Μία ώρα πριν από τον γάμο, η πεθερά μου μού πρόσφερε χρήματα για να εξαφανιστώ. Έβαλα την κλήση σε ανοιχτή ακρόαση: «Επαναλάβετε το ποσό. Και η κόρη σας πρέπει να ξέρει πόσο κοστίζει η σωτηρία του γιου σας».

by Impress story
151 views

Μία ώρα πριν παντρευτώ τον Αντώνη, στεκόμουν ξυπόλυτη μπροστά στον καθρέφτη ενός μικρού ξενοδοχείου στο Ναύπλιο και προσπαθούσα να στερεώσω ένα σκουλαρίκι που έτρεμε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της μητέρας του.

Ελένη Καρρά.

Δεν είχαμε ανταλλάξει πάνω από δέκα λέξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Απάντησα.

— Μαρίνα, είσαι μόνη;

Η φωνή της ήταν τόσο ήρεμη, που για μια στιγμή νόμιζα πως θα μου ζητούσε κάτι ασήμαντο. Να αλλάξουμε τη θέση κάποιου θείου στο τραπέζι. Να μην αργήσουμε στην εκκλησία. Να θυμίσω στον φωτογράφο πως ήθελε μία φωτογραφία με τα τρία παιδιά της μαζί.

— Ναι.

— Κλείσε την πόρτα.

Κοίταξα τη φίλη μου, τη Δανάη, που βρισκόταν στο μπάνιο και προσπαθούσε να διορθώσει το μακιγιάζ της. Δεν έκλεισα τίποτα.

— Σας ακούω.

Έγινε μια μικρή παύση.

— Θα σου μεταφέρω εξήντα χιλιάδες ευρώ σήμερα. Άμεσα. Αρκεί να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις πριν έρθει ο Αντώνης στην εκκλησία.

Το σκουλαρίκι γλίστρησε από τα δάχτυλά μου και χτύπησε πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ένιωθα ούτε θυμό ούτε φόβο.

Μόνο μία παράξενη καθαρότητα.

— Συγγνώμη;

— Εξήντα χιλιάδες. Δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις για χρόνια αν είσαι προσεκτική. Θα πεις ότι άλλαξες γνώμη. Ότι φοβήθηκες. Ότι δεν μπορείς να τον παντρευτείς.

— Και γιατί να το κάνω αυτό;

Η ανάσα της βάρυνε.

— Επειδή, αν τον αγαπάς πραγματικά, θα τον σώσεις.

Τότε κοίταξα ξανά την οθόνη.

Και χωρίς να της πω τίποτα, πάτησα ανοιχτή ακρόαση.

Η Δανάη βγήκε από το μπάνιο και πάγωσε.

Εγώ μίλησα όσο πιο καθαρά μπορούσα.

— Επαναλάβετε το ποσό, κυρία Ελένη. Η κόρη σας πρέπει επίσης να ξέρει πόσο κοστίζει η σωτηρία του γιου σας.

Στην άλλη άκρη έπεσε απόλυτη σιωπή.

Η Ελένη είχε μία κόρη, τη Σοφία.

Και η Σοφία στεκόταν ακριβώς πίσω από τη Δανάη.

Δεν την είχα δει να μπαίνει.

Ήταν ήδη ντυμένη για τον γάμο, με ένα πράσινο φόρεμα μέχρι το γόνατο και τα μαλλιά πιασμένα χαλαρά. Στα χέρια της κρατούσε ένα μικρό λευκό κουτί με τις βέρες, που ο Αντώνης της είχε ζητήσει να μου φέρει.

Το πρόσωπό της είχε χάσει κάθε χρώμα.

— Μαμά; είπε.

Η Ελένη έκλεισε το τηλέφωνο.

Η Σοφία έμεινε ακίνητη.

— Τι ήταν αυτό;

Δεν ήξερα τι να της πω.

Γιατί, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ούτε εγώ ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε.

