέλφια του είχαν ήδη αρχίσει να βγάζουν τις βαλίτσες μου στην αυλή.
Άνοιγαν ντουλάπες, πετούσαν ρούχα μέσα όπως όπως και γελούσαν μεταξύ τους.
Κανείς δεν με υπερασπίστηκε.
Στάθηκα σιωπηλή.
Όχι επειδή φοβόμουν.
Αλλά επειδή θυμήθηκα κάτι που είχε συμβεί μόλις μία εβδομάδα πριν από το δυστύχημα.

Ο Ανδρέας είχε επιστρέψει εκείνο το βράδυ ασυνήθιστα σοβαρός.
— Ελένη… πρέπει να κάνουμε μια σημαντική αλλαγή.
Τον κοίταξα απορημένη.
— Αν ποτέ μου συμβεί κάτι, θέλω να είσαι προστατευμένη.
— Μη λες ανοησίες.
Χαμογέλασε.
— Υποσχέσου μου μόνο ότι θα με εμπιστευτείς.
Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στον συμβολαιογράφο.
Δεν μου εξήγησε όλες τις λεπτομέρειες.
Μόνο μου είπε:
— Κάποιες φορές η μεγαλύτερη δοκιμασία έρχεται μετά την απώλεια.
Καθώς οι συγγενείς του συνέχιζαν να πετούν τα πράγματά μου έξω από το σπίτι, εμφανίστηκε ένα μαύρο αυτοκίνητο.
Κατέβηκε ένας άντρας με χαρτοφύλακα.
— Καλησπέρα. Αναζητώ την κυρία Ελένη Παπαδοπούλου.
Η πεθερά μου απάντησε πρώτη.
— Δεν μένει πια εδώ.
Ο άντρας χαμογέλασε ευγενικά.
— Αυτό θα το αποφασίσουμε σε λίγο.
Έβγαλε έναν φάκελο.
— Είμαι ο δικηγόρος του κυρίου Ανδρέα Παπαδόπουλου. Έχω εντολή να παραδώσω αυτά τα έγγραφα μία εβδομάδα μετά τον θάνατό του.
Όλοι σώπασαν.
Ο δικηγόρος άνοιξε τον φάκελο και διάβασε:
— Με πλήρη συνείδηση μεταβιβάζω το σύνολο της περιουσίας μου… το σπίτι, τις επιχειρήσεις, τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τις επενδύσεις και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο…
Η πεθερά μου χαμογέλασε ήδη νικηφόρα.
Μέχρι που ακούστηκε η επόμενη φράση.
— …στη σύζυγό μου, Ελένη.
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε.
Ο δικηγόρος συνέχισε:
— Επιπλέον, δηλώνω ότι κανένα μέλος της οικογένειάς μου δεν έχει δικαίωμα να κατοικήσει ή να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε από τα ακίνητά μου χωρίς τη γραπτή άδεια της συζύγου μου.
Απόλυτη σιωπή.
Ο κουνιάδος μου ψιθύρισε:
— Αποκλείεται…
Ο δικηγόρος του έδειξε τις υπογραφές και τις επίσημες σφραγίδες.
Ήταν όλα απολύτως νόμιμα.
Η πεθερά μου προσπάθησε να αλλάξει τόνο.
— Παιδί μου… έγινε μια παρεξήγηση…
Δεν απάντησα.
Την ίδια γυναίκα που πριν από πέντε λεπτά με αποκαλούσε ξένη, τώρα με φώναζε «κόρη».
Ο δικηγόρος γύρισε προς το μέρος μου.
— Κυρία Παπαδοπούλου, υπάρχει ακόμη μία επιστολή. Ο σύζυγός σας ζήτησε να τη διαβάσετε μπροστά σε όλους.
Με τρεμάμενα χέρια άνοιξα το γράμμα.
«Αγάπη μου,
Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές, σημαίνει ότι δεν τα κατάφερα.
Ξέρω την οικογένειά μου καλύτερα από όλους.
Ξέρω πως πριν στεγνώσουν τα δάκρυά τους θα αρχίσουν να υπολογίζουν την περιουσία μου.
Αν όμως φτάσαμε σε αυτή τη στιγμή, θέλω να θυμάσαι κάτι.
Εσύ ήσουν η οικογένειά μου.
Εσύ στάθηκες δίπλα μου όταν δεν είχα τίποτα.
Εσύ πίστεψες σε μένα όταν όλοι οι άλλοι έλεγαν ότι θα αποτύχω.
Γι’ αυτό όλα όσα δημιούργησα ανήκουν σε σένα.
Και αν κάποιος προσπαθήσει να σε διώξει από το σπίτι μας…
Θέλω να του θυμίσεις ότι αυτό ήταν πάντα το σπίτι σου.
Με όλη μου την αγάπη,
Ανδρέας.»
Δεν υπήρχε άνθρωπος στην αυλή που να μη δάκρυσε.
Εκτός από εκείνους που είχαν έρθει να διεκδικήσουν την περιουσία.
Κοίταξα γύρω μου.
Οι βαλίτσες μου βρίσκονταν ακόμη στο γρασίδι.
Τα ρούχα μου ήταν σκορπισμένα παντού.
Ο δικηγόρος με ρώτησε ήρεμα:
— Θέλετε να καλέσω εταιρεία ασφαλείας;
Έγνεψα καταφατικά.
Μέσα σε είκοσι λεπτά έφτασαν τέσσερις φύλακες.
Αυτή τη φορά δεν έβγαιναν τα δικά μου πράγματα από το σπίτι.
Έβγαιναν οι συγγενείς του Ανδρέα.
Η πεθερά μου έκλαιγε.
— Σε παρακαλώ… δεν έχουμε πού να πάμε.
Την κοίταξα χωρίς θυμό.
Μόνο με θλίψη.
— Κι όμως… πριν από μία ώρα πιστεύατε ότι ούτε εγώ είχα θέση εδώ.
Έκλεισα ήρεμα την πόρτα.
Για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Ανδρέα ένιωσα ότι κράτησα την τελευταία του υπόσχεση.
Δεν προστάτευσα μόνο το σπίτι.
Προστάτευσα την αξιοπρέπεια, την αγάπη και τη ζωή που χτίσαμε μαζί.
Και τότε κατάλαβα γιατί, μία εβδομάδα πριν φύγει από τη ζωή, είχε φροντίσει να περάσει τα πάντα στο όνομά μου.
Δεν φοβόταν τον θάνατο.
Φοβόταν μόνο ότι κάποια μέρα θα έμενα μόνη απέναντι σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν ποτέ τι σημαίνει πραγματική οικογένεια.