Η νύφη σταμάτησε τον γάμο όταν είδε σε ποιον έδωσε ο γαμπρός τα κλειδιά του καινούργιου τους διαμερίσματος. «Και τώρα πες μπροστά σε όλους πού θα μένουμε».

by Impress story
5k views

Η Ελένη δεν φώναξε. Δεν έκλαψε. Δεν πέταξε το ποτήρι της στο πάτωμα, όπως θα περίμενε κανείς από μια νύφη που μόλις είχε καταλάβει ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε πίσω από την πλάτη της.

Απλώς άφησε το πιρούνι δίπλα στο πιάτο, σηκώθηκε από τη θέση της και κοίταξε τον άντρα που πριν από σαράντα λεπτά είχε παντρευτεί.

Ο Νίκος στεκόταν λίγο πιο πέρα, κοντά στο τραπέζι των γονιών του, με το σακάκι ήδη ανοιχτό από τη ζέστη και ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Η μητέρα του, η κυρία Βάσω, χαμογελούσε πλατιά σε μια θεία από την Καλαμάτα.

Στην παλάμη της κρατούσε ένα μικρό μπρελόκ.

Πάνω του κρέμονταν δύο ολοκαίνουργια κλειδιά.

Η Ελένη τα αναγνώρισε αμέσως.

Ήταν τα κλειδιά του διαμερίσματος στο Χαλάνδρι.

Του διαμερίσματος που εκείνη και ο Νίκος ανακαίνιζαν επί έξι μήνες.

Του σπιτιού για το οποίο είχε δώσει σχεδόν όλες τις οικονομίες της.

Του σπιτιού όπου υποτίθεται ότι θα περνούσαν την πρώτη τους νύχτα ως παντρεμένοι.

—Νίκο, είπε ήρεμα.

Εκείνος γύρισε και, μόλις είδε το πρόσωπό της, χαμήλωσε ελαφρά το ποτήρι.

—Τι έγινε;

Η μουσική συνέχιζε να παίζει. Στο κτήμα στα Μεσόγεια, τα τραπέζια ήταν γεμάτα λευκά λουλούδια, λεμονόφυλλα και γυάλινα φαναράκια. Τα παιδιά έτρεχαν δίπλα στην πίστα. Οι σερβιτόροι μοίραζαν μικρά πιάτα με γλυκό.

Η Ελένη έδειξε το χέρι της πεθεράς της.

—Τι κρατάει η μητέρα σου;

Η Βάσω σταμάτησε να χαμογελά.

Ο Νίκος κοίταξε τα κλειδιά.

Για μια στιγμή δεν απάντησε.

Και αυτή η στιγμή ήταν αρκετή.

Η Ελένη ένιωσε ότι κάτι μέσα της πάγωσε.

—Ρώτησα τι κρατάει.

—Ελένη, όχι τώρα.

—Τώρα ακριβώς.

Η Βάσω σηκώθηκε.

—Κορίτσι μου, μην κάνεις σκηνή μπροστά στον κόσμο.

Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς χαρά.

—Δεν έχω κάνει καμία σκηνή. Ακόμα.

Δυο κοντινά τραπέζια είχαν ήδη αρχίσει να σωπαίνουν.

Ο πατέρας της Ελένης, ο κύριος Στέλιος, γύρισε προς το μέρος τους. Η μητέρα της, η Άννα, άφησε το ποτήρι της κάτω.

Ο Νίκος πλησίασε τη γυναίκα του.

—Θα σου εξηγήσω μετά.

—Όχι. Θα μου εξηγήσεις τώρα.

—Ελένη…

—Γιατί έχει η μητέρα σου τα κλειδιά του σπιτιού μας;

Ο Νίκος κοίταξε γύρω του.

Η πρώτη του αντίδραση δεν ήταν να απαντήσει.

Ήταν να δει ποιος άκουγε.

Και αυτό τρόμαξε την Ελένη περισσότερο από τα ίδια τα κλειδιά.