Τον Αντώνη τον γνώρισα τέσσερα χρόνια πριν, σε ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο στην Αθήνα. Εγώ εργαζόμουν ως πολιτικός μηχανικός σε ανακαινίσεις παλιών κτιρίων και εκείνος είχε έρθει ως εκπρόσωπος μιας οικογενειακής εταιρείας που διαχειριζόταν τουριστικά ακίνητα στην Πελοπόννησο.

Δεν ήταν ο τύπος άντρα που προσπαθούσε να εντυπωσιάσει.

📖 Αν νομίζετε ότι η προσφορά ήταν το χειρότερο, η αλήθεια μόλις αρχίζει να φαίνεται — η συνέχεια στο πρώτο σχόλιο 👇

Άκουγε.

Θυμόταν.

Ήξερε πώς έπινα τον καφέ μου μετά από δύο συναντήσεις και πότε είχα νεύρα μόνο από τον τρόπο που άφηνα τα κλειδιά μου στο τραπέζι.

Η σχέση μας προχώρησε αργά.

Η οικογένειά του όμως μπήκε στη ζωή μου γρήγορα.

Η Ελένη ήταν χήρα εδώ και δεκαπέντε χρόνια και είχε μεγαλώσει μόνη της τρία παιδιά: τον Αντώνη, τη Σοφία και τον μικρότερο, τον Μιχάλη.

Τουλάχιστον αυτή ήταν η ιστορία που άκουγα πάντα.

Η Ελένη υπερηφανευόταν πως κράτησε την οικογενειακή επιχείρηση όρθια μετά τον θάνατο του άντρα της. Ήταν κομψή, ψύχραιμη και ευγενική με έναν τρόπο που μπορούσε να γίνει παγωμένος χωρίς να αλλάξει ούτε τόνο στη φωνή της.

Δεν με είχε προσβάλει ποτέ ανοιχτά.

Αλλά ήξερα ότι δεν με ήθελε.

Το καταλάβαινα από τις ερωτήσεις.

«Θα συνεχίσεις να δουλεύεις όταν κάνετε παιδιά;»

«Η μητέρα σου ζει ακόμα σε διαμέρισμα στο Παγκράτι;»

«Ο Αντώνης δεν σου είπε ότι συνήθως περνάμε το Πάσχα όλοι μαζί στο σπίτι στο Τολό;»

Ήταν μικρές βελόνες.

Καμία αρκετά μεγάλη για να παραπονεθώ.

Όλες αρκετές για να καταλάβω τη θέση μου.

Ο Αντώνης έλεγε πως έτσι ήταν η μητέρα του με όλους.

Δεν τον πίεσα.

Το λάθος μου ήταν ότι πίστεψα πως ο γάμος θα έβαζε τέλος σε αυτή την περίεργη δοκιμασία.

Αντί γι’ αυτό, μία ώρα πριν μπούμε στην εκκλησία, η Ελένη προσπαθούσε να με αγοράσει.

Η Σοφία έκλεισε την πόρτα του δωματίου.

— Πάρε την ξανά.

— Σοφία…

— Πάρε την.

Κάλεσα.

Καμία απάντηση.

Η Σοφία δοκίμασε από το δικό της κινητό.

Τίποτα.

Τότε είδα το βλέμμα της να πέφτει στην τσάντα μου.

— Σου έχει ξαναπεί κάτι τέτοιο;

— Όχι.

— Ο Αντώνης ξέρει;

— Δεν έχω ιδέα.

Η Σοφία ακούμπησε το κουτί με τις βέρες στο τραπέζι.

— Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις.

Η καρδιά μου σφίχτηκε.

— Τι;

Δεν πρόλαβε να απαντήσει.

Κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα.

Ήταν ο Μιχάλης.

— Σε δέκα λεπτά πρέπει να φύγουμε, είπε. Ο παπάς τηλεφώνησε. Έχει άλλον γάμο μετά και δεν θέλει καθυστέρηση.

Η Σοφία τον κοίταξε.

— Πού είναι η μαμά;

Ο Μιχάλης ανασήκωσε τους ώμους.

— Στην εκκλησία μάλλον.

