Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι η πεθερά μου φοβόταν πραγματικά εκείνη τη φωτογραφία ήταν λίγο πριν κόψουμε την τούρτα.
Η Ευγενία στεκόταν δίπλα στο τραπέζι της γιαγιάς μου, με το χαμόγελο που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να φανεί ευγενική μπροστά σε κόσμο. Μόνο που το δεξί της χέρι ήταν σφιγμένο τόσο δυνατά γύρω από το ποτήρι του κρασιού, ώστε οι αρθρώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει.
— Κυρία Δέσποινα, να σας βοηθήσω να βάλετε τη φωτογραφία στο κουτί; ρώτησε.
Η γιαγιά μου, ογδόντα δύο χρονών, την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της.
— Όχι, παιδί μου. Αυτή θα τη δώσω εγώ στην Άννα.
Η Ευγενία δεν κουνήθηκε.
— Μην τσαλακωθεί μόνο.
— Πενήντα χρόνια δεν τσαλακώθηκε. Απόψε θα πάθει κάτι;
Γύρω μας ακούγονταν μουσικές, ποτήρια που τσούγκριζαν, παιδιά που έτρεχαν ανάμεσα στα τραπέζια και ο θείος μου ο Λευτέρης που φώναζε στον dj να βάλει επιτέλους ένα ζεϊμπέκικο της προκοπής.
Κανείς, εκτός από μένα, δεν πρόσεξε ότι η Ευγενία έπαψε να χαμογελά.
Ο γάμος μας γινόταν σε ένα κτήμα λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, προς τη Θέρμη. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, ακόμη ζεστό βράδυ, και τα τραπέζια είχαν στηθεί κάτω από ελιές με μικρά φωτάκια στα κλαδιά. Ο άντρας μου, ο Μιχάλης, είχε περάσει την τελευταία ώρα πηγαίνοντας από παρέα σε παρέα, αγκαλιάζοντας θείους, ξαδέλφια, φίλους από το σχολείο και συναδέλφους από το τεχνικό γραφείο όπου δούλευε.
Η ιδέα με τις φωτογραφίες ήταν δική μου.
Δεν ήθελα φακέλους με χρήματα.
Είχαμε ήδη το σπίτι μας, μικρό μεν, αλλά δικό μας, στην Καλαμαριά. Είχαμε αγοράσει τα περισσότερα πράγματα που χρειαζόμασταν και δεν ήθελα ο γάμος να μοιάζει με λογιστικό κλείσιμο.
Γι’ αυτό είχα γράψει στις προσκλήσεις:
«Αν θέλετε πραγματικά να μας χαρίσετε κάτι, φέρτε μια παλιά φωτογραφία του Μιχάλη ή δική μας, μαζί με δυο γραμμές για τη στιγμή που θυμάστε.»
Ήθελα μετά να φτιάξω ένα μεγάλο οικογενειακό άλμπουμ.
Ο Μιχάλης είχε ενθουσιαστεί.
Η μητέρα του όχι.
— Τι παιδικό είναι αυτό; είχε πει όταν της το ανακοινώσαμε. Οι άνθρωποι δίνουν χρήματα στους γάμους. Έτσι γίνεται.
— Εμείς δεν τα χρειαζόμαστε.
— Δεν είναι θέμα ανάγκης.
— Τότε ποιο είναι το θέμα;
Με είχε κοιτάξει όπως κοιτάζει κάποιος έναν άνθρωπο που δεν καταλαβαίνει τα βασικά.
— Τα έθιμα υπάρχουν για κάποιο λόγο.
Δεν τσακώθηκα μαζί της.
Μόνο αργότερα κατάλαβα πως το πρόβλημα δεν ήταν τα χρήματα.
Ήταν οι παλιές φωτογραφίες.
Από την αρχή της δεξίωσης άρχισαν να εμφανίζονται μικροί θησαυροί.
Ο παιδικός φίλος του Μιχάλη, ο Στέλιος, έφερε φωτογραφία από μια σχολική εκδρομή στα Μετέωρα, όπου ήταν δεκατριών χρονών και φορούσε ένα τεράστιο κόκκινο μπουφάν.