Τρεις εβδομάδες νωρίτερα, είχαν πάει μαζί να παραλάβουν το διαμέρισμα από τον εργολάβο. Η κουζίνα ήταν ακόμα γεμάτη σκόνη από τα τελευταία μερεμέτια. Η Ελένη είχε ανοίξει το παράθυρο και είχε πει γελώντας:

—Μυρίζει μπογιά, αλλά εμένα μου μυρίζει σπίτι.

Ο Νίκος την είχε αγκαλιάσει από πίσω.

—Επιτέλους κάτι δικό μας.

Δεν ήταν ακριβώς δικό τους.

Το διαμέρισμα είχε αγοραστεί πριν τον γάμο στο όνομα του Νίκου, επειδή ο ίδιος είχε βρει καλύτερους όρους δανείου μέσω της τράπεζας όπου εργαζόταν.

Αλλά η προκαταβολή είχε πληρωθεί και από τους δύο.

Η Ελένη είχε βάλει σαράντα δύο χιλιάδες ευρώ από τις οικονομίες της και από χρήματα που της είχε αφήσει η γιαγιά της.

Εκείνη είχε πληρώσει σχεδόν ολόκληρη την κουζίνα, τα ηλεκτρικά, τα ξύλινα πατώματα και τις ντουλάπες.

Ο Νίκος είχε επιμένει πως δεν είχε σημασία ποιο όνομα έγραφε το συμβόλαιο.

«Σε λίγο θα είμαστε παντρεμένοι. Τι είναι δικό μου είναι δικό σου».

Η Ελένη τον είχε πιστέψει.

Μέχρι εκείνο το βράδυ.

—Μαμά, δώσε μου τα κλειδιά, είπε τελικά ο Νίκος.

Η Βάσω τα έσφιξε στο χέρι της.

—Γιατί; Αφού είπαμε…

Σταμάτησε απότομα.

Η Ελένη γύρισε προς εκείνη.

—Τι είπατε;

Ο Νίκος χλώμιασε.

—Μαμά.

—Εγώ δεν είπα τίποτα.

—Μόλις είπες «αφού είπαμε».

Η Βάσω αναστέναξε.

—Ελένη μου, είναι η μέρα του γάμου σας. Δεν είναι ώρα για οικονομικά και σπίτια.

—Δεν μιλάμε για οικονομικά. Μιλάμε για τα κλειδιά του σπιτιού όπου θα ζήσω.

Η μητέρα του Νίκου κοίταξε τον γιο της.

—Πες της εσύ.

Η Ελένη στράφηκε αργά προς τον άντρα της.

Και για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, ο Νίκος δεν μπόρεσε να την κοιτάξει στα μάτια.

📖 Αν θέλετε να δείτε τι κρυβόταν πίσω από αυτά τα κλειδιά, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο. 👇

—Νίκο, είπε η Ελένη. Και τώρα πες μπροστά σε όλους πού θα μένουμε.

Ο Νίκος κατάπιε.

—Στο σπίτι μας.

—Τότε γιατί έδωσες τα κλειδιά στη μητέρα σου;

—Δεν είναι έτσι όπως φαίνεται.

—Πώς φαίνεται;

Η σιωπή γύρω τους είχε απλωθεί πια σε όλη σχεδόν την αίθουσα.

Ακόμη και η μουσική χαμήλωσε όταν ο DJ κατάλαβε ότι κανείς δεν χόρευε.

Ο Νίκος πλησίασε περισσότερο.

—Η μητέρα μου θα μείνει εκεί για λίγο.

Η Ελένη νόμιζε ότι δεν είχε ακούσει σωστά.

—Πού;

—Στο Χαλάνδρι.

—Στο σπίτι μας;

—Προσωρινά.

Η Άννα, η μητέρα της Ελένης, σηκώθηκε απότομα.

—Τι σημαίνει προσωρινά;

Η Βάσω ίσιωσε τους ώμους της.

