Ονομάζομαι Ελένη, είμαι τριάντα δύο ετών και μεγαλώνω μόνη μου τον εξάχρονο γιο μου, τον Μιχάλη. Πριν από περίπου τρία χρόνια, μετακομίσαμε σε ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου σε μια παλιά πολυκατοικία στην Κυψέλη, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένα από εκείνα τα κλασικά αθηναϊκά διαμερίσματα της δεκαετίας του ’70, με τα βαριά μωσαϊκά πατώματα, τους στενούς διαδρόμους, τα παλιά ξύλινα κουφώματα και τους τοίχους που ήταν τόσο λεπτοί, ώστε μπορούσες να ακούσεις τον γείτονα να ανακατεύει τον καφέ του το πρωί. Όμως, το ενοίκιο ήταν προσιτό, ο σταθμός του ηλεκτρικού δεν ήταν μακριά και το σχολείο του Μιχάλη βρισκόταν μόλις δύο τετράγωνα πιο κάτω. Για μια ανύπαντρη μητέρα που δούλευε δέκα ώρες την ημέρα ως υπάλληλος σε τηλεφωνικό κέντρο, αυτό το σπίτι έμοιαζε με μικρό καταφύγιο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, και είχε ονοματεπώνυμο: Κύριος Γιώργος. Ο κύριος Γιώργος ήταν ο ένοικος του δευτέρου ορόφου, ακριβώς κάτω από εμάς. Ήταν ένας συνταξιούχος γυμνασιάρχης, χήρος, που περνούσε όλη του τη μέρα κλεισμένος στο σπίτι, παρακολουθώντας τηλεόραση και ελέγχοντας τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας με θρησκευτική ευλάβεια. Ήταν ο ορισμός του δύστροπου ανθρώπου. Από τον πρώτο κιόλας μήνα, άρχισε να μου κάνει παρατηρήσεις για τον Μιχάλη.
«Κυρία Ελένη, το παιδί σας τρέχει συνεχώς. Χτυπάει τις φτέρνες του στο πάτωμα και αντηχεί όλο μου το ταβάνι», μου έλεγε όταν με πετύχαινε στην είσοδο, κοιτάζοντάς με αυστηρά πάνω από τα γυαλιά του.
Στην αρχή, προσπάθησα να είμαι συγκαταβατική. Ζήτησα χίλιες συγγνώμες, του εξήγησα ότι είναι ένα εξάχρονο αγόρι γεμάτο ενέργεια και υποσχέθηκα να είμαι πιο προσεκτική. Αγόρασα χοντρά χαλιά από το Μοναστηράκι και έστρωσα σχεδόν όλο το σπίτι, παρόλο που ήταν καλοκαίρι. Έβαλα τον Μιχάλη να φοράει χοντρές, μαλακές κάλτσες. Του απαγόρευσα αυστηρά να παίζει με μπάλες ή αυτοκινητάκια στο πάτωμα μετά τις επτά το απόγευμα. Όμως, ό,τι κι αν έκανα, δεν ήταν αρκετό.
Ο κύριος Γιώργος άρχισε να χτυπάει με το κοντάρι της σκούπας το ταβάνι του –δηλαδή το πάτωμά μας– κάθε φορά που ο Μιχάλης πήγαινε λίγο πιο γρήγορα από το σαλόνι στο μπάνιο. Αργότερα, άρχισε να μου στέλνει μηνύματα στο Viber αργά το βράδυ. «Ώρα 22:30. Το παιδί σας χοροπηδάει. Αύριο θα καλέσω την αστυνομία». Το άγχος μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Περπατούσα στο ίδιο μου το σπίτι στις μύτες των ποδιών. Μάλωνα τον γιο μου χωρίς λόγο, τον έβαζα να κάθεται ακίνητος στον καναπέ, απλώς και μόνο για να μην ακούσω το καταραμένο χτύπημα της σκούπας από κάτω. Είχα αρχίσει να παίρνω ηρεμιστικά. Η κατάσταση ήταν ανυπόφορη.
Τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο στα τέλη του Οκτώβρη. Είχα μια απίστευτα κουραστική εβδομάδα στη δουλειά, ο Μιχάλης είχε περάσει μια ελαφριά ίωση και γκρίνιαζε, και ο γείτονας από κάτω είχε παραπονεθεί τρεις φορές σε δύο μέρες. Αισθανόμωνα ότι πνίγομαι. Ένιωθα ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Η αδερφή μου, η Άννα, που μένει με τον άντρα της σε μια μονοκατοικία στο Χαλάνδρι, είδε την απελπισία μου. «Φτιάξε βαλίτσα τώρα», μου είπε στο τηλέφωνο. «Πάρε τον μικρό και ελάτε να μείνετε σε εμάς για δέκα μέρες. Έχουμε κήπο, μπορεί ο Μιχάλης να τρέχει μέχρι να κουραστεί, και εσύ θα κοιμηθείς σαν άνθρωπος χωρίς να φοβάσαι αν θα τρίξει το παρκέ».
Ήταν η καλύτερη ιδέα που είχα ακούσει. Το ίδιο απόγευμα, κλείδωσα την πόρτα του διαμερίσματος στην Κυψέλη, κατέβασα τον γενικό διακόπτη του ρεύματος, και φύγαμε.
Οι πρώτες έξι μέρες στο Χαλάνδρι ήταν ευλογία. Ο Μιχάλης έπαιζε ελεύθερα, το άγχος στο στήθος μου είχε αρχίσει να υποχωρεί και για πρώτη φορά μετά από μήνες κοιμήθηκα συνεχόμενα για οκτώ ώρες. Δεν σκεφτόμουν καθόλου το διαμέρισμα, ούτε τον στριμμένο κύριο Γιώργο. Μέχρι που ξημέρωσε η έβδομη μέρα.
Ήταν Τρίτη βράδυ, γύρω στις 23:15. Η Άννα, ο γαμπρός μου ο Νίκος κι εγώ καθόμασταν στο σαλόνι βλέποντας μια ταινία, ενώ ο Μιχάλης κοιμόταν ήδη βαριά στο δωμάτιο των ξένων. Το κινητό μου δονήθηκε πάνω στο τραπεζάκι. Η οθόνη φώτισε. Ήταν ένα μήνυμα στο Viber.
Κύριος Γιώργος: «Ελένη, αυτό ξεπερνάει κάθε όριο. Είναι σχεδόν μεσάνυχτα και το παιδί τρέχει σαν τρελό πάνω-κάτω στον διάδρομο. Τρίζουν τα φωτιστικά μου. Καταλαβαίνω ότι είσαι νέα μάνα, αλλά αν δεν τον σταματήσεις ΤΩΡΑ, παίρνω το 100.»
Διάβασα το μήνυμα δύο φορές. Τα μάτια μου πρέπει να άνοιξαν διάπλατα, γιατί η αδερφή μου γύρισε και με ρώτησε αν όλα ήταν καλά. Δεν απάντησα. Τα δάχτυλά μου πετούσαν πάνω στο πληκτρολόγιο.
Εγώ: «Κύριε Γιώργο, κάνετε λάθος. Ο Μιχάλης κι εγώ λείπουμε. Είμαστε στο Χαλάνδρι, στο σπίτι της αδερφής μου εδώ και μία εβδομάδα. Το διαμέρισμα είναι άδειο, έχω κατεβάσει και τον γενικό. Μήπως ο θόρυβος έρχεται από διπλανό διαμέρισμα;»
Πέρασαν δύο λεπτά αγωνίας. Το σύμβολο ότι «πληκτρολογεί» εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν. Τελικά, ήρθε η απάντησή του.
Κύριος Γιώργος: «Μην προσπαθείς να με βγάλεις τρελό. Ακούω τα βήματα αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Στο σαλόνι σου. Περπατάει με δύναμη. Σε παρακαλώ πολύ.»
Ένα παγωμένο ρίγος διέσχισε τη σπονδυλική μου στήλη. Το διαμέρισμα έπρεπε να είναι εντελώς άδειο. Κανείς δεν είχε τα κλειδιά μου. Σκέφτηκα αμέσως ότι κάποιος μας είχε διαρρήξει. Ότι κάποιος είχε μπει να κλέψει και έψαχνε τα συρτάρια.
Εγώ: «Σας παρακαλώ, μην κλείσετε το τηλέφωνο. Ηχογραφήστε τον θόρυβο και στείλτε τον μου τώρα. Παίρνω τον άντρα της αδερφής μου και ερχόμαστε.»
Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, έλαβα ένα ηχητικό μήνυμα. Το χέρι μου έτρεμε καθώς πάτησα το “play”. Ανέβασα την ένταση στο τέρμα, ώστε να ακούσουν και η Άννα με τον Νίκο. Μέσα από τον στατικό θόρυβο της ηχογράφησης, ακούστηκε καθαρά ένας ήχος. Γκαπ… Γκαπ… Γκαπ… Ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος του ξύλινου παρκέ που τρίζει κάτω από βάρος. Αλλά δεν ήταν ο γρήγορος, ελαφρύς βηματισμός ενός μικρού παιδιού που τρέχει. Ήταν αργά, βαριά, ρυθμικά βήματα. Βήματα ενός ενήλικου άντρα που φορούσε σκληρά παπούτσια και περπατούσε νευρικά πάνω-κάτω στο σαλόνι μου, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.
👇 Η πλήρης ιστορία βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο 🔴⬇️

«Κάποιος είναι μέσα στο σπίτι σου», ψιθύρισε ο Νίκος, καθώς το πρόσωπό του είχε χάσει το χρώμα του. «Ελένη, πήρες όλα τα πολύτιμα πράγματα μαζί σου;»
«Δεν έχω πολύτιμα πράγματα Νίκο, τα ξέρεις», του απάντησα με φωνή που έσπαγε. «Αλλά δεν καταλαβαίνω… αν είναι διαρρήκτης, γιατί περπατάει πάνω-κάτω σαν να κάνει βόλτα; Γιατί δεν παίρνει ό,τι είναι να πάρει για να φύγει;»
Χωρίς να χάσουμε λεπτό, ο Νίκος πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι έναν βαρύ μεταλλικό φακό από την αποθήκη. Η Άννα έμεινε πίσω με τον Μιχάλη, έχοντας το τηλέφωνο στο χέρι, έτοιμη να καλέσει την Άμεση Δράση μόλις της δίναμε το σήμα. Η διαδρομή από το Χαλάνδρι μέχρι την Κυψέλη μέσα στη νύχτα διήρκεσε μόλις δεκαπέντε λεπτά, αλλά στο μυαλό μου φάνηκε σαν ένας αιώνας. Όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε υπερένταση. Πώς είχε μπει; Είχα κλειδώσει την πόρτα ασφαλείας δύο φορές. Τα μπαλκόνια ήταν κλειστά.
Όταν φτάσαμε στην οδό Πατησίων και στρίψαμε στο στενό της πολυκατοικίας, όλα φαίνονταν ήσυχα. Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο μισό τετράγωνο πιο κάτω. Μπήκαμε στην πολυκατοικία και ανεβήκαμε σιωπηλά τα μαρμάρινα σκαλιά. Στον δεύτερο όροφο, η πόρτα του κυρίου Γιώργου ήταν μισάνοιχτη. Στεκόταν εκεί, φορώντας μια φθαρμένη ρόμπα, κρατώντας σφιχτά στο χέρι του το μπαστούνι του. Όταν μας είδε, έκανε ένα βήμα πίσω. Το ύφος του δεν ήταν πια αυστηρό ή θυμωμένο. Ήταν τρομοκρατημένο.
«Σταμάτησε πριν από περίπου δέκα λεπτά», ψιθύρισε. «Ακριβώς αφού σου έστειλα το ηχητικό, άκουσα έναν βαρύ γδούπο, σαν να έπεσε κάτι, και μετά απόλυτη σιωπή. Ελένη… κορίτσι μου, συγγνώμη. Νόμιζα ότι με κορόιδευες τόσο καιρό. Δεν ήταν το παιδί. Δεν ήταν ποτέ το παιδί, σωστά;»
Κούνησα το κεφάλι μου, νιώθοντας ένα τεράστιο βάρος στο στήθος μου. Αν δεν ήταν το παιδί, τότε… ποιος περπατούσε στο σπίτι μου όλους αυτούς τους μήνες; Ποιος έκανε αυτούς τους θορύβους κάθε φορά που εγώ και ο Μιχάλης πέφταμε για ύπνο;
Ο Νίκος μου έκανε νόημα να μείνω πίσω. «Πήγαινε μέσα στο διαμέρισμα του κυρίου Γιώργου και κλείδωσε», μου είπε αυστηρά. «Θα ανέβω εγώ να ελέγξω». Αρνήθηκα πεισματικά. Ήταν το δικό μου σπίτι. Έπρεπε να ξέρω.