Η θεία Μαρίνα είχε φωτογραφία από βάφτιση στο χωριό, με τον Μιχάλη τεσσάρων χρονών να κοιμάται κάτω από το τραπέζι.
Ο ξάδελφος Πέτρος έφερε φωτογραφία από ένα καλοκαίρι στη Χαλκιδική, όπου ο Μιχάλης είχε επιχειρήσει να ψαρέψει με πλαστικό κουβά.
Γελάγαμε τόσο, που κάποια στιγμή δάκρυσα.
Μέχρι που έφτασε η γιαγιά μου.
Η γιαγιά Δέσποινα δεν γνώριζε τον Μιχάλη από παιδί. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Γι’ αυτό ξαφνιάστηκα όταν έβγαλε από την τσάντα της έναν κιτρινισμένο φάκελο.
— Αυτό, μου είπε, θα το ανοίξεις μετά.
— Τι είναι;
— Μια παλιά φωτογραφία.
— Του Μιχάλη;
Η γιαγιά με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
— Κάποιου που του μοιάζει πολύ.
Τότε πίστεψα πως έκανε κάποιο από τα μυστηριώδη αστεία της.
Η Ευγενία όμως, που στεκόταν δύο μέτρα πιο πέρα και μιλούσε με έναν θείο, γύρισε απότομα.
Είχε ακούσει.
Και από εκείνη τη στιγμή, δεν άφησε τη γιαγιά μου από τα μάτια της.
Αρχικά προσπάθησε να πάρει τον φάκελο χαμογελώντας.
Ύστερα δήθεν κατά λάθος έριξε νερό κοντά στην τσάντα της.
Μετά έστειλε την αδελφή της να ρωτήσει αν η γιαγιά ήθελε να αφήσει «τα πράγματά της στο αυτοκίνητο για ασφάλεια».
Η γιαγιά αρνήθηκε κάθε φορά.
Κι εγώ άρχισα να νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι.
Ο Μιχάλης δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Όταν του είπα ότι η μητέρα του φερόταν περίεργα, γέλασε.
— Η μάνα μου πάντα φέρεται περίεργα όταν δεν ελέγχει κάτι.
— Δεν είναι αυτό.
— Τι άλλο να είναι;
Κοίταξα προς τη γιαγιά.
Η Ευγενία στεκόταν πάλι δίπλα της.
Αυτή τη φορά δεν χαμογελούσε καν.
📸 Αν νομίζετε πως μια παλιά φωτογραφία δεν μπορεί να αλλάξει μια οικογένεια, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

Πήγα προς το μέρος τους.
Η Ευγενία σταμάτησε να μιλάει μόλις με είδε.
— Όλα καλά; ρώτησα.
— Μια χαρά, απάντησε πολύ γρήγορα.
Η γιαγιά μου δεν είπε τίποτα.
Περίμενα μέχρι να φύγει η Ευγενία.
— Γιαγιά, τι συμβαίνει;
Εκείνη ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό μου.
— Η μητέρα του Μιχάλη ξέρει ποια φωτογραφία έχω.
Ένιωσα σαν να χαμήλωσε ξαφνικά ο ήχος γύρω μας.
— Πώς γίνεται αυτό;
Η γιαγιά αναστέναξε.
— Γιατί ήταν εκεί όταν τραβήχτηκε.
Κάθισα στην καρέκλα δίπλα της.
— Πότε;
— Το 1989.
Ο Μιχάλης είχε γεννηθεί το 1990.
— Πού;
— Στην Καβάλα.
Η οικογένεια του Μιχάλη υποτίθεται πως τότε ζούσε ήδη στη Θεσσαλονίκη.
Η γιαγιά μου έπιασε τον φάκελο.
— Η φωτογραφία είναι από τη γιορτή της Αγίας Μαρίνας, στο χωριό του παππού σου. Είχε έρθει πολύς κόσμος. Μεταξύ τους κι ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη, ο Αντώνης.
Το όνομα δεν μου έλεγε τίποτα.
— Και;
Η γιαγιά δίστασε.