—Δεν χρειάζεται να ανακατεύονται όλοι.

Η Ελένη κοίταζε μόνο τον Νίκο.

—Πόσο προσωρινά;

—Δεν ξέρω. Δυο μήνες. Ίσως τρεις.

—Και εμείς;

Ο Νίκος τράβηξε μια καρέκλα, λες και η συζήτηση μπορούσε να γίνει πιο λογική αν όλοι κάθονταν.

—Θα μείνουμε λίγο στο δικό μου παλιό διαμέρισμα.

Η Ελένη γέλασε.

Ένα μικρό, απίστευτο γέλιο.

—Το παλιό σου διαμέρισμα στη Νέα Ιωνία;

—Ναι.

—Αυτό που είναι σαράντα πέντε τετραγωνικά και το νοικιάζει τώρα ο ξάδελφός σου;

Ο Νίκος δεν απάντησε.

Η Ελένη τον κοίταξε με δυσπιστία.

—Μην μου πεις ότι έφυγε ήδη.

—Θα φύγει τη Δευτέρα.

Η Ελένη άφησε τα χέρια της να πέσουν στο πλάι.

—Δηλαδή το έχεις κανονίσει.

—Άκουσέ με.

—Πόσο καιρό το έχεις κανονίσει;

—Μερικές μέρες.

Η Βάσω παρενέβη.

—Εδώ και σχεδόν έναν μήνα.

Ο Νίκος γύρισε απότομα.

—Μαμά!

Η Ελένη δεν κουνήθηκε.

—Έναν μήνα.

Η Βάσω κατάλαβε ότι είχε μιλήσει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

—Υπήρχε ανάγκη.

—Τι ανάγκη;

Ο Νίκος πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά του.

—Η μητέρα μου πρέπει να πουλήσει το σπίτι της στον Πειραιά.

—Γιατί;

—Έχει χρέη.

Η Βάσω κοκκίνισε.

—Δεν χρειάζεται να συζητάμε προσωπικά θέματα εδώ.

Η Ελένη γύρισε προς εκείνη.

—Όταν το προσωπικό σας θέμα σημαίνει ότι εσείς θα κοιμάστε στην κρεβατοκάμαρα που πλήρωσα εγώ, γίνεται και δικό μου θέμα.

Ο πατέρας του Νίκου, ο Μανώλης, που μέχρι τότε δεν είχε πει κουβέντα, σηκώθηκε αργά.

—Βάσω, καλύτερα να τα πούμε όλα.

Εκείνη τον κοίταξε έντονα.

—Μη μιλήσεις.

Ο Μανώλης όμως συνέχισε.

—Δεν είναι μόνο χρέη.

Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

—Τι άλλο είναι;

Ο ηλικιωμένος άντρας κοίταξε τον γιο του.

—Πες της.

Ο Νίκος παρέμεινε σιωπηλός.

Ο Μανώλης απάντησε στη θέση του.

—Η μητέρα του Νίκου έβαλε υποθήκη το σπίτι μας πριν από δύο χρόνια για να βοηθήσει τον μικρό μας γιο.

Η Ελένη ήξερε τον μικρότερο αδελφό του Νίκου, τον Πέτρο. Είχε ανοίξει ένα μπαρ στη Νάξο με φίλο του και η επιχείρηση είχε κλείσει πριν από έναν χρόνο.

—Πόσα χρήματα;

Ο Μανώλης είπε ένα ποσό που έκανε μερικούς συγγενείς να κοιταχτούν μεταξύ τους.

—Εκατόν δέκα χιλιάδες.

Η Ελένη γύρισε προς τον Νίκο.

—Το ήξερες;

—Ναι.

—Και δεν μου είπες τίποτα;

—Δεν ήταν δικό μου χρέος.

—Τότε γιατί πληρώνω εγώ το τίμημα;

—Δεν πληρώνεις τίποτα.

—Μου παίρνεις το σπίτι πριν καν μπω μέσα!