— Όχι. Δεν είναι.

Το βλέμμα του άλλαξε αμέσως.

Τόσο γρήγορα, που το πρόσεξα.

— Τι έγινε;

Η Σοφία έδειξε εμένα.

— Η μαμά της πρόσφερε εξήντα χιλιάδες για να φύγει.

Ο Μιχάλης δεν ρώτησε «τι λες;».

Δεν γέλασε.

Δεν είπε πως ήταν αδύνατον.

Είπε μόνο:

— Πόσα;

Και τότε κατάλαβα ότι αυτό το ποσό σήμαινε κάτι συγκεκριμένο.

— Γιατί ρωτάς πόσα; είπα.

Ο Μιχάλης πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του.

— Δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτό τώρα.

— Εγώ πάντως έχω, απάντησα. Δεν πάω πουθενά μέχρι να μου πείτε τι συμβαίνει.

Η Σοφία γύρισε προς τον αδελφό της.

— Το ήξερες;

— Όχι ακριβώς.

— Τι σημαίνει «όχι ακριβώς»;

Ο Μιχάλης κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

— Πριν από περίπου τρεις εβδομάδες η μαμά με ρώτησε αν μπορώ να βρω εξήντα χιλιάδες από έναν εταιρικό λογαριασμό χωρίς να φανεί αμέσως.

— Και;

— Της είπα πως όχι.

Η Σοφία τον κοίταξε σαν να είχε απέναντί της ξένο άνθρωπο.

— Και δεν είπες τίποτα;

— Νόμιζα ότι αφορούσε κάποια παλιά οφειλή.

— Ποια οφειλή;

— Δεν ξέρω.

Τότε χτύπησε το δικό μου τηλέφωνο.

Αντώνης.

Δεν απάντησα αμέσως.

Η Σοφία έγνεψε.

Το σήκωσα.

— Πού είσαι; είπε χαμογελαστός. Ο φωτογράφος με έχει βγάλει ήδη εκατό φωτογραφίες σαν να είμαι υποψήφιος δήμαρχος.

Η φωνή του ήταν φυσιολογική.

Αυτό με πόνεσε περισσότερο απ’ όσο περίμενα.

— Αντώνη, θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

— Τι έγινε;

— Η μητέρα σου μού πρόσφερε εξήντα χιλιάδες ευρώ για να φύγω.

Σιωπή.

Μία πολύ μικρή σιωπή.

Αλλά αρκετή.

— Αντώνη;

— Πού είσαι;

— Στο δωμάτιο.

— Μείνε εκεί.

— Το ήξερες;

— Μαρίνα, μείνε εκεί. Έρχομαι.

Έκλεισε.

Κοίταξα τη Σοφία.

— Το ήξερε.

— Δεν ξέρεις αυτό.

— Το κατάλαβα.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε.

— Κι εγώ το κατάλαβα.

Ο Αντώνης μπήκε στο δωμάτιο οκτώ λεπτά αργότερα.

Φορούσε ήδη το σκούρο μπλε κοστούμι του και είχε ακόμα στο πέτο το μικρό κλαδί ελιάς που είχε επιλέξει η Σοφία αντί για κλασική μπουτονιέρα.

Έκλεισε την πόρτα.

Κοίταξε πρώτα εμένα, μετά τα αδέλφια του.

— Ποιος άλλος ξέρει;

— Αυτό σε νοιάζει; ρώτησα.

— Όχι.

— Τότε γιατί το ρώτησες;

Πήγε να πλησιάσει.

Έκανα πίσω.

Σταμάτησε.

— Η μητέρα μου δεν προσπαθεί να σε διώξει επειδή δεν σε θέλει.

— Τότε για ποιον λόγο πληρώνει;

Ο Αντώνης κοίταξε τον Μιχάλη.

— Της έδωσες τα χρήματα;

— Όχι.

Ο Αντώνης έκλεισε τα μάτια.

Η Σοφία τον πλησίασε.

— Τι συμβαίνει;

— Δεν ήθελα να το μάθετε έτσι.