— Ο Αντώνης ήταν αρραβωνιασμένος με την Ευγενία.
Έμεινα ακίνητη.
— Τη μητέρα του Μιχάλη;
— Ναι.
— Και γιατί έχεις εσύ φωτογραφία τους;
Η γιαγιά με κοίταξε.
— Γιατί στη φωτογραφία δεν είναι μαζί με την Ευγενία.
Άνοιξα τον φάκελο χωρίς να περιμένω την άδειά της.
Η φωτογραφία ήταν ξεθωριασμένη στις άκρες.
Έδειχνε μια αυλή γεμάτη τραπέζια. Πλαστικές καρέκλες, καρό τραπεζομάντιλα, μπουκάλια μπύρας, παιδιά στο βάθος.
Στο κέντρο στεκόταν ένας νεαρός άντρας γύρω στα είκοσι πέντε.
Χαμογελούσε.
Για μια στιγμή νόμιζα ότι έβλεπα τον Μιχάλη.
Ίδια μάτια.
Ίδια μύτη.
Ίδιος τρόπος να γέρνει ελαφρά το κεφάλι όταν χαμογελούσε.
Δίπλα του στεκόταν μια νεαρή γυναίκα που δεν γνώριζα.
Ο άντρας είχε το χέρι του γύρω από τη μέση της.
— Ποια είναι αυτή; ψιθύρισα.
— Η μητέρα σου.
Η ανάσα μου κόπηκε.
Ξανακοίταξα τη φωτογραφία.
Η γυναίκα δίπλα στον άντρα ήταν πράγματι η μητέρα μου, πολύ νέα, πριν παντρευτεί τον πατέρα μου.
— Αυτό δεν γίνεται.
— Γίνεται.
— Η μαμά γνώριζε τον πατέρα του Μιχάλη;
— Όχι τον πατέρα του.
Η γιαγιά έκανε μια μικρή παύση.
— Τον άνθρωπο που όλοι πίστευαν τότε πως θα γίνει πατέρας του.
Δεν καταλάβαινα.
Ή μάλλον φοβόμουν ότι καταλάβαινα.
— Τι μου λες;
— Ο Αντώνης είχε σχέση με τη μητέρα σου.
— Ενώ ήταν αρραβωνιασμένος με την Ευγενία;
Η γιαγιά έγνεψε.
— Για λίγους μήνες.
— Και μετά;
— Μετά η μητέρα σου το έμαθε. Ότι εκείνος είχε αρραβωνιαστεί άλλη γυναίκα στη Θεσσαλονίκη. Τον άφησε αμέσως.
Κοίταξα ξανά τον άντρα στη φωτογραφία.
— Αυτός είναι ο πατέρας του Μιχάλη;
Η γιαγιά δεν πρόλαβε να απαντήσει.
— Όχι.
Η φωνή ήρθε πίσω μας.
Ήταν η Ευγενία.
Στεκόταν όρθια, χλωμή.
— Δεν είναι ο πατέρας του Μιχάλη.
Η γιαγιά σηκώθηκε αργά.
— Τότε γιατί φοβάσαι τόσο τη φωτογραφία;
Η Ευγενία κοίταξε εμένα.
— Άννα, δώσ’ τη μου.
— Γιατί;
— Δεν χρειάζεται να ανακατέψουμε παλιά πράγματα σήμερα.
— Εσύ τα ανακατεύεις εδώ και δύο ώρες.
Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα.
— Σε παρακαλώ.
Ήταν η πρώτη φορά που την άκουγα να μου μιλάει έτσι.
Χωρίς αυστηρότητα.
Χωρίς έλεγχο.
Σχεδόν φοβισμένη.
Τότε εμφανίστηκε ο Μιχάλης.
— Τι συμβαίνει;
Κανείς δεν μίλησε.
Ο Μιχάλης κοίταξε τη φωτογραφία στο χέρι μου.
— Ποιος είναι αυτός;
Η Ευγενία έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.
— Ένας παλιός γνωστός.
Ο Μιχάλης πήρε τη φωτογραφία.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Δεν χρειαζόταν κανείς να του εξηγήσει την ομοιότητα.