Ο Νίκος ύψωσε για πρώτη φορά τη φωνή.

—Είναι και δικό μου σπίτι!

Η φράση έπεσε βαριά.

Η Ελένη τον κοίταξε ακίνητη.

—Όχι, Νίκο. Είπες ότι είναι «το σπίτι μας». Τώρα ξαφνικά έγινε «δικό σου σπίτι».

Εκείνος κατάλαβε αμέσως το λάθος του.

—Δεν εννοούσα αυτό.

—Ακριβώς αυτό εννοούσες.

Ο πατέρας της Ελένης πλησίασε.

—Πόσα χρήματα έχει βάλει η κόρη μου σ’ αυτό το ακίνητο;

Ο Νίκος κοίταξε αλλού.

—Δεν είναι ώρα…

—Εγώ ρωτάω.

—Στέλιο, είπε η Ελένη. Άσε με.

Ο πατέρας της σταμάτησε.

Η Ελένη έβγαλε αργά τη βέρα από το δάχτυλό της.

Ο Νίκος πανικοβλήθηκε.

—Τι κάνεις;

—Ακόμα δεν ξέρω.

Άφησε τη βέρα πάνω στο τραπέζι.

Μερικές γυναίκες από την οικογένεια της Βάσως άρχισαν να ψιθυρίζουν.

Η Βάσω αναστέναξε εκνευρισμένη.

—Έλεος, κοπέλα μου. Για δύο μήνες γίνεται όλο αυτό;

Η Ελένη γύρισε προς εκείνη.

—Πριν από δύο μήνες μου ζητήσατε να μην βάλω το όνομά μου στο συμβόλαιο επειδή, όπως είπατε, «ο Νίκος ξέρει καλύτερα από τράπεζες».

Η Βάσω συνοφρυώθηκε.

—Δεν θυμάμαι να είπα κάτι τέτοιο.

—Εγώ θυμάμαι.

Ο Νίκος έκανε ένα βήμα μπροστά.

—Ελένη, μπορούμε να φύγουμε και να το συζητήσουμε μόνοι μας;

—Όχι ακόμα.

Άνοιξε το μικρό τσαντάκι της και έβγαλε το κινητό της.

—Υπάρχει κι άλλο κάτι που πρέπει να εξηγήσεις.

Ο Νίκος πάγωσε.

Για πρώτη φορά η Βάσω φάνηκε πραγματικά ανήσυχη.

Η Ελένη άνοιξε ένα μήνυμα.

—Σήμερα το πρωί μου έγραψε ο λογιστής σου.

—Ποιος;

—Ο κύριος Ζαφειρίου.

Ο Νίκος την κοίταξε έντονα.

—Γιατί να σου γράψει;

—Γιατί πριν από δύο εβδομάδες τού είχα ζητήσει να μου στείλει όλες τις αποδείξεις για τις εργασίες του σπιτιού. Χρειαζόμουν τα παραστατικά για να ξέρω ακριβώς τι έχω πληρώσει.

Ο Νίκος δεν μιλούσε.

—Μου έστειλε όμως και κάτι άλλο κατά λάθος.

Η Ελένη γύρισε την οθόνη προς τον ίδιο.

—Ένα προσχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού.

Η Βάσω χλώμιασε.

Ο Μανώλης την κοίταξε.

—Τι συμφωνητικό;

Η Ελένη διάβασε μόνο μία γραμμή.

—«Παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου στην κυρία Βασιλική Παπαδοπούλου για χρονικό διάστημα πέντε ετών».

Ένα κύμα ψιθύρων πέρασε από τα τραπέζια.

Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι.

Η Ελένη σχεδόν ψιθύρισε:

—Δύο μήνες είπες.

—Δεν είχε υπογραφεί.

—Αλλά το είχες ετοιμάσει.

—Για ασφάλεια.

—Ποιανού ασφάλεια;

Ο Νίκος δεν απάντησε.