Ανεβήκαμε μαζί στον τρίτο όροφο. Στάθηκα μπροστά στην πόρτα ασφαλείας. Έβαλα το κλειδί στην κλειδαριά. Γύρισε κανονικά. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Την έσπρωξα σιγά-σιγά. Ο χαρακτηριστικός ήχος των μεντεσέδων αντήχησε στο άδειο κλιμακοστάσιο. Καθώς ο αέρας του διαμερίσματος χτύπησε το πρόσωπό μου, μια έντονη μυρωδιά μού τρύπησε τη μύτη. Δεν ήταν η μυρωδιά ενός κλειστού, άδειου σπιτιού. Μύριζε ιδρώτα, φτηνό τσιγάρο, και κάτι άλλο… κάτι σαπισμένο, σαν παλιά, άπλυτα ρούχα. Εγώ δεν καπνίζω. Κανείς στο σπίτι μου δεν καπνίζει.
Ο Νίκος άναψε τον φακό του. Δεν τολμούσαμε να πατήσουμε τον διακόπτη για το φως του διαδρόμου. Η δέσμη του φωτός σάρωσε τον χώρο. Το σαλόνι φαινόταν άθικτο. Η τηλεόραση ήταν στη θέση της. Ο υπολογιστής μου, που είχα αφήσει στο γραφείο, ήταν εκεί. Αν ήταν κλέφτης, έκανε πολύ κακή δουλειά.
Προχωρήσαμε αργά προς τον διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Στα αριστερά, το δωμάτιο του Μιχάλη. Στα δεξιά, το δικό μου. Στο βάθος, το μπάνιο και η κουζίνα. Καθώς περνούσαμε έξω από την κουζίνα, το φως του φακού έπεσε πάνω στον πάγκο. Σταμάτησα απότομα, αρπάζοντας το μανίκι του Νίκου.
Πάνω στον πάγκο, υπήρχε μια άδεια κονσέρβα από ντολμαδάκια και ένα μισοφαγωμένο καρβέλι ψωμί. Ο νεροχύτης ήταν γεμάτος ψίχουλα. Εγώ είχα αφήσει την κουζίνα πεντακάθαρη πριν φύγουμε. Κάποιος έτρωγε το φαγητό μας.
Τότε, το ακούσαμε. Έναν ανεπαίσθητο ήχο, σαν σύρσιμο, που ερχόταν από το παιδικό δωμάτιο. Το δωμάτιο του γιου μου.
Ο Νίκος έσφιξε τον φακό σαν ρόπαλο στο χέρι του. Προχώρησε αποφασιστικά προς την πόρτα του παιδικού, η οποία ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε με δύναμη με το πόδι του και σημάδεψε με το φως μέσα στο σκοτάδι.
Το δωμάτιο έμοιαζε άδειο. Το κρεβατάκι του Μιχάλη, τα παιχνίδια του στο πάτωμα, η μικρή ντουλάπα. Όμως, το βλέμμα μου καρφώθηκε στο ταβάνι. Στα παλιά αθηναϊκά διαμερίσματα, πάνω από το μπάνιο ή τον διάδρομο, υπάρχει συνήθως ένα “πατάρι” — ένας στενός αποθηκευτικός χώρος που η πρόσβασή του γίνεται από ένα μικρό ξύλινο πορτάκι ψηλά στον τοίχο. Το πορτάκι του παταριού, που βρισκόταν ακριβώς έξω από το δωμάτιο του Μιχάλη, ήταν ανοιχτό. Και από το χείλος του, κρέμονταν δύο βρώμικα κορδόνια από αθλητικά παπούτσια.
Ο Νίκος σήκωσε τον φακό προς τα πάνω. Μέσα στο στενό, σκονισμένο πατάρι, ανάμεσα στις βαλίτσες και τα παλιά ρούχα που φύλαγα εκεί, υπήρχε ένας άνθρωπος.
Ούρλιαξα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Ο άντρας μέσα στο πατάρι συρρικνώθηκε, σηκώνοντας τα χέρια του για να προστατεύσει τα μάτια του από το εκτυφλωτικό φως του φακού.