— Τι;

Ο Αντώνης έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του έναν φάκελο.

Δεν ήταν καινούριος.

Οι άκρες του ήταν φθαρμένες και είχε πάνω μία σφραγίδα συμβολαιογραφικού γραφείου από το Άργος.

Τον άφησε στο τραπέζι.

— Ο πατέρας μας δεν πέθανε όπως μας είπε η μαμά.

Η Σοφία τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.

— Πέθανε από καρδιά.

— Όχι.

Ο Μιχάλης ψιθύρισε:

— Αντώνη…

Ο Αντώνης συνέχισε.

— Είχε καρδιακό επεισόδιο, ναι. Αλλά δεν πέθανε εκείνη τη νύχτα. Έζησε άλλες τρεις μέρες στο νοσοκομείο.

— Και;

— Και μέσα σε αυτές τις τρεις μέρες υπέγραψε μία τροποποίηση στο καταστατικό της εταιρείας.

Η Σοφία πήρε τον φάκελο.

Τα χέρια της έτρεμαν.

— Γιατί;

Ο Αντώνης κοίταξε εμένα.

— Γιατί είχε ανακαλύψει ότι η μητέρα μας έβγαζε χρήματα από την εταιρεία και τα έστελνε σε λογαριασμό άλλου άντρα.

Η Σοφία άφησε τον φάκελο.

— Τι λες;

— Ο πατέρας είχε ετοιμαστεί να φύγει. Ήθελε να χωρίσουν.

Η Σοφία κούνησε το κεφάλι.

— Όχι.

— Ναι.

— Και τι σχέση έχει αυτό με τη Μαρίνα;

Ο Αντώνης κατάπιε δύσκολα.

— Πριν έναν μήνα η Μαρίνα έκανε τον τεχνικό έλεγχο σε ένα παλιό κτίριο της εταιρείας στο Ναύπλιο.

Θυμήθηκα αμέσως.

Ένα νεοκλασικό κοντά στο παλιό λιμάνι.

Η εταιρεία ήθελε να το μετατρέψει σε μικρό ξενοδοχείο.

Είχα βρει προβλήματα στους τίτλους ιδιοκτησίας.

Ένα ποσοστό του ακινήτου δεν ανήκε στην εταιρεία.

Ανήκε ακόμα σε έναν άντρα που ονομαζόταν Θεόδωρος Σαμαράς.

Το όνομα δεν μου είχε πει τίποτα.

Τώρα όμως είδα το πρόσωπο της Σοφίας να αλλάζει.

— Θεόδωρος; ψιθύρισε.

Ο Αντώνης έγνεψε.

Η Σοφία κάθισε.

— Όχι…

Ο Μιχάλης γύρισε προς εκείνη.

— Τον ξέρεις;

Η Σοφία άρχισε να κλαίει χωρίς θόρυβο.

— Ήταν νονός μου.

Η πληροφορία έπεσε στο δωμάτιο σαν κάτι βαρύ.

Ο Αντώνης συνέχισε:

— Και ήταν ο άντρας στον οποίο πήγαιναν τα χρήματα.

Τότε θυμήθηκα κάτι άλλο.

Όταν είχα πει στην Ελένη ότι χρειαζόμουν τα παλιά συμβόλαια του ακινήτου, είχε αντιδράσει υπερβολικά.

«Δεν χρειάζεται να ψάξεις τόσο παλιά», μου είχε πει.

Εγώ όμως είχα ψάξει.

Επαγγελματική συνήθεια.

— Βρήκατε τον Θεόδωρο; ρώτησα.

— Εγώ τον βρήκα, είπε ο Αντώνης.

— Πότε;

— Πριν δύο εβδομάδες.

— Και δεν μου είπες τίποτα;

— Δεν ήθελα να μπλέξω τον γάμο μας με αυτό.

Γέλασα πικρά.

— Μία ώρα πριν παντρευτούμε, η μητέρα σου μού προσφέρει εξήντα χιλιάδες. Νομίζω ότι μπλέχτηκε μόνο του.

