Μία ώρα πριν από τον γάμο, η νύφη μού ζήτησε να ανταλλάξουμε κινητά. Το πρώτο τηλεφώνημα εξήγησε γιατί δεν είχε φάει σχεδόν τίποτα τις τελευταίες τρεις μέρες.

by Impress story
226 views

Η Ελένη έκλεισε την πόρτα του μικρού δωματίου πίσω από το ιερό και μου έβαλε το κινητό της στο χέρι σαν να μου παρέδιδε κάτι επικίνδυνο.

— Πάρε το.

Την κοίταξα χωρίς να καταλάβω.

Έξω, στην αυλή της εκκλησίας, ήδη ακούγονταν οι φωνές των συγγενών, τα γέλια των παιδιών, ο φωτογράφος που φώναζε σε κάποιον να μη σταθεί μπροστά στην είσοδο. Η θεία της Ελένης μοίραζε μικρά λευκά σακουλάκια με κουφέτα. Ο πατέρας του γαμπρού είχε μόλις φέρει έναν δίσκο με νερά και καφέδες.

Σε λιγότερο από μία ώρα η καλύτερή μου φίλη θα παντρευόταν τον Μάριο.

Κι όμως έμοιαζε σαν άνθρωπος που περίμενε να μπει σε χειρουργείο.

— Τι να το κάνω;

— Δώσε μου το δικό σου.

— Ελένη…

— Σε παρακαλώ, Άννα.

Τα δάχτυλά της έτρεμαν.

Τις τελευταίες τρεις μέρες το είχα παρατηρήσει. Στο σπίτι της μητέρας της, όπου μαζευτήκαμε για τις τελευταίες ετοιμασίες, η Ελένη είχε αφήσει άθικτα τα γεμιστά. Το προηγούμενο βράδυ είχε πει ότι την πείραξε το στομάχι της και δεν δοκίμασε ούτε μια μπουκιά από την πίτα που είχε φέρει η νονά της.

Το πρωί του γάμου είχε πιει μόνο μισό φλιτζάνι καφέ.

Όλοι το απέδιδαν στο άγχος.

Εγώ όχι.

Η Ελένη ήταν άνθρωπος που όταν αγχωνόταν έτρωγε.

— Θέλω να απαντάς εσύ, είπε.

— Σε ποιον;

— Σε όποιον πάρει.

Έβγαλα το κινητό μου από την τσάντα και της το έδωσα.

— Και τι θα κάνεις με το δικό μου;

— Θα το κρατάω κλειστό.

— Γιατί;

Με κοίταξε επιτέλους στα μάτια.

— Αν σου πω τώρα, μπορεί να μη βγω ποτέ από αυτό το δωμάτιο.

Πριν προλάβω να τη ρωτήσω κάτι άλλο, χτύπησαν την πόρτα.

— Κορίτσια; φώναξε η μητέρα της. Ο φωτογράφος περιμένει!

Η Ελένη τράβηξε μια βαθιά ανάσα.

— Μην πεις τίποτα σε κανέναν.

— Ούτε στον Μάριο;

Στο άκουσμα του ονόματός του, το πρόσωπό της άλλαξε.

Όχι σαν θυμός.

Σαν φόβος.

— Κυρίως όχι στον Μάριο.

Πάγωσα.

Ήξερα τον Μάριο σχεδόν έξι χρόνια. Ήρεμος, ευγενικός, καθηγητής φυσικής σε φροντιστήριο στον Χολαργό, από εκείνους τους ανθρώπους που έλεγαν πάντα «ευχαριστώ» στον σερβιτόρο και βοηθούσαν τους ηλικιωμένους να ανεβάσουν σακούλες στην πολυκατοικία.

Τουλάχιστον έτσι τον ήξερα.

Η Ελένη βγήκε από το δωμάτιο.

Εγώ έμεινα πίσω για λίγα δευτερόλεπτα κοιτάζοντας το κινητό της.

Ήταν αθόρυβο.

Η οθόνη φωτίστηκε.

Άγνωστος αριθμός.

Για μια στιγμή σκέφτηκα να μην απαντήσω.

Μετά θυμήθηκα τα λόγια της.

Σήκωσα την κλήση.

— Παρακαλώ;

Σιωπή.

Έπειτα μια αντρική φωνή είπε:

— Ελένη;

— Όχι. Ποιος είναι;

Ο άντρας δεν απάντησε αμέσως.

— Πείτε της ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που τηλεφωνώ.

— Ποιος είστε;

Άκουσα έναν αναστεναγμό.