«Βγες έξω, τώρα! Κατεβαίνεις κάτω ή σε κατεβάζω εγώ!» φώναξε ο Νίκος με φωνή που έτρεμε από την αδρεναλίνη, αρπάζοντάς τον από το πόδι.
Ο άγνωστος γλίστρησε αδέξια και έπεσε με γδούπο στο πάτωμα του διαδρόμου. Δεν προσπάθησε να το σκάσει. Μαζεύτηκε σαν κουβάρι στη γωνία, κλαίγοντας σαν μικρό παιδί. Τρέμοντας, βρήκα το θάρρος και πάτησα τον διακόπτη του ρεύματος από τον πίνακα. Τα φώτα άναψαν.
Κοίταξα το πρόσωπό του. Ήταν αδύνατος, με μακριά βρώμικα μαλλιά, βουλιαγμένα μάτια και ρούχα που έπρεπε να είχαν πλυθεί μήνες. Δεν ήταν ένας τυχαίος διαρρήκτης. Τον γνώριζα.
Ήταν ο Σταύρος. Ο 35χρονος ανιψιός της ιδιοκτήτριας του σπιτιού.
Όταν είχα νοικιάσει το σπίτι πριν από τρία χρόνια, η ιδιοκτήτρια, η κυρία Μαρία, μου είχε πει πως το διαμέρισμα ανήκε προηγουμένως στον ανιψιό της, αλλά εκείνος είχε μετακομίσει μόνιμα στη Γερμανία για δουλειά, αφήνοντας πίσω του μερικά χρέη, γι’ αυτό και το νοίκιαζε τόσο φθηνά. Τον είχα συναντήσει μόνο μία φορά, την ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου. Είχε έρθει να μαζέψει τα τελευταία του πράγματα. Μου είχε φανεί τότε ευγενικός, αν και κάπως απόμακρος.
Όπως αποδείχθηκε, ο Σταύρος δεν πήγε ποτέ στη Γερμανία. Είχε σοβαρό πρόβλημα εθισμού στον τζόγο και ουσίες. Είχε χάσει τα πάντα, τον είχαν πετάξει έξω από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που έμενε και είχε βρεθεί στον δρόμο. Όμως, δεν είχε δώσει ποτέ όλα τα κλειδιά στην θεία του. Είχε κρατήσει ένα αντικλείδι από την πόρτα ασφαλείας.
Στο αστυνομικό τμήμα Κυψέλης, όπου περάσαμε τις επόμενες εφιαλτικές ώρες, η αλήθεια ξετυλίχθηκε σαν το χειρότερο θρίλερ. Ο Σταύρος ομολόγησε τα πάντα στους αστυνομικούς με κλάματα. Ήξερε ακριβώς το πρόγραμμά μου. Ήξερε ότι έφευγα από το σπίτι στις οκτώ το πρωί για να πάω τον Μιχάλη σχολείο και μετά πήγαινα στη δουλειά, επιστρέφοντας αργά το απόγευμα.
Εδώ και σχεδόν επτά μήνες, έμπαινε στο σπίτι μου σαν φάντασμα. Τις ώρες που εμείς λείπαμε, εκείνος κοιμόταν στο κρεβάτι μου. Έκανε μπάνιο. Έτρωγε ό,τι έβρισκε στα ντουλάπια — ήμουν σίγουρη ότι ξεχνούσα τι είχα αγοράσει, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι κάποιος μου τα έκλεβε μέσα από το ίδιο μου το σπίτι. Έπλενε τα ρούχα του και τα στέγνωνε πριν γυρίσουμε.
Αλλά η φρίκη δεν σταματούσε εκεί.
«Μερικές φορές», ψέλλισε στην κατάθεσή του κοιτάζοντας το πάτωμα, «το βράδυ που έκανε κρύο ή που δεν είχα πού να πάω… ερχόμωνα ενώ εσείς κοιμόσασταν. Άνοιγα την πόρτα σιγά-σιγά. Σκαρφάλωνα στο πατάρι του μπάνιου. Εκεί μέσα υπάρχει ένα παλιό στρώμα. Κρυβόμουν εκεί και περίμενα να ξημερώσει. Κάποιες νύχτες… όταν πονούσαν τα πόδια μου από την ακινησία, κατέβαινα και περπατούσα στο σαλόνι, ενώ εσείς κοιμόσασταν στο διπλανό δωμάτιο».