Η Βάσω όμως δεν άντεξε.

—Εντάξει! Εγώ του το ζήτησα.

Όλοι γύρισαν προς εκείνη.

—Χάνω το σπίτι μου, είπε. Τι έπρεπε να κάνω; Να βγω στον δρόμο;

Η Ελένη την κοίταξε.

—Όχι. Έπρεπε να μου το πείτε.

—Θα έλεγες όχι.

—Τότε ίσως υπήρχε λόγος να μη γίνει.

—Εγώ είμαι η μάνα του!

—Κι εγώ είμαι η γυναίκα που παντρεύτηκε σήμερα.

Η Βάσω έδειξε τα τραπέζια.

—Τα μισά έξοδα αυτού του γάμου τα πληρώσαμε εμείς.

Ο Στέλιος γέλασε πικρά.

—Τα μισά; Εγώ πλήρωσα το κτήμα.

—Δεν μιλάω σε εσένα.

—Αρκετά, είπε ο Μανώλης.

Η φωνή του ήταν χαμηλή, αλλά για πρώτη φορά η Βάσω σταμάτησε.

Ο Μανώλης κοίταξε την Ελένη.

—Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις.

Ο Νίκος τον κοίταξε έντρομος.

—Πατέρα, μην το κάνεις.

—Έπρεπε να το έχεις κάνει εσύ.

Ο Μανώλης έβγαλε έναν φάκελο από το εσωτερικό του σακακιού του.

—Αυτό ήθελα να σας το δώσω αύριο.

Τον έδωσε στην Ελένη.

Μέσα υπήρχε αντίγραφο τραπεζικής μεταφοράς.

Εξήντα χιλιάδες ευρώ.

Από λογαριασμό του Μανώλη προς τον Νίκο.

Ημερομηνία: οκτώ μήνες πριν.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.

—Τι είναι αυτό;

—Χρήματα που του έδωσα για το διαμέρισμα.

Η Ελένη ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.

—Μου είχες πει ότι τα εξήντα χιλιάδες ήταν δικά σου.

Ο Νίκος δεν απάντησε.

—Μου είπες ότι τα μάζευες δέκα χρόνια.

—Ήθελα να μη νιώθεις ότι…

—Ότι τι;

Ο Μανώλης συνέχισε:

—Και αυτά τα χρήματα δεν ήταν δικά μου.

Η Βάσω σηκώθηκε απότομα.

—Μανώλη!

—Ήταν της αδελφής μου, της Κατερίνας.

Η Ελένη θυμήθηκε τη θεία Κατερίνα, μια ήσυχη γυναίκα που ζούσε στη Σύρο και είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο.

—Η Κατερίνα είχε αφήσει αυτά τα χρήματα στον Νίκο, είπε ο Μανώλης. Με έναν όρο.

—Ποιον όρο;

Ο Μανώλης κοίταξε τον γιο του.

—Να χρησιμοποιηθούν για σπίτι δικό του και της γυναίκας που θα παντρευόταν. Και να περάσει το μισό ακίνητο στο όνομα της συζύγου του μετά τον γάμο.

Η Ελένη κοίταξε τον Νίκο.

—Το ήξερες αυτό;

Ο Νίκος ένευσε.

Η Βάσω χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι.

—Η Κατερίνα δεν είχε δικαίωμα να ορίζει τον γιο μου!

—Είχε δικαίωμα να ορίζει τα δικά της χρήματα, είπε ο Μανώλης.

Η Ελένη κοίταξε ξανά τα κλειδιά στο χέρι της πεθεράς της.

Τώρα όλα έμοιαζαν διαφορετικά.

Δεν ήταν απλώς μια αυταρχική μητέρα που ήθελε να μείνει στο σπίτι του γιου της.

Ήταν μια ολόκληρη απόφαση που είχε παρθεί χωρίς εκείνη.

Μια συμφωνία πίσω από την πλάτη της.