Ο Αντώνης χαμήλωσε το βλέμμα.

— Ο Θεόδωρος δεν ήταν απλώς εραστής της.

Η Σοφία σηκώθηκε απότομα.

— Σταμάτα.

Ο Αντώνης δεν σταμάτησε.

— Υπάρχει πιθανότητα να είναι ο βιολογικός σου πατέρας.

Η Σοφία τον χαστούκισε.

Ο ήχος ακούστηκε καθαρά σε όλο το δωμάτιο.

Κανείς δεν κινήθηκε.

Ο Αντώνης έστρεψε το κεφάλι ξανά προς εκείνη.

— Συγγνώμη.

— Μην τολμήσεις να μου ζητήσεις συγγνώμη.

— Δεν ήξερα πώς να σου το πω.

— Γι’ αυτό αποφάσισες να μου το πεις μία ώρα πριν από τον γάμο σου;

— Δεν αποφάσισα. Η μαμά το προκάλεσε.

Η Σοφία πήρε την τσάντα της.

— Πού πας;

— Να τη βρω.

Φύγαμε όλοι μαζί.

Στην εκκλησία είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται κόσμος.

Μερικοί συγγενείς στέκονταν στην αυλή και έπιναν νερό από μικρά μπουκαλάκια. Οι καμπάνες δεν είχαν χτυπήσει ακόμη. Η μυρωδιά από τα γιασεμιά του διπλανού σπιτιού ανακατευόταν με το θυμίαμα που ερχόταν από μέσα.

Η Ελένη στεκόταν κοντά στην είσοδο.

Όταν μας είδε όλους μαζί, κατάλαβε.

Η Σοφία περπάτησε κατευθείαν προς το μέρος της.

— Ο Θεόδωρος είναι πατέρας μου;

Η Ελένη δεν απάντησε.

Δεν χρειαζόταν.

Το πρόσωπό της το είπε πρώτο.

Η Σοφία έκανε δύο βήματα πίσω.

— Θεέ μου.

— Σοφία, άκουσέ με.

— Πόσα χρόνια;

— Δεν είναι τόσο απλό.

— Πόσα χρόνια μου λες ψέματα;

Κάποιοι συγγενείς άρχισαν να κοιτάζουν.

Ο Αντώνης είπε χαμηλόφωνα:

— Να πάμε κάπου μέσα.

— Όχι, είπε η Σοφία. Όχι άλλο κρυφά.

Η Ελένη στράφηκε σε μένα.

— Εσύ το προκάλεσες αυτό.

Την κοίταξα χωρίς να πιστεύω στ’ αυτιά μου.

— Εγώ;

— Αν δεν έψαχνες πράγματα που δεν σε αφορούσαν…

— Ήταν η δουλειά μου.

— Ήταν η οικογένειά μου.

Τότε μίλησε ο Μιχάλης.

— Όχι, μαμά. Ήταν και δική μας οικογένεια.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

Για πρώτη φορά δεν έμοιαζε δυνατή.

Έμοιαζε εξαντλημένη.

— Ο πατέρας σας ήξερε για τη Σοφία.

Η Σοφία σταμάτησε να κλαίει.

— Τι;

— Το ήξερε.

— Από πότε;

— Από τότε που ήσουν τριών.

Η Σοφία έβαλε το χέρι στο στόμα της.

— Και έμεινε;

— Ναι.

Η φωνή της Ελένης έσπασε.

— Σε μεγάλωσε σαν παιδί του. Δεν σε ξεχώρισε ποτέ.

Ο Αντώνης άνοιξε τον παλιό φάκελο.

— Τότε γιατί προσπάθησες να κρύψεις τα έγγραφα;

Η Ελένη κοίταξε τον γιο της.

— Γιατί δεν κρύβω αυτό που νομίζεις.

— Τι κρύβεις;

Η Ελένη έδειξε το έγγραφο.

— Διάβασες μόνο την πρώτη τροποποίηση.

Ο Αντώνης συνοφρυώθηκε.