— Μαμά;
Η Ευγενία κάθισε.
— Ο Αντώνης ήταν ο πρώτος μου αρραβωνιαστικός.
— Και;
— Χωρίσαμε λίγο πριν γεννηθείς.
— Λίγο πριν γεννηθώ;
Ο Μιχάλης γέλασε νευρικά.
— Ο πατέρας μου μού είχε πει ότι ήσασταν μαζί χρόνια πριν παντρευτείτε.
Η Ευγενία δεν απάντησε.
Ο πατέρας του Μιχάλη, ο Γιώργος, καθόταν λίγα τραπέζια πιο πέρα και μιλούσε με συγγενείς.
Ο Μιχάλης γύρισε προς το μέρος του.
— Ο μπαμπάς ξέρει;
— Ξέρει αρκετά, είπε η Ευγενία.
— Τι σημαίνει «αρκετά»;
— Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να γίνει αυτό εδώ.
— Εσύ αποφάσισες ήδη να γίνει εδώ όταν προσπάθησες να κλέψεις μια φωτογραφία από μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Μερικοί συγγενείς άρχισαν να μας κοιτάζουν.
Η Ευγενία χαμήλωσε τη φωνή.
— Δεν ήθελα να τη δεις.
— Γιατί;
Εκείνη κοίταξε προς τον άντρα της.
— Γιατί ο Αντώνης πίστευε ότι ήσουν γιος του.
Ο Μιχάλης δεν μίλησε.
— Ήμουν μαζί του όταν έμεινα έγκυος, συνέχισε. Είχαμε ήδη προβλήματα. Έμαθα ότι έβλεπε άλλη γυναίκα. Δεν ήξερα ποια ήταν. Μετά εξαφανίστηκε για λίγες εβδομάδες.
Η γιαγιά μου είπε ήρεμα:
— Ήρθε στην Καβάλα.
Η Ευγενία έγνεψε.
— Όταν επέστρεψε, του είπα ότι ήμουν έγκυος. Εκείνος ήθελε να παντρευτούμε αμέσως. Αλλά εγώ δεν μπορούσα πια να τον εμπιστευτώ.
— Και ο μπαμπάς;
— Ο Γιώργος ήταν φίλος του αδελφού μου. Με βοήθησε πολύ εκείνη την περίοδο. Ήξερε ότι ήμουν έγκυος.
Ο Μιχάλης την κοιτούσε χωρίς να ανοιγοκλείνει σχεδόν τα μάτια.
— Και με παντρεύτηκε;
— Με παντρεύτηκε όταν ήσουν δύο χρονών.
— Άρα δεν είναι ο βιολογικός μου πατέρας.
Η Ευγενία αμέσως είπε:
— Είναι ο πατέρας σου σε όλα όσα έχουν σημασία.
Ο Μιχάλης γύρισε απότομα.
— Δεν σε ρώτησα αυτό.
Η ένταση είχε αρχίσει να τραβάει κόσμο γύρω μας.
Τότε ο Γιώργος ήρθε κοντά.
— Τι έγινε;
Ο Μιχάλης τού έδωσε τη φωτογραφία.
Ο Γιώργος την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σήκωσε το βλέμμα στην Ευγενία.
— Άρα βγήκε τελικά στην επιφάνεια.
Ο Μιχάλης πάγωσε.
— Το ήξερες;
— Ναι.
— Ότι μπορεί να μην είμαι γιος σου;
Ο Γιώργος χαμογέλασε λυπημένα.
— Δεν είσαι γιος μου από αίμα.
Η Ευγενία τον κοίταξε σοκαρισμένη.
— Γιώργο…
— Αρκετά, Ευγενία.
Ο Μιχάλης έκανε ένα βήμα πίσω.
— Το ξέρατε και οι δύο;
— Από την αρχή, είπε ο Γιώργος.
Τότε ήρθε η επόμενη ανατροπή.
Η γιαγιά μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε σιωπηλή, είπε:
— Δεν ήταν αυτό που φοβόταν η μητέρα σου ότι θα μάθεις.
Όλοι γύρισαν προς το μέρος της.