Ένα σχέδιο στο οποίο τα δικά της χρήματα, ο δικός της γάμος και η δική της ζωή θεωρούνταν διαθέσιμα.

Ο Νίκος πλησίασε.

—Έκανα λάθος.

Η Ελένη τον κοίταξε.

—Ποιο από όλα;

—Φοβήθηκα να σου πω την αλήθεια.

—Γιατί;

—Γιατί ήξερα ότι θα αρνιόσουν.

—Ακριβώς.

—Η μητέρα μου θα έχανε το σπίτι της.

—Και γι’ αυτό αποφάσισες να χάσω εγώ το δικό μου;

—Δεν θα το έχανες.

—Πέντε χρόνια, Νίκο.

Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι.

—Μπορούσαμε να το αλλάξουμε.

—Μετά τον γάμο;

Δεν απάντησε.

Και εκεί η Ελένη κατάλαβε κάτι που πονούσε περισσότερο από κάθε ψέμα.

Δεν είχε σκοπό να της το πει πριν.

Περίμενε να γίνει ο γάμος.

Περίμενε να υπάρχουν φωτογραφίες, συγγενείς, έξοδα, νυφικό, βέρες, υπογραφές.

Περίμενε να είναι πιο δύσκολο για εκείνη να φύγει.

Η Ελένη πήρε τη βέρα από το τραπέζι.

Ο Νίκος ανάσανε, νομίζοντας ότι θα την ξαναφορούσε.

Εκείνη όμως την έβαλε μέσα στον φάκελο.

—Αύριο το πρωί θα μιλήσω με δικηγόρο.

—Ελένη…

—Όχι για διαζύγιο ακόμα.

Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα.

—Τότε για τι;

—Για τα χρήματά μου. Και για το μισό σπίτι που, απ’ ό,τι ακούω, έπρεπε ήδη να είναι δικό μου.

Η Βάσω πετάχτηκε.

—Δεν θα πάρεις το σπίτι της οικογένειάς μας!

Η Ελένη γύρισε προς εκείνη.

—Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά σας. Ακόμα πιστεύετε ότι είναι σπίτι της οικογένειάς σας. Δεν σκεφτήκατε ποτέ ότι υποτίθεται πως ήταν σπίτι της δικής μας οικογένειας.

Την επόμενη μέρα η Ελένη δεν πήγε στο Χαλάνδρι.

Πήγε στο σπίτι των γονιών της στο Παγκράτι.

Ο Νίκος τηλεφώνησε δεκαεπτά φορές.

Δεν απάντησε.

Δύο ημέρες μετά συναντήθηκαν σε δικηγορικό γραφείο στο Σύνταγμα.

Εκεί η Ελένη έμαθε κάτι που κανείς στον γάμο δεν γνώριζε.

Η θεία Κατερίνα είχε αφήσει όχι μόνο επιστολή αλλά και συμβολαιογραφική πράξη που συνέδεε τα χρήματα με συγκεκριμένο όρο.

Αν ο Νίκος δεν μεταβίβαζε το 50% του ακινήτου στη σύζυγό του εντός τριών μηνών από τον γάμο, όφειλε να επιστρέψει το ποσό στους νόμιμους κληρονόμους της.

Ο Νίκος δεν μπορούσε να παραχωρήσει το σπίτι στη μητέρα του για πέντε χρόνια χωρίς σοβαρές νομικές συνέπειες.

Η συμφωνία της Βάσως δεν είχε υπογραφεί.

Τα κλειδιά επέστρεψαν στην Ελένη.

Αλλά εκείνη δεν μετακόμισε αμέσως.

—Τι περιμένεις; τη ρώτησε ο Νίκος.

Κάθονταν σε ένα καφέ στο Κουκάκι, τρεις εβδομάδες μετά τον γάμο τους.

Δεν φορούσαν βέρες.

—Να δω αν καταλαβαίνεις τι έκανες.

—Σου είπα ότι λυπάμαι.

—Δεν με ενδιαφέρει μόνο αν λυπάσαι.