— Πείτε της ότι αν παντρευτεί σήμερα, μετά δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε.

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου.

— Τι δεν ήξερε;

Ο άντρας έκλεισε.

Κοίταξα την οθόνη.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που άκουγα τον παλμό στα αυτιά μου.

📱 Αν θέλεις να μάθεις ποιος κρυβόταν πίσω από τις κλήσεις, η συνέχεια βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 👇

Δευτερόλεπτα αργότερα ήρθε μήνυμα από τον ίδιο αριθμό.

«Ρώτησέ τον για το διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Και για τη γυναίκα που πληρώνει ακόμα τη δόση.»

Έμεινα ακίνητη.

Ο Μάριος δεν είχε κανένα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη.

Ή τουλάχιστον αυτό πίστευα.

Εκείνος και η Ελένη νοίκιαζαν ένα δυάρι στο Παγκράτι και μάζευαν χρήματα για να αγοράσουν σπίτι μετά τον γάμο.

Βγήκα στην αυλή.

Η Ελένη στεκόταν κάτω από μια λεμονιά ενώ η φωτογράφος της τακτοποιούσε το πέπλο.

Η μητέρα της συγκινημένη σκούπιζε τα μάτια της.

Ο Μάριος δεν είχε φτάσει ακόμα. Σύμφωνα με το έθιμο, θα ερχόταν λίγο αργότερα με τους δικούς του.

Η Ελένη με είδε.

Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα.

Το κατάλαβε από το πρόσωπό μου.

Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

— Πήρε;

Έγνεψα καταφατικά.

— Τι είπε;

Την τράβηξα στο πλάι.

— Αν ξέρεις ήδη για τη Νέα Σμύρνη, θέλω να μου πεις τώρα.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

— Το ήξερα.

— Από πότε;

— Από την Τρίτη.

Ήταν Σάββατο.

— Και παρ’ όλα αυτά βρίσκεσαι εδώ;

Η Ελένη κοίταξε προς την εκκλησία.

— Δεν ξέρω όλη την αλήθεια.

— Ποια γυναίκα πληρώνει τη δόση;

Κατέβασε το βλέμμα.

— Δεν ξέρω.

— Τότε τι ξέρεις;

Η φωνή της έγινε ψίθυρος.

— Βρήκα μια απόδειξη στην τσάντα του. Στεγαστικό δάνειο. Το όνομα του Μάριου. Και μια διεύθυνση στη Νέα Σμύρνη. Όταν τον ρώτησα, μου είπε ότι ήταν παλιό δάνειο του πατέρα του και ότι μπήκε εγγυητής.

— Και τον πίστεψες;

— Ήθελα να τον πιστέψω.

Το κινητό ξαναχτύπησε.

Αυτή τη φορά ήταν άλλος αριθμός.

Η Ελένη άρπαξε το χέρι μου.

— Απάντησε.

Έβαλα το τηλέφωνο στο αυτί.

— Παρακαλώ;

Μια γυναίκα μίλησε.

— Η Ελένη είναι εκεί;

— Ποια είστε;

— Πρέπει να της μιλήσω πριν μπει στην εκκλησία.

Κοίταξα την Ελένη.

Είχε γίνει χλωμή.

— Πείτε μου το όνομά σας.

— Δέσποινα Κωνσταντίνου.

Η Ελένη έκανε ένα απότομο βήμα πίσω.

Το όνομα προφανώς της έλεγε κάτι.

— Τη γνωρίζεις; ψιθύρισα.

Δεν απάντησε.

Η γυναίκα συνέχισε:

— Δεν θέλω να χαλάσω κανέναν γάμο. Θέλω μόνο να ξέρει πού πηγαίνει.

— Τι σχέση έχετε με τον Μάριο;

Στην άλλη άκρη ακούστηκε παιδική φωνή.

«Μαμά, θα φύγουμε;»

Και τότε κατάλαβα γιατί η Ελένη δεν είχε φάει τρεις μέρες.

— Έχετε παιδί μαζί του; ρώτησα.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

Η Δέσποινα απάντησε ήρεμα:

— Όχι.

Άφησα την ανάσα που κρατούσα.

— Τότε τι συμβαίνει;

— Ο Μάριος αγόρασε το σπίτι μαζί με τον αδελφό μου πριν από επτά χρόνια. Ο αδελφός μου πέθανε πριν από δύο. Εγώ πληρώνω το μισό δάνειο από τότε.

Δεν καταλάβαινα.

— Γιατί δεν το ξέρει η Ελένη;

— Γιατί ο Μάριος δεν της είπε ποτέ ποιος ήταν πραγματικά ο αδελφός μου.