Η Ευγενία έγινε άσπρη.
— Δέσποινα, μη.
— Σαράντα χρόνια σχεδόν σωπαίνω για πράγματα που δεν ήταν δικά μου να πω. Αλλά σήμερα προσπάθησες να μου πάρεις κάτι με το ζόρι.
Ο Μιχάλης κοίταξε τη γιαγιά.
— Τι άλλο υπάρχει;
Η γιαγιά έδειξε τη φωτογραφία.
— Κοιτάξτε πίσω.
Ο Μιχάλης την γύρισε.
Στην πίσω πλευρά υπήρχε μια ημερομηνία και μια φράση γραμμένη με μπλε στυλό.
«Στην Ελένη και στον Αντώνη, για το νέο ξεκίνημα. Ιούλιος 1989.»
Κάτω υπήρχε μία δεύτερη φράση, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα.
«Να της πεις την αλήθεια πριν φύγετε. Ε.»
Η μητέρα μου λεγόταν Ελένη.
Ο Μιχάλης με κοίταξε.
— Η μητέρα σου ήξερε;
— Δεν ξέρω.
Η γιαγιά κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— Όχι. Δεν έμαθε ποτέ ότι η Ευγενία ήταν έγκυος τότε.
Η Ευγενία ψιθύρισε:
— Δεν έχει σημασία πια.
— Έχει, είπε ο Γιώργος.
Κοίταξε τον Μιχάλη.
— Γιατί ο Αντώνης δεν πέθανε χωρίς να ξέρει για σένα.
Η Ευγενία πετάχτηκε όρθια.
— Γιώργο!
— Μου έγραψε πριν δεκαπέντε χρόνια.
Ο Μιχάλης έμεινε ακίνητος.
— Τι;
— Είχε μάθει ότι μπορεί να είσαι γιος του. Ήθελε να σε γνωρίσει.
— Και;
Ο Γιώργος κοίταξε τη γυναίκα του.
— Η μητέρα σου του απάντησε ότι δεν θέλεις καμία επαφή.
Ο Μιχάλης γύρισε αργά προς την Ευγενία.
— Εγώ;
Η Ευγενία δάγκωσε τα χείλη της.
— Ήσουν είκοσι πέντε. Είχες τη δουλειά σου, τη ζωή σου. Δεν ήθελα να εμφανιστεί ένας ξένος και να…
— Του είπες ότι εγώ αρνήθηκα;
Δεν απάντησε.
Αυτό ήταν αρκετό.
Ο Μιχάλης απομακρύνθηκε λίγα μέτρα.
Τον ακολούθησα.
— Μιχάλη…
— Όχι τώρα.
Η φωνή του δεν ήταν θυμωμένη.
Αυτό ήταν χειρότερο.
Ήταν σπασμένη.
Κάθισε σε ένα χαμηλό πεζούλι στην άκρη του κτήματος.
Μετά από λίγα λεπτά ήρθε ο Γιώργος.
Κάθισε δίπλα του.
Δεν μίλησαν αμέσως.
Τελικά ο Μιχάλης είπε:
— Γιατί δεν μου το είπες εσύ;
Ο Γιώργος κοίταξε το χώμα.
— Φοβήθηκα.
— Κι εσύ;
— Ναι.
— Τι;
Ο Γιώργος χαμογέλασε με δυσκολία.
— Ότι θα ήθελες έναν πατέρα που δεν χρειάστηκε να μάθει στην πορεία πώς να γίνει πατέρας σου.
Ο Μιχάλης τον κοίταξε.
— Εσύ με μεγάλωσες.
— Το ξέρω.
— Με πήγαινες σχολείο.
— Ναι.
— Ήσουν στα νοσοκομεία όταν έσπασα το πόδι μου.
— Ναι.
— Εσύ με έμαθες να οδηγώ.
Ο Γιώργος γέλασε.
— Μεγάλο λάθος αυτό.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε για πρώτη φορά.
Ύστερα αγκαλιάστηκαν.
Δεν ήταν θεατρικό.
Δεν υπήρχαν χειροκροτήματα.
Οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν ήδη επιστρέψει στα τραπέζια τους, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είχε συμβεί.
Αργότερα εκείνο το βράδυ, η Ευγενία ήρθε να μας βρει.
Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
— Ο Αντώνης πέθανε πριν έξι χρόνια, είπε στον Μιχάλη.
Εκείνος έσφιξε το σαγόνι του.
— Έχει άλλους συγγενείς;
— Μια αδελφή στην Καβάλα.
— Θέλω το όνομά της.
Η Ευγενία έγνεψε.
Πριν φύγει, κοίταξε εμένα.
— Δεν μισούσα την ιδέα σου με τις φωτογραφίες, είπε. Φοβόμουν ότι κάποιος θα έφερνε αυτή.
— Και αν δεν την έφερνε η γιαγιά μου;
— Θα συνέχιζα να ζω πιστεύοντας ότι προστάτευα την οικογένειά μου.
Η γιαγιά, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, απάντησε:
— Μερικές φορές προστατεύουμε περισσότερο τα ψέματά μας παρά τους ανθρώπους.
Η Ευγενία δεν αντέδρασε.
Έφυγε μόνη της προς το τραπέζι.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο dj ανακοίνωσε ότι θα κόβαμε την τούρτα.
Ο Μιχάλης πήρε το μικρόφωνο.
Φοβήθηκα ότι θα μιλούσε για όσα είχαν γίνει.
Δεν το έκανε.
Είπε μόνο:
— Η Άννα είχε μια παράξενη ιδέα. Ζήτησε φωτογραφίες αντί για δώρα. Νομίζω ότι απόψε καταλάβαμε όλοι πως μερικές φορές οι φωτογραφίες αξίζουν περισσότερο από τα χρήματα.
Μερικοί γέλασαν.
Εγώ όχι.
Ήξερα ότι το εννοούσε κυριολεκτικά.
Τρεις εβδομάδες μετά τον γάμο, πήγαμε μαζί στην Καβάλα.
Βρήκαμε την αδελφή του Αντώνη.
Τη λέγανε Μαρία.
Όταν άνοιξε την πόρτα και είδε τον Μιχάλη, άρχισε να κλαίει πριν προλάβουμε να πούμε ποιοι είμαστε.
Μέσα στο σπίτι είχε ένα κουτί.
Στο κουτί υπήρχαν γράμματα.
Δύο ήταν για τον Μιχάλη.
Δεν είχαν σταλεί ποτέ.
Στο τελευταίο, ο Αντώνης είχε γράψει:
«Δεν ξέρω αν θα θελήσεις ποτέ να με γνωρίσεις. Δεν ξέρω καν αν έχω δικαίωμα να το ζητήσω. Αλλά αν κάποτε μάθεις για μένα, θέλω μόνο να ξέρεις ότι προσπάθησα να σε βρω.»
Ο Μιχάλης διάβασε το γράμμα δύο φορές.
Μετά το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε μέσα στο πορτοφόλι του.
Όταν επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη, τελείωσα το άλμπουμ του γάμου.
Η πρώτη σελίδα είχε φωτογραφίες από τη μέρα μας.
Η δεύτερη από τα παιδικά μας χρόνια.
Στην τρίτη έβαλα εκείνη την παλιά φωτογραφία από το 1989.
Ο Μιχάλης στάθηκε πολλή ώρα μπροστά της.
— Θα την κρατήσεις; τον ρώτησα.
— Ναι.
— Δεν σε πονάει;
Με κοίταξε και χαμογέλασε.
— Με πονάει περισσότερο ό,τι δεν πρόλαβα να μάθω.
Έδειξε τον Γιώργο σε μια άλλη φωτογραφία, να τον κρατάει στους ώμους του όταν ήταν πέντε χρονών.
— Αλλά αυτό εδώ δεν άλλαξε.
Έκλεισε το άλμπουμ.
Στο εξώφυλλο είχα γράψει μόνο μία φράση:
«Η οικογένεια δεν είναι πάντα η ιστορία που σου είπαν. Είναι οι άνθρωποι που έμειναν όταν έμαθες την αλήθεια.»