—Τότε τι;

Η Ελένη τον κοίταξε.

—Θέλω να ξέρω αν την επόμενη φορά που η μητέρα σου θα σου ζητήσει κάτι παράλογο, θα φοβηθείς περισσότερο να πεις όχι σε εκείνη ή να μου πεις ψέματα εμένα.

Ο Νίκος έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα.

—Δεν ξέρω, είπε τελικά.

Η Ελένη χαμογέλασε θλιμμένα.

Ήταν η πρώτη απολύτως ειλικρινής απάντηση που της είχε δώσει εδώ και μήνες.

—Τότε δεν είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε μαζί.

Δεν χώρισαν εκείνη την ημέρα.

Ούτε συμφιλιώθηκαν.

Για σχεδόν τέσσερις μήνες έζησαν χωριστά.

Ο Νίκος ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, όχι επειδή το απαίτησε η Ελένη, αλλά επειδή για πρώτη φορά παραδέχτηκε ότι από παιδί είχε μάθει να αγοράζει την ηρεμία της μητέρας του με υποχωρήσεις.

Η Βάσω πούλησε τελικά το σπίτι στον Πειραιά και νοίκιασε ένα μικρότερο διαμέρισμα στο Κερατσίνι.

Ο Πέτρος επέστρεψε από τη Νάξο και ανέλαβε μέρος του χρέους που είχε δημιουργήσει.

Και το διαμέρισμα στο Χαλάνδρι μεταβιβάστηκε κατά το ήμισυ στην Ελένη, όπως είχε ορίσει η Κατερίνα.

Τον πέμπτο μήνα, ο Νίκος της έδωσε ξανά ένα κλειδί.

Ήταν το ίδιο μπρελόκ που κρατούσε η μητέρα του στον γάμο.

Η Ελένη το κοίταξε.

—Δεν σημαίνει ότι γυρίζω.

—Το ξέρω.

—Και αν γυρίσω, δεν σημαίνει ότι όλα ξεχάστηκαν.

—Το ξέρω κι αυτό.

—Τότε γιατί μου το δίνεις;

Ο Νίκος πήρε μια ανάσα.

—Γιατί την πρώτη φορά σου είπα ότι ήταν σπίτι μας, αλλά συμπεριφέρθηκα σαν να ήταν μόνο δικό μου. Αυτή τη φορά θέλω να αποφασίσεις εσύ αν θα γίνει πραγματικά σπίτι μας.

Η Ελένη πήρε το κλειδί.

Δεν απάντησε εκείνη τη στιγμή.

Δύο εβδομάδες αργότερα μετέφερε εκεί μόνο μία κούτα.

Βιβλία.

Όχι ρούχα.

Όχι βαλίτσες.

Μόνο βιβλία.

Ο Νίκος την κοίταξε και χαμογέλασε αμήχανα.

—Αυτό σημαίνει κάτι καλό;

Η Ελένη άνοιξε την κούτα.

—Σημαίνει ότι θα δούμε.

Ένα χρόνο αργότερα, όταν φίλοι τους ρωτούσαν ποιο ήταν το πιο δύσκολο πράγμα στον πρώτο χρόνο του γάμου τους, ο Νίκος δεν μιλούσε ποτέ για τη μητέρα του, ούτε για τα χρέη, ούτε για τον καβγά στη δεξίωση.

Έλεγε μόνο:

—Να καταλάβω ότι γάμος δεν είναι να ζητάς από τον άλλον να σε εμπιστευτεί. Είναι να μην του δίνεις λόγο να σταματήσει να σε εμπιστεύεται.

Και η Ελένη, κάθε φορά που άκουγε αυτή τη φράση, έριχνε μια ματιά στο μικρό μπρελόκ δίπλα στην πόρτα.

Πάνω του κρέμονταν τώρα δύο κλειδιά.

Το ένα δικό της.

Το άλλο του Νίκου.

Κανένα τρίτο.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More