Η Ελένη μου έκανε νόημα.

— Βάλ’ το ανοιχτή ακρόαση.

Το έκανα.

— Σε ακούω, είπε η Ελένη.

Η Δέσποινα σώπασε για λίγο.

— Ο αδελφός μου, ο Στέφανος, και ο Μάριος ήταν μαζί σχεδόν τέσσερα χρόνια.

Η αυλή συνέχισε να βουίζει γύρω μας.

Κάποιος γέλασε δυνατά λίγα μέτρα πιο πέρα.

Ένα παιδί έτρεξε κρατώντας μια κορδέλα.

Και η Ελένη έμεινε ακίνητη.

— Μαζί… πώς; ρώτησε.

— Ζούσαν μαζί. Το σπίτι αγοράστηκε και στα δύο ονόματα.

Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο.

Δεν έκλαψε.

Αυτό ήταν χειρότερο.

— Γιατί μου το λες σήμερα;

— Γιατί ο Μάριος ζήτησε πριν από μία εβδομάδα να πουλήσουμε το σπίτι χωρίς να μάθει τίποτα η μέλλουσα γυναίκα του. Μου είπε ότι θέλει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα ως προκαταβολή για δικό σας σπίτι.

Η Ελένη γύρισε προς εμένα.

Θυμήθηκα κάτι που είχε πει πριν από έναν μήνα.

«Ο Μάριος λέει ότι ίσως καταφέρουμε να βάλουμε μεγάλη προκαταβολή. Κάποια επένδυση του πατέρα του θα κλείσει.»

Δεν υπήρχε καμία επένδυση.

Υπήρχε ένα σπίτι.

Και ένας άνθρωπος που είχε πεθάνει.

— Γιατί δεν μου το είπε; ψιθύρισε η Ελένη.

Η Δέσποινα απάντησε:

— Αυτό πρέπει να το ρωτήσεις εκείνον.

Τότε ακούστηκε κορνάρισμα έξω από την εκκλησία.

Ο γαμπρός είχε φτάσει.

Η Ελένη έκλεισε την κλήση.

— Θέλω να φύγω, είπε.

— Φεύγουμε.

Έπιασα την τσάντα μου.

— Όχι. Θέλω πρώτα να τον ρωτήσω.

Ο Μάριος μπήκε στην αυλή χαμογελώντας, με σκούρο μπλε κοστούμι, δίπλα στους γονείς του. Οι συγγενείς χειροκρότησαν.

Όταν είδε την Ελένη, το χαμόγελό του έσβησε.

Ήξερε.

Ίσως από τον τρόπο που στεκόταν.

Ίσως επειδή με είδε να κρατάω το κινητό της.

Η Ελένη προχώρησε προς το μέρος του.

— Πρέπει να μιλήσουμε.

Η μητέρα του γαμπρού παρενέβη αμέσως.

— Τώρα; Θα αρχίσει το μυστήριο!

— Τώρα.

Ο Μάριος την οδήγησε πίσω από την εκκλησία.

Με κοίταξε.

— Μόνοι μας.

Η Ελένη είπε:

— Η Άννα μένει.

Ο Μάριος πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του.

— Τι συνέβη;

— Ποιος ήταν ο Στέφανος;

Το πρόσωπό του άδειασε.

Δεν ρώτησε ποιος Στέφανος.

Αυτό ήταν αρκετό.

— Ελένη…

— Ποιος ήταν;

— Ένας άνθρωπος από το παρελθόν μου.

— Ήσασταν μαζί;

Ο Μάριος κοίταξε κάτω.

— Ναι.

Η Ελένη άρχισε να κλαίει επιτέλους.

Όχι από ζήλια.

Το κατάλαβα αμέσως.

Από την αίσθηση ότι ο άνθρωπος που επρόκειτο να παντρευτεί της είχε κρύψει ένα ολόκληρο κομμάτι της ζωής του.

— Για τέσσερα χρόνια;

— Ναι.

— Και ζούσατε μαζί;

— Ναι.

— Και αγόρασες σπίτι μαζί του;

— Ναι.

— Γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα;

Ο Μάριος σήκωσε τα μάτια.

— Γιατί φοβόμουν ότι θα φύγεις.

— Με ήξερες έξι χρόνια.

— Ακριβώς γι’ αυτό.

Η Ελένη τον κοίταξε σαν να προσπαθούσε να τον αναγνωρίσει.

— Με θεωρούσες τόσο μικρόψυχη;

— Δεν ήταν μόνο αυτό.