— Τι εννοείς;

Η Ελένη έβγαλε από την τσάντα της ένα διπλωμένο χαρτί.

— Ο πατέρας σας υπέγραψε δεύτερο έγγραφο την επόμενη μέρα.

Το έδωσε στη Σοφία.

— Όλο το μερίδιό του στο ακίνητο του Ναυπλίου περνούσε σε σένα όταν θα έκλεινες τα τριάντα πέντε.

Η Σοφία κοίταξε το χαρτί.

Ήταν τριάντα έξι.

— Γιατί δεν μου το έδωσες;

Η Ελένη άρχισε να κλαίει.

— Γιατί το ακίνητο είχε χρέη. Μεγάλα. Ο Θεόδωρος είχε βάλει υποθήκη στο δικό του ποσοστό. Αν το δεχόσουν τότε, θα έμπλεκες σε χρόνια δικαστήρια.

— Άρα αποφάσισες μόνη σου;

— Προσπάθησα να το καθαρίσω πρώτα.

Ο Αντώνης κοίταξε τη μητέρα του.

— Και τα εξήντα χιλιάδες;

Η Ελένη σκούπισε τα μάτια της.

— Αυτό ακριβώς ήταν το ποσό που απαιτούσε ο Θεόδωρος για να παραιτηθεί από κάθε απαίτηση.

Όλοι μείναμε σιωπηλοί.

Τότε κατάλαβα.

— Τα χρήματα που μου πρόσφερες…

— Δεν ήταν δικά μου.

Ο Αντώνης την κοίταξε με φρίκη.

— Ήθελες να πάρεις τα λεφτά της Σοφίας;

— Ήθελα να κλείσω την υπόθεση πριν βγει στην επιφάνεια.

— Και για να γίνει αυτό, έπρεπε να εξαφανιστώ εγώ;

Η Ελένη με κοίταξε.

— Εσύ είχες ήδη βρει το όνομα του Θεόδωρου. Ήξερες ότι υπήρχαν πλαστά εταιρικά πρακτικά. Αν γινόσουν μέλος της οικογένειας, αργά ή γρήγορα θα συνέχιζες.

— Άρα με θεωρήσατε επικίνδυνη επειδή έκανα σωστά τη δουλειά μου.

— Σε θεώρησα επικίνδυνη επειδή δεν ήθελα η Σοφία να μάθει με ποιον τρόπο γεννήθηκε.

Η Σοφία την κοίταξε παγωμένα.

— Δεν ντρέπομαι για το πώς γεννήθηκα.

Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι.

— Εγώ ντρεπόμουν.

Αυτή ήταν η πρώτη αληθινή φράση που της άκουσα εκείνη την ημέρα.

Η Σοφία πλησίασε.

— Και για να προστατεύσεις τη δική σου ντροπή, ήσουν έτοιμη να καταστρέψεις τον γάμο του Αντώνη.

Η Ελένη δεν απάντησε.

Ο παπάς βγήκε στην πόρτα.

— Παιδιά, τι θα κάνουμε; ρώτησε αμήχανα. Έχουμε καθυστέρηση.

Όλοι γύρισαν προς εμένα και τον Αντώνη.

Εκείνος με κοίταξε.

— Μαρίνα…

Δεν τον άφησα να τελειώσει.

— Ήξερες αρκετά για να μου πεις ότι κάτι συνέβαινε.

— Ναι.

— Και δεν το έκανες.

— Φοβήθηκα ότι θα ακυρώσεις τον γάμο.

Χαμογέλασα χωρίς χαρά.

— Και τελικά παραλίγο να τον ακυρώσει η μητέρα σου για σένα.

Κατέβασε το κεφάλι.

Έμεινα λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή.

Μετά έβγαλα τα παπούτσια μου από το αυτοκίνητο, τα φόρεσα και ίσιωσα το φόρεμά μου.

Η Δανάη, που είχε φτάσει λαχανιασμένη πίσω μας, ψιθύρισε:

— Τι κάνεις;

— Παντρεύομαι.

Ο Αντώνης με κοίταξε έκπληκτος.