Το στομάχι μου ανακατεύτηκε. Έκανα εμετό στον κάδο απορριμμάτων του αστυνομικού τμήματος.
Τα βαριά, ρυθμικά βήματα που άκουγε ο κύριος Γιώργος κάθε βράδυ; Δεν ήταν ποτέ ο Μιχάλης. Ήταν τα βήματα ενός ενήλικου, απελπισμένου, διαταραγμένου άντρα, που περπατούσε στο σκοτάδι μέσα στο σπίτι μου, λίγα μέτρα μακριά από το κρεβάτι όπου κοιμόταν το εξάχρονο παιδί μου. Όταν εγώ ξυπνούσα το πρωί να φτιάξω καφέ, εκείνος βρισκόταν κρυμμένος πάνω από το κεφάλι μου στο πατάρι, ακούγοντας την κάθε μου ανάσα. Τις μέρες που λείπαμε στο Χαλάνδρι, είχε βρει την ευκαιρία να εγκατασταθεί πλήρως στο διαμέρισμα, βγαίνοντας από την κρυψώνα του.
Εκείνο το ξημέρωμα, γύρισα στο σπίτι της αδερφής μου. Μπήκα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Μιχάλης, έπεσα στα γόνατα δίπλα στο κρεβάτι του και έκλαιγα βουβά για ώρες. Η σκέψη και μόνο ότι αυτός ο άνθρωπος μας παρακολουθούσε να κοιμόμαστε, ότι στεκόταν ίσως πάνω από το παιδί μου στο σκοτάδι, με στοίχειωσε και θα με στοιχειώνει για πάντα.
Την επόμενη κιόλας μέρα, νοικιάσαμε ένα φορτηγάκι μεταφορών. Με τη βοήθεια του Νίκου, της Άννας και τριών φίλων, αδειάσαμε το διαμέρισμα στην Κυψέλη μέσα σε έξι ώρες. Δεν άφησα ούτε μια καρφίτσα πίσω. Δεν με ένοιαζε το συμβόλαιο, ούτε η εγγύηση που έχασα.
Καθώς κατεβάζαμε τις τελευταίες κούτες, η πόρτα του δευτέρου ορόφου άνοιξε. Ο κύριος Γιώργος στεκόταν εκεί. Φαινόταν γερασμένος κατά δέκα χρόνια μέσα σε μια νύχτα. Με κοίταξε στα μάτια με βαθιά ενοχή και μου έπιασε το χέρι.
«Ελένη μου… συγχώρεσέ με. Ήμουν τόσο σκληρός μαζί σου. Αν ήξερα… αν μπορούσα να φανταστώ…» η φωνή του έσπασε.
Τον κοίταξα, νιώθοντας ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα ευγνωμοσύνης να με κατακλύζει. Του έσφιξα το χέρι και του χαμογέλασα ελαφρά μέσα από τα δάκρυά μου.
«Κύριε Γιώργο», του είπα ψιθυριστά. «Μην ζητάτε καμία συγγνώμη. Αν δεν ήσασταν εσείς, με την επιμονή και τα παράπονά σας κάθε βράδυ… αν δεν με αναγκάζατε να φύγω εκείνη την εβδομάδα και αν δεν μου είχατε στείλει εκείνη την ηχογράφηση… δεν θέλω καν να φανταστώ πώς θα μπορούσε να είχε τελειώσει αυτή η ιστορία. Μου σώσατε τη ζωή.»
Σήμερα, δύο χρόνια μετά, ζούμε με τον Μιχάλη σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Γαλάτσι, πολύ κοντά στην αδερφή μου. Ο Σταύρος καταδικάστηκε και παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης. Αλλά τα σημάδια μένουν. Ακόμα και τώρα, πριν κοιμηθώ, ελέγχω πάντα τρεις φορές τις κλειδαριές. Και το πρώτο πράγμα που έκανα όταν μπήκαμε στο νέο μας σπίτι, ήταν να σφραγίσω το πορτάκι από το πατάρι με τρία βαριά λουκέτα. Γιατί τα τέρατα δεν κρύβονται στα παραμύθια. Μερικές φορές, κρύβονται στα πιο σκοτεινά σημεία του δικού μας σπιτιού.