— Τότε τι;

Ο Μάριος σώπασε.

Από την μπροστινή αυλή ακούστηκε ο πατέρας της Ελένης:

— Πού είναι τα παιδιά;

Ο Μάριος χαμήλωσε τη φωνή.

— Οι γονείς μου δεν το ήξεραν ποτέ.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

— Και παντρεύεσαι για να μην το μάθουν;

— Όχι!

Η απάντηση βγήκε σχεδόν σαν κραυγή.

— Σε αγαπάω. Δεν σε παντρεύομαι για αυτό.

— Τότε γιατί προσπάθησες να πουλήσεις το σπίτι κρυφά;

Ο Μάριος με κοίταξε απότομα.

— Μίλησες με τη Δέσποινα;

— Ναι, είπε η Ελένη.

Εκείνος έκλεισε τα μάτια.

— Χρειαζόμαστε τα χρήματα.

— Όχι. Εσύ ήθελες να εξαφανίσεις το τελευταίο πράγμα που μπορούσε να αποκαλύψει την αλήθεια.

Ο Μάριος δεν απάντησε.

Και αυτή η σιωπή ήταν απάντηση.

Η Ελένη έβγαλε το δαχτυλίδι των αρραβώνων.

Ο Μάριος άσπρισε.

— Μην το κάνεις εδώ.

— Γιατί; Μήπως ντρέπεσαι να μάθει ο κόσμος ότι ο γάμος δεν θα γίνει;

— Δεν θέλω να πετάξεις έξι χρόνια για κάτι που έγινε πριν σε γνωρίσω.

Η Ελένη τον κοίταξε για αρκετή ώρα.

— Δεν φεύγω επειδή αγάπησες έναν άντρα πριν από μένα.

Ο Μάριος ανασήκωσε το κεφάλι.

— Φεύγω επειδή έξι χρόνια αποφάσιζες κάθε μέρα ότι δεν άξιζα να ξέρω ποιος είσαι.

Τα λόγια της έπεσαν ανάμεσά τους βαριά.

Ο Μάριος άνοιξε το στόμα, αλλά δεν βρήκε τίποτα να πει.

Τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα.

Η μητέρα του εμφανίστηκε πίσω μας.

Προφανώς είχε ακούσει το τελευταίο κομμάτι.

— Τι σημαίνουν όλα αυτά; ρώτησε.

Ο Μάριος πάγωσε.

— Μαμά, όχι τώρα.

— Ποιος ήταν ο Στέφανος;

Η φωνή της έτρεμε.

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω.

Δεν θα το έλεγε εκείνη.

Ούτε εγώ.

Ο Μάριος κοίταξε τη μητέρα του.

Και για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα φάνηκε πραγματικά φοβισμένος.

— Ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσα πριν από την Ελένη.

Η μητέρα του δεν κατάλαβε.

— Τι εννοείς;

— Ακριβώς αυτό που είπα.

Το πρόσωπό της άλλαξε.

Ο πατέρας του πλησίασε.

— Τι γίνεται εδώ;

Ο Μάριος πήρε βαθιά ανάσα.

— Ο Στέφανος ήταν ο σύντροφός μου.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν απόλυτη.

Η μητέρα του κάθισε σε ένα πεζούλι.

Ο πατέρας του κοίταξε γύρω, σαν να φοβόταν ότι κάποιος είχε ακούσει.

— Θα τα συζητήσουμε αυτά στο σπίτι, είπε ψυχρά.

Ο Μάριος τον κοίταξε.

— Όχι. Αυτό ακριβώς έκανα τόσα χρόνια. Τα έκρυβα για να μη χρειαστεί ποτέ να τα συζητήσουμε.

Η Ελένη τον παρατηρούσε.

Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ίσως αλλάξει γνώμη.

Δεν το έκανε.

Έβαλε το δαχτυλίδι στην παλάμη του.

— Δεν μπορώ να σε παντρευτώ σήμερα.

Ο Μάριος κατέβασε το κεφάλι.

— Το καταλαβαίνω.

Ο γάμος ακυρώθηκε μπροστά σε σχεδόν εκατό ανθρώπους.

Δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια.

Ο πατέρας της Ελένης είπε απλώς στους καλεσμένους ότι υπήρξε ένα σοβαρό προσωπικό ζήτημα και ότι το μυστήριο δεν θα γινόταν.

Οι περισσότεροι συγγενείς έφυγαν μπερδεμένοι.

Μερικοί ψιθύριζαν.

Μερικοί θύμωσαν για τα ξενοδοχεία, τα εισιτήρια, τα δώρα.