— Είσαι σίγουρη;

— Όχι.

Χλόμιασε.

— Αλλά είμαι σίγουρη για κάτι άλλο. Αν φύγω σήμερα, θα είναι επειδή το αποφάσισα εγώ. Όχι επειδή κάποιος έβαλε τιμή πάνω μου.

Η Σοφία άρχισε να χαμογελά μέσα στα δάκρυά της.

Ο γάμος έγινε σαράντα λεπτά αργότερα.

Η Ελένη κάθισε στην τελευταία σειρά.

Δεν εμφανίζεται σχεδόν σε καμία φωτογραφία.

Τρεις μήνες μετά, η Σοφία έκανε τεστ DNA με τον Θεόδωρο.

Ήταν πράγματι πατέρας της.

Δεν ήθελε χρήματα από εκείνον.

Δεν ήθελε καν σχέση.

Ήθελε μόνο να τον κοιτάξει μία φορά στα μάτια και να ακούσει την αλήθεια χωρίς μεσάζοντες.

Το ακίνητο στο Ναύπλιο μπήκε τελικά σε δικαστική διαδικασία και αποδείχθηκε ότι οι οφειλές ήταν πολύ μικρότερες από όσο ισχυριζόταν ο Θεόδωρος. Τα εξήντα χιλιάδες ήταν εκβιασμός.

Η Ελένη είχε πληρώσει για χρόνια μικρότερα ποσά για να τον κρατά σιωπηλό.

Ο Αντώνης δεν της μίλησε για σχεδόν έξι μήνες.

Εγώ του μίλησα από την πρώτη μέρα.

Πολύ.

Μερικές φορές άσχημα.

Μερικές φορές κλαίγοντας.

Μερικές φορές στις δύο το πρωί, όταν εκείνος ήθελε μόνο να κοιμηθεί και εγώ θυμόμουν ξαφνικά κάτι που δεν μου είχε πει.

Δεν ήταν εύκολο να ξαναχτίσουμε εμπιστοσύνη.

Αλλά τουλάχιστον, από τότε, δεν έκρυψε ξανά τίποτα.

Έναν χρόνο μετά τον γάμο, η Ελένη ήρθε στο σπίτι μας στην Αθήνα.

Δεν είχε τηλεφωνήσει.

Κρατούσε έναν μικρό φάκελο.

Τον άφησε στο τραπέζι μπροστά μου.

Μέσα υπήρχε μία τραπεζική επιταγή.

Εξήντα χιλιάδες ευρώ.

Την κοίταξα.

— Τι είναι αυτό;

— Το ποσό που σου πρόσφερα τότε.

— Γιατί;

Η φωνή της ήταν ήσυχη.

— Γιατί θέλω, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να κάνω το αντίθετο από εκείνη την ημέρα.

Έσπρωξε την επιταγή προς το μέρος μου.

— Τότε σου έδωσα χρήματα για να φύγεις. Τώρα θέλω να τα χρησιμοποιήσεις όπως εσύ θέλεις.

Της την επέστρεψα.

— Δεν θέλω τα χρήματά σας.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

— Το ξέρω.

— Τότε γιατί τα φέρατε;

Χαμογέλασε αδύναμα.

— Για να δω αν θα μου τα επιστρέψεις.

Την κοίταξα ξαφνιασμένη.

— Και;

— Και τώρα ξέρω γιατί ο γιος μου σε παντρεύτηκε.

Σηκώθηκε να φύγει.

Στην πόρτα σταμάτησε.

— Μαρίνα;

— Ναι;

— Εκείνη την ημέρα πίστευα ότι προσπαθούσα να σώσω τον γιο μου.

— Και τώρα;

Η Ελένη κοίταξε προς το σαλόνι, όπου ο Αντώνης γελούσε με τη Σοφία στο τηλέφωνο.

— Τώρα ξέρω ότι εσύ τον έσωσες από το να γίνει σαν κι εμένα.

Και για πρώτη φορά από τότε που τη γνώρισα, δεν είχα τίποτα να της απαντήσω.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Close Read More