Η Ελένη δεν τους άκουγε.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε στο σπίτι μου.

Έβγαλε το νυφικό, φόρεσε μια παλιά φόρμα και κάθισε στην κουζίνα με ένα πιάτο μακαρόνια μπροστά της.

Ήταν το πρώτο κανονικό γεύμα που έτρωγε μετά από τρεις μέρες.

— Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο; μου είπε.

— Τι;

— Αν μου το είχε πει όταν γνωριστήκαμε, δεν θα με πείραζε.

— Το πιστεύω.

— Αν μου το είχε πει έναν χρόνο μετά, ίσως να θύμωνα που άργησε. Αλλά θα μπορούσα να το καταλάβω.

Έπαιζε με το πιρούνι της.

— Τώρα όμως δεν ξέρω ποια άλλα πράγματα αποφάσιζε μόνος του ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζω.

Δεν είχα απάντηση.

Πέρασαν τέσσερις μήνες.

Η Ελένη δεν γύρισε στον Μάριο.

Αλλά δεν τον διέγραψε ούτε από τη ζωή της με τον θεατρικό τρόπο που όλοι περίμεναν.

Συναντήθηκαν αρκετές φορές.

Μίλησαν περισσότερο μέσα σε εκείνους τους μήνες απ’ όσο είχαν μιλήσει στα έξι χρόνια της σχέσης τους.

Ο Μάριος άρχισε ψυχοθεραπεία.

Μίλησε ανοιχτά στους γονείς του.

Η σχέση με τον πατέρα του σχεδόν διαλύθηκε.

Η μητέρα του χρειάστηκε χρόνο, αλλά συνέχισε να του τηλεφωνεί.

Το διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη δεν πουλήθηκε.

Ο Μάριος συμφώνησε με τη Δέσποινα να μεταβιβαστεί κάποια στιγμή το δικό του μερίδιο στην οικογένεια του Στέφανου, με τρόπο που θα καθόριζαν οι δικηγόροι τους.

Και τότε έμαθα κάτι που άλλαξε και τη δική μου εικόνα για την ημέρα του γάμου.

Ο πρώτος άντρας που είχε τηλεφωνήσει δεν ήταν ούτε εραστής, ούτε συγγενής, ούτε κάποιος που ήθελε εκδίκηση.

Ήταν ο Πέτρος, ο καλύτερος φίλος του Στέφανου.

Είχε μάθει τυχαία για τον γάμο και είχε προσπαθήσει επί μέρες να πείσει τον Μάριο να μιλήσει στην Ελένη.

Όταν κατάλαβε ότι δεν θα το έκανε, βρήκε τον αριθμό της.

Δεν τηλεφωνούσε για να σταματήσει έναν γάμο.

Τηλεφωνούσε επειδή πίστευε ότι κανείς δεν έπρεπε να σταθεί μπροστά σε έναν ιερέα χωρίς να ξέρει ποιον άνθρωπο παντρεύεται.

Έναν χρόνο αργότερα, η Ελένη κι εγώ περάσαμε τυχαία από την ίδια εκκλησία.

Γινόταν άλλος γάμος.

Μια νύφη στεκόταν στα σκαλιά και γελούσε δυνατά ενώ οι φίλες της προσπαθούσαν να κρατήσουν το πέπλο μακριά από τον αέρα.

Η Ελένη σταμάτησε για λίγο.

— Το μετανιώνεις; τη ρώτησα.

Κοίταξε την είσοδο.

— Όχι.

— Ούτε λίγο;

Χαμογέλασε.

— Μετανιώνω μόνο που χρειάστηκε ένα τηλεφώνημα από έναν άγνωστο για να καταλάβω ότι φοβόμουν να κάνω στον άνθρωπό μου τις πιο απλές ερωτήσεις.

Συνεχίσαμε να περπατάμε.

Το κινητό της χτύπησε μέσα στην τσάντα.

Το έβγαλε, κοίταξε την οθόνη και χαμογέλασε.

Ήταν ο Μάριος.

Δεν είχαν ξαναγίνει ζευγάρι.

Όχι ακόμα, τουλάχιστον.

Αλλά είχαν καταφέρει κάτι που δεν είχαν καταφέρει όσο ετοίμαζαν τον γάμο τους.

Να μιλούν χωρίς ψέματα.

Και μερικές φορές, σκέφτηκα καθώς την άκουγα να απαντά στο τηλέφωνο, ένας γάμος που δεν γίνεται μπορεί να είναι πολύ πιο τίμιος από έναν γάμο που γίνεται στην ώρα